|
|||||||||||||||
Περὶ
τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων μᾶς πληροφορεῖ τὸ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιον στο ι’
κεφάλαιον: «Μετὰ δὲ ταῦτα ἀνέδειξεν ὁ Κύριος καὶ ἑτέρους ἑβδομήκοντα καὶ
ἀπέστειλεν αὐτοὺς ἀνὰ δύο πρὸ προσώπου αὐτοῦ εἰς πᾶσαν πόλιν καὶ τόπον
οὗ ἤμελλεν αὐτὸς ἔρχεσθαι. Ἔλεγεν οὖν πρὸς αὐτοὺς· ὁ μὲν θερισμὸς πολύς,
οἱ δὲ ἐργάται ὀλίγοι. Δεήθητε οὖν τοῦ κυρίου τοῦ θερισμοῦ, ὅπως ἐκβάλῃ
ἐργάτας εἰς τὸν θερισμὸν αὐτοῦ. Ὑπάγετε· ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω ὑμᾶς ὡς
ἄρνας ἐν μέσῳ λύκων. Μὴ βαστάζετε βαλλάντιον, μὴ πήραν, μηδὲ ὑποδήματα,
καὶ μηδένα κατὰ τὴν ὁδὸν ἀσπάσησθε· εἰς ἣν δ’ ἂν οἰκίαν εἰσέρχησθε,
πρῶτον λέγετε· εἰρήνη τῷ οἴκῳ τούτῳ καὶ ἐὰν ᾖ ἐκεῖ υἱὸς εἰρήνης,
ἐπαναπαύετε ἐπ’ αὐτὸν ἡ εἰρήνη ὑμῶν· εἰ δὲ μήγε, ἐφ’ ὑμᾶς ἀνακάμψει… καὶ
θεραπεύετε τοὺς ἐν αὐτῇ ἀσθενεῖς, καὶ λέγετε αὐτοῖς· ἤγγικεν ἐφ’ ὑμᾶς ἡ
βασιλεία τοῦ Θεοῦ». Τοὺς ἐξέλεξε ὁ Χριστὸς ὕστερα ἀπὸ τοὺς Δώδεκα, γιὰ
νὰ βοηθοῦν τὸ σωτήριο ἔργο του καὶ νὰ διακονοῦν τὸ σχέδιο τῆς Θείας
Οἰκονομίας.
Οἱ
Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, τῆς πρώτης χριστιανικῆς περιόδου, προσπάθησαν νὰ
τοὺς ταυτίσουν σταχυολογώντας πρόσωπα τῆς Καινῆς Διαθήκης, κυρίως ἀπὸ
τὸ βιβλίο τῶν Πράξεων καθὼς καὶ ἀπὸ τὶς Ἐπιστολὲς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Ἡ
πρώτη ἀπόπειρα καταρτίσεως καταλόγων τῶν ὀνομάτων τῶν ἑβδομήκοντα
Ἀποστόλων ἔγινε σὲ ἀντίδραση ἐνεργειῶν τῶν Γνωστικῶν, οἱ ὁποίοι εἶχαν
ἀνορθόδοξη καὶ ἐσφαλμένη ἀντίληψη περὶ τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος καὶ τῆς
ἀδιάκοπης ἀποστολικῆς διαδοχῆς καὶ ἀποσκοποῦσε νὰ προβάλει πρόσωπα μὲ
ἀναμφισβήτητο ἐκκλησιαστικὸ κύρος, ποὺ ἦσαν ἄμεσα συνεχιστὲς τοῦ ἔργου
τῶν Δώδεκα Ἀποστόλων.
Ἀπὸ
τὴνἐποχὴ τοῦ πρώτου Σχίσματος (867 μ.Χ.), ὅταν τὸ «παπικὸν πρωτεῖον
ἐξῆλθεν πλέον τῆς θεωρητικῆς καὶ ἀορίστου μορφῆς τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε
διετήρει καὶ ἔλαβε πρακτικὴν καὶ ὡρισμένην μορφὴν ἐπικίνδυνον διὰ τὴν
ἀνεξαρτησίαν τῆς Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας», προβάλλονται ἰδιαίτερα ἀπὸ τὴν
Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία οἱ Ἑβδομήκοντα Ἀπόστολοι, σὲ ἀντίδραση στὶς γνωστὲς
θέσεις τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας περὶ τοῦ πρωτείου τοῦ Πάπα.
Γι’
αὐτό, ἂν καὶ ἕκαστος τῶν Ἀποστόλων ἑορτάζει σὲ τακτὴ ξεχωριστὴ ἡμέρα, ἡ
Ἐκκλησία μας ὅρισε καὶ ἰδία ἡμέρα γιὰ τὴν κοινὴ ἑορτὴ αὐτῶν ποὺ
κακοπάθησαν γιὰ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ.
Αὐτοὶ εἶναι:
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας Πίστεως.
Θείας
πίστεως, τῷ ἀμφιβλήστρῳ, ἐζωγρήσατε, ἐθνῶν ἀγέλας, Ἑβδομήκοντα Κυρίου
Ἀπόστολοι, πρὸς εὐσεβείας τὴν θείαν ἐπίγνωσιν, ὡς δεδεγμένοι τὴν χάριν
τοῦ Πνεύματος. Μύσται ἔνθεοι, Χριστῷ τῷ Θεῷ πρεσβεύσατε, δωρήσασθαι ἡμῖν
τὸ μέγα ἔλεος.
Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Τοὺς
Ἑβδομήκοντα σοφοὺς Ἀποστόλους, ὡς εὐσεβείας γεωργοὺς θεηγόρους,
χαρμονικῶς αἰνέσωμεν ᾀσμάτων ᾠδαῖς· οὗτοι γὰρ τῆς πίστεως, τὸν σωτήριον
λόγον, κόσμῳ ἐγκατέσπειραν, ὡς Χριστοῦ οἰκονόμοι· καὶ νῦν ἀπαύστως
νέμουσιν ὑμῖν, τῶν ἐπταισμένων θεόθεν τὴν ἄφεσιν.
Μεγαλυνάριον.
Ἑβδομηκοντάριθμος
καὶ σεπτός, δῆμος Ἀποστόλων, τὸν τῆς πίστεως θησαυρόν, τοῖς ἐν ἀπιστίᾳ,
διέδωκαν πλουσίως· ὑμνήσωμεν τὴν τούτων, θείαν συνέλευσιν.
| |||||||||||||||
Ἡ σελίδα αὐτὴ εἶναι ἀφιερωμένη στὴν ζωὴ τῶν Ἁγίων Μαρτύρων τῆς Ἐκκλησίας μας. Γίνεται χωρίς τὸ παραμικρὸ ὄφελος, παρὰ μόνο γιὰ τὴν Πνευματικὴ ἄνοδο.
Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2013
Σύναξις τῶν Ἁγίων Ἑβδομήκοντα Ἀποστόλων
Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2013
ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥ
Το μοναστήρι του στην Νέα Μάκρη πανηγυρίζει και πλήθος κόσμου θα το επισκεφθεί και πάλι, ο καθένας για προσωπικούς του λόγους.
Ο Άγιος Εφραίμ γεννήθηκε στα Τρίκαλα στις 14 Σεπτεμβρίου του 1384μ.Χ. Ήταν ένα από τα οκτώ παιδιά της οικογένειας Μόρφη. Οι γονείς του όταν βάπτισαν τον Άγιο του έδωσαν το όνομα Κωνσταντίνος. Σε μικρή ηλικία ο Άγιος Εφραίμ ορφάνεψε από πατέρα. Από εκείνη την στιγμή η μητέρα του ανέλαβε εξ ολοκλήρου την φροντίδα της οικογένειας. Στην φροντίδα αυτή συμπεριέλαβε και την χριστιανική αγωγή των παιδιών της. Ο Άγιος από μικρός έδειξε ιδιαίτερη αγάπη για τον Θεό και την Χριστιανική πίστη.
Όταν ο Άγιος Εφραίμ ήταν δεκατεσσάρων ετών, στην περιοχή των Τρικάλων γινόταν από τους Τούρκους, υπό τις διαταγές του Σουλτάνου Βαγιαζίτ του 1ου, επιχειρήσεις παιδομαζώματος. Το παιδομάζωμα ήταν το πρώτο στάδιο της δημιουργίας των Γενίτσαρων. Μάζευαν οι Τούρκοι μικρά Ελληνόπουλα, τα έστελναν στην Τουρκία όπου σε ειδικά στρατόπεδα τα μεγάλωναν γεμίζοντας την καρδιά τους αγάπη... για τον Αλλάχ και μίσος για τον Χριστό και την Ελλάδα. Αυτά τα Ελληνόπουλα γίνονταν οι φοβεροί Γενίτσαροι, που όπως λένε πολλές μαρτυρίες ήταν σκληρότεροι και από τους ίδιους τους Τούρκους.
Φοβούμενη η μητέρα του Αγίου ότι θα τον πάρουν και αυτόν οι Τούρκοι, τον συμβούλεψε να φύγει από το πατρικό του σπίτι και να κατευθυνθεί σε περιοχές της Ελλάδας που δεν ήταν ακόμα κάτω από τον Τουρκικό ζυγό. Όταν έφτανε σε μια τέτοια περιοχή, τον ορμήνεψε, να βρει ένα μοναστήρι και να εισαχθεί εκεί ως δόκιμος μοναχός, μιας και η μοναστική ζωή ήταν κάτι που επιθυμούσε και ο ίδιος. Τις συμβουλές αυτές ακολούθησε ο Άγιος Εφραίμ και μετά από πολλούς κόπους έφτασε στο όρος Αμώμων της Αττικής. Είναι το όρος που, στις μέρες μας, στους πρόποδες του είναι χτισμένη η Νέα Μάκρη. Στο όρος είχαν μαζευτεί χριστιανοί ασκητές, και από αυτούς ονομάστηκε όρος Αμώμων, δηλαδή όρος των Καθαρών. Εκεί υπήρχε και το ανδρικό μοναστήρι του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Σε αυτό το μοναστήρι κατάφυγε ο Άγιος Εφραίμ και έμεινε έως την ηλικία των 18 ετών ως δόκιμος μοναχός της μονής.
Στην ηλικία των δεκαοκτώ χρίστηκε μοναχός και έλαβε το όνομα Εφραίμ (όπως έχουμε αναφέρει μέχρι τότε ονομαζόταν Κωνσταντίνος). Μετά δε από λίγα χρόνια χειροτονήθηκε Ιερέας. Στο μοναστήρι περνούσε πολύ λίγο χρόνο. Συνήθως ήταν απομονωμένος σε μια σπηλιά στην περιοχή όπου και ασκήτευε.
Τα χρόνια περνούσαν και η Οθωμανική αυτοκρατορία είχε υποδουλώσει σχεδόν όλη την Ελλάδα. Στην περιοχή της Αττικής δρούσαν Τουρκικά στρατεύματα υπό τις διαταγές του Εβρενόμπεη.
Μέρος αυτών των στρατευμάτων, το 1424, αναπτύχθηκε στην περιοχή του όρους Αμώμων και άρχισε να καταστρέφει, να λεηλατεί και να δολοφονεί, κάνοντας πράξη την συνήθη τακτική των Τουρκικών στρατευμάτων τον καιρό εκείνο. Έτσι έφτασαν και στο μοναστήρι του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και απαίτησαν να τους παραδοθούν οι θησαυροί του μοναστηριού. Το μοναστήρι όμως ήταν φτωχό και το μόνο που κατάφεραν να πάρουν οι Τούρκοι από εκεί ήταν οι ζωές όλων των μοναχών που σφαγιάστηκαν στην αυλή του μοναστηριού.
Ο Άγιος την ημέρα εκείνη δεν ήταν στο μοναστήρι. Όταν το επισκέφθηκε την επόμενη, βρήκε τα πτώματα των μοναχών στην αυλή και το μοναστήρι κατεστραμμένο. Αφού φρόντισε για την ταφή των μοναχών, αποσύρθηκε μόνιμα πλέον στην σπηλιά που ασκήτευε. Στο μοναστήρι κατέβαινε μόνο στις μεγάλες εορτές για να λειτουργήσει στην εκκλησία του.
Σε μια τέτοια εορτή, στις 14 Σεπτεμβρίου του 1425 (ημέρα μνήμης της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού), ξαναεπισκέφθηκαν οι Τούρκοι την μονή. Συνέλαβαν τον Άγιο και άρχισαν να τον υποβάλουν σε φρικτά βασανιστήρια προσδοκώντας να τους αποκαλύψει τυχών μυστικές κρύπτες με θησαυρούς που δεν είχαν καταφέρει να ανακαλύψουν. Οκτώ ολόκληρους μήνες ο Άγιος υπέμενε τα φρικτά βασανιστήρια των Τούρκων έως τις 5 Μαΐου του 1426 κρεμασμένος ανάποδα καρφωμένος με καρφιά στον κορμό μιας μουριάς, παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο, σε ηλικία 42 ετών.
Στις μέρες μας στο μοναστήρι αυτό μένουν και υπηρετούν μοναχές. Το λείψανο του Αγίου Εφραίμ φυλάσσεται εκεί και καθημερινά εκατοντάδες πιστών το επισκέπτονται ζητώντας από τον Άγιο την ευλογία και την βοήθεια του. Ο Άγιος με την χάρη του Θεού έχει κάνει χιλιάδες θαύματα. Στον περίβολο της μονής, και προστατευμένη από κτίσμα που χτίστηκε γύρω της, υπάρχει η μουριά πάνω στην οποία ο Άγιος Εφραίμ άφησε την τελευταία του πνοή.
Η εκκλησία μας έχει αφιερώσει στην μνήμη του Αγίου Εφραίμ δύο ημέρες του έτους. Την 5η Μαΐου όπου τιμούμε το μαρτυρικό θάνατο του Αγίου και την 3η Ιανουαρίου όπου τιμούμε την ανεύρεση των ιερών λειψάνων του. Τα ιερά λείψανα του Αγίου Εφραίμ βρέθηκαν με Θεία Παρέμβαση το 1950, 524 ολόκληρα χρόνια μετά τον θάνατο του.
Ένα απο τα παλαιότερα μοναστήρια της Αττικής είναι αυτό στο Όρος των Αμωμών (τοποθεσία γνωστή σήμερα ως Νέα Μάκρη). Πολλοί μοναχοί και ιερείς έμειναν εκεί και προσευχήθηκαν στον Κύριο.
Στα χρόνια της τουρκοκρατίας έγιναν μεγάλες και βάρβαρες σφαγές όπου ξεκληρίστηκε το μοναστήρι, ένα απο τα θύματα ήταν και ο Άγιος μας. Το 1945 η Μοναχή τότε Μακαρία πήγε στα ερείπια της αρχαίας μονής του Ευαγγελισμού άλλοτε ονομαζόμενης ως Σταυροπηγιακής, του Όρους Αμωμών, στις βορειανατολικές υπωρείες του Πεντελικού. Απο θεία παρόρμηση, διαμόρφωσε ένα κελάκι εκεί και άρχιζε να καθαρίζει τα ερείπια του παλαιού Ναού για να τον ανακατασκευάσει. Εκεί πολλές φορές διαλογιζόταν ότι σε εκείνα τα χώματα είχαν ζήσει κατά την πάροδο των αιώνων Άγιοι Μοναχοί και προσευχόταν να ” γνωρίσει ή να της φανερωθεί κάποιος απο αυτούς”.
Μια φωνή στην αρχή σιγανή αλλά με τον καιρό δυνατότερη στην ψυχή της, της έλεγε ” Σκάψε και θα βρείς αυτό που επιθυμείς” και θαυμαστώς της είχε φανερωθεί ένα σημείο στο προαύλιο του Μοναστηριού. Έτσι στις 3 Ιανουαρίου 1950 έχοντας έναν εργάτη για άλλες εργασίες στο μοναστήρι τον έβαλε να σκάψει στο σημείο όπου την υποδείκνυε η ψυχή της.
Ο εργάτης ήταν αρνητικός ήθελε να σκάψει οπουδήποτε αλλού παρά σε αυτό το σημείο, τελικά μετά απο τις εκκλήσεις και τις προσευχές, ο εργάτης πείστηκε και ξεκίνησε να σκάβει. Το σημείο εκεί είχε ένα μισογκρεμισμένο τζάκι, τοίχο κ.α πράγματα που έδειχναν ότι εκεί κάποτε υπήρχε κελί κάποιου μοναχού. Φτάνοντας το 1,70 ύψος σκάψιμο βρέθηκε το πρώτο εύρημα.. Ένα κεφάλι.. και όλος ο τόπος απόκτησε μια ευωδιά.. ( ήταν 3/1/1950 ώρα 9 το πρωί) σιγά σιγά και με προσοχή ή Ηγουμένη Μακαρία έβγαλε όλο το σκήνωμα και το τοποθέτησε σε μία θυρίδα που ήταν πάνω απο τον τάφο.
Μονή Οσίου Εφραίμ
Ήταν φανερό ότι πρόκειτο για κληρικό γιατί το ράσο του είχε παραμείνει άθικτο. Το βράδυ, διαβάζοντας τον εσπερινό η Ηγουμένη άκουσε βήματα.. ο ήχος ερχόταν απο τον τάφο.. μετά απο τον περίβολο και έφτασε ως την πόρτα της εκκλησίας. Εκεί πρωτοαντίκρυσε τον Άγιο, ψηλός με μάτια μικρά στρογγυλά, με μακριά μαύρα γένια που έφταναν στον λαιμό, ντυμένος με την μοναχική αμφίεση. Στο ένα χέρι είχε μία φλόγα και με το άλλο ευλογούσε. Ο Άγιος ζήτησε να τον βγάλουν απο αυτή την θυρίδα που το είχαν. Την επόμενη κι όλας μέρα η Ηγουμένη καθάρισε τα οστά και τα τοποθέτησε σε μια θυρίδα στο Ιερό του Ναού. Το ίδιο βράδυ φανερώθηκε στον ύπνο της ο Άγιος και την ευχαρίστησε και της φανέρωσε και το όνομα του ” ΕΦΡΑΙΜ “.
Πηγή από: http://www.agioritikovima.gr/
Ὁ Ὅσιος Ἀκάκιος ὁ Θαυματουργός
|
|||||||||||||||
Ὁ
Ὅσιος Ἀκάκιος ἦταν μοναχὸς καὶ συνέστησε στο ὄρος τοῦ Λάτρου τὴν
Μεγίστη Λαύρα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τοῦ Μυρσινῶνος. Ἡ περιοχὴ τοῦ ὄρους
Λάτρου ὀνομαζόταν πρῶτα Λάτμος καὶ ἦταν κοντὰ στην Μίλητο τῆς Μικρᾶς
Ἀσίας. Ἐπειδὴ ὅμως ἐκεῖ ἐμόναζε πλῆθος Μοναχῶν μετονομάσθηκε σὲ Λάτρος.
Οἱ πυκνοὶ μοναχικοὶ συνοικισμοὶ ποὺ ὑπήρχαν ἐκεῖ πρὶν τὴν ἐποχὴ τοῦ
αὐτοκράτορος Λέοντος τοῦ Σοφοῦ (886-912 μ.Χ.), ἔδωσαν, κατὰ τὴν περίοδο
τῆς βασιλείας τοῦ Κωνσταντίνου τοῦ Πορφυρογέννητου (913-959 μ.Χ.), στο
Λάτρος, τὴν ὀνομασία «τὸ κατ’ Ἔφεσον Ἅγιον Ὄρος».
Ὁ Ὅσιος Ἀκάκιος κοιμήθηκε ἐν εἰρήνῃ.
Πηγή από: http://www.synaxarion.gr/
| |||||||||||||||
Ὁ Ἅγιος Γόρδιος
|
|||||||||||||||
Ὁ
Μάρτυς Γόρδιος καταγόταν ἀπὸ τὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας καὶ ἔζησε
στὴν ἐποχὴ τοῦ βασιλέως Λικινίου (307-323 μ.Χ.). Ἦταν ἀξιωματοῦχος τῆς
αὐτοκρατορικὴς αὐλῆς.
Ὁ
Γόρδιος, ἐπειδὴ δὲν ἀνεχόταν νὰ ἀκούει τὶς δυσσεβεῖς διδασκαλίες καὶ
τὶς ὕβρεις κατὰ τοῦ Κυρίου, ἔφυγε καὶ πῆγε στὰ ὄρει καὶ ἐκατοικούσε μαζί
μὲ τὰ θηρία. Ἐκεῖ στὸν ἔρημο τόπο ἀναθερμάνθηκε ὁ πόθος του γιὰ τὸν
Χριστὸ καὶ πῆρε θάρρος νὰ κτυπήσει τὴν πλάνη τῆς εἰδωλολατρείας. Ἔτσι
κατέβηκε ἀπὸ τὴν ἔρημο στὴν πόλη καὶ ζητοῦσε νὰ συναντήσει τὴν προστάτη
τῆς πλάνης. Εἰσῆλθε λοιπὸν στὸ θέατρο καὶ μὲ ὅλη τὴν δύναμη τῆς φωνῆς
του εἶπε λόγους ὑμνηστικοὺς γιὰ τὸν Χριστό. Μὲ τὴν ἡρωϊκὴ αὐτὴ μαρτυρία
του ὁ Γόρδιος ἔστρεψε τὴν προσοχὴ τοῦ πλήθους πρὸς τὸν ἑαυτό του. Ἡ
παρρησία του ὅμως αὐτὴ ἐξέπληξε καὶ ἐξόργισε τὸν εἰδωλολάτρη ἄρχοντα·
γι’ αὐτὸ καὶ διέταξε νὰ τὸν θανατώσουν.
Ὁ Ἅγιος Γόρδιος ἐδέχθηκε χαρούμενος τὸν διὰ ξίφους μαρτυρικὸν θάνατο καὶ εἰσῆλθε στὴν χαρὰ τοῦ Κυρίου του.
Ἀπολυτίκιο. Ἠχὸς δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τῷ
ζήλῳ τῆς πίστεως, πυρποληθεὶς τὴν ψυχήν, αὐτόκλητος ὥρμησας, ἐν τῷ
σταδίῳ σοφέ, καὶ χαίρων ἠγώνισαι· ὅθεν τοῖς ἐξ αὐχένος, ὀχετοῖς τῶν
αἱμάτων, ἔσβεσας Ἀθλοφόρε, τῆς κακίας τὴν φλόγα· διό σε ὁ Ζωοδότης,
Γόρδιε ἐδόξασε.
Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ. Ὡς ἀπαρχὰς τῆς φύσεως.
Οἱ
σοὶ ἱδρῶτες ἔνδοξε, τὴν πᾶσαν γῆν κατήρδευσαν, καὶ τοῖς τιμίοις σου
αἵμασι Γόρδιε, τὸν κόσμον ἅπαντα εὔφρανας· ταῖς εὐχαῖς σου θεόφρον,
σῶσον πάντας τοὺς πίστει σε ἀναμέλποντας, καὶ τιμῶντας ἀξίως, πανεύφημε
ὡς πολύαθλον.
Μεγαλυνάριον
Ἔλιπες
στρατείαν τὴν ὑλικήν, καὶ τῇ οὐρανίῳ, πανοπλίᾳ ὀχυρωθεὶς, τὰς
ἀντικειμένας, καθεῖλες παρατάξεις, ὡς τοῦ Χριστοῦ ὁπλίτης, ἔνδοξε
Γόρδιε.
Πηγή από: http://www.synaxarion.gr/
| |||||||||||||||
Ὁ Προφήτης Μαλαχίας
|
|||||||||||||||
Ὁ
προφήτης Μαλαχίας καταγόταν ἀπὸ τὴ φυλὴ Λευΐ καὶ ἐγεννήθηκε στὸ Σοφερὸ
μετὰ τὴν ἐπιστροφὴ τῶν Ἰουδαίων ἀπὸ τὴ Βαβυλώνια αἰχμαλωσία. Ἔζησε περὶς
τὸν 5ο π.Χ. αἰώνα, κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ Νεεμία, καὶ
ἐργάσθηκε στὴν Ἱερουσαλὴμ μετὰ τὸν Προφήτη Ἀγγαῖο καὶ τὸν Ζαχαρία. Αὐτό
συνάγεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἀνοικοδόμηση τοῦ ναοῦ εἶχε πλέον
ἀποπερατωθεῖ καὶ εἶχαν ἀρχίσει οἱ προσφερόμενες θυσίες.
Ὄντας
ἀκόμη νέος, κατέκτησε τὴν ἀρετὴ καὶ διακρινόταν γιὰ τὴν θεοσεβὴ
συμπεριφορὰ καὶ διαγωγή του. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἔλαβε καὶ τὴν προσωνυμία
Μαλαχίας, ποὺ στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα μεταφράζεται «ὁ ἄγγελός μου». Κατὰ
παλαιὰ γνώμη (Ταλμοὺδ) τὸ ὄνομα Μαλαχίας εἶναι ψευδόνυμο τοῦ Ἔσδρα ἢ τοῦ
Νεεμία ἢ τοῦ Μαρδοχαίου. Χρονολογικὰ ὑπῆρξε ὁ τελευταῖος ἀπὸ τοὺς
Προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.
Στὸ
προφητικό του βιβλίο, ὁ Μαλαχίας, ὁμιλεῖ περὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ πρὸς
τὸν λαό Του, μέμφεται τὴν ἀσεβὴ διαγωγὴ τοῦ ἱερατείου, ὁμιλεῖ περὶ τῆς
μελλούσης κρίσεως καὶ προαναγγέλει τὴν πρὸ τῆς ἡμέρας τοῦ Κυρίου
προπαρασκευαστικὴ ἐμφάνιση τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου.
Ἀλλὰ
καὶ ὅσα «ἐν προφητείᾳ» ἔλεγε ὁ Προφήτης Μαλαχίας ἐπιβεβαιώνονταν ἀμέσως
ἀπὸ ἔναν ἄγγελο, ὁ ὁποῖος τοῦ τὰ ἐπαναλάμβανε. Τὴν φωνὴ δὲ τοῦ ἀγγέλου
τὴν ἄκουγαν καὶ οἱ ἀνάξιοι, ἐνῶ οἱ ἄξιοι ἔβλεπαν καὶ τὴ μορφή του.
Ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη καὶ τὸ τίμιο λείψανό του ἐνταφιάσθηκε στὸν ἀγρὸ τῶν προγόνων του.
Ἀπολυτίκιο. Ἦχος πλ. Α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἀγγελώνυμον
κλῆσιν πλουτήσας ἔνδοξε, ἀγγελομίμητον βίον ἐπολιτεύσω ἐν γῇ, Μαλαχία
Προφητῶν τὸ ἀκροθίνιον· ὅθεν Ἀγγέλους ἐαχηκώς, συλλαλοῦντας νοερῶς,
ἐπλήσθης ἀΰλου δόξης, καὶ τῶν μελλόντων τὴν γνῶσιν, διατυποῖς πρὸς
φωτισμὸν ἡμῶν.
Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Τῆς
σοφίας ἔμπλεως, τῆς ὑπερσόφου καὶ θείας, Μαλαχία μέγιστε, σὺ πεφυκὼς ὡς
Προφήτης, ἄνωθεν, αὐτὸν τὸν ὄντα Θεοῦ σοφίαν, ἔδειξας, τοῖς πᾶσι κάτω
ἀναστραφέντα· διὰ τοῦτό σε τιμῶμεν, τελοῦντες πίστει τὴν θείαν μνήμην
σου.
Μεγαλυνάριον
Θείας
ἐμφανείας ἀγγελικῆς, κατηξιωμένος, ὡς τῷ βίῳ διαπρεπής, ὤφθης
προσημάντωρ, τῶν ἱερῶν κριμάτων, Προφῆτα Μαλαχία, Ἀγγέλων σύσκηνε.
Πηγή από: http://www.synaxarion.gr/
| |||||||||||||||
Ὁ Ὅσιος Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ
|
|||||||||||||||
Ὁ
Ὅσιος Σεραφεὶμ γεννήθηκε στὸ Κοὺρσκ τῆς Ρωσίας στὶς 19 Ἰουλίου 1759 καὶ
ὀνομάσθηκε Πρόχορος. Οἱ γονεῖς του, Ἰσίδωρος καὶ Ἀγάθη Μοσνίν, ἦταν
εὐκατάστατοι ἔμποροι. Ὁ πατέρας του εἶχε ἐργοστάσια πλινθοποιίας καὶ
παράλληλα ἀναλάμβανε τὴν ἀνέγερση πέτρινων οἰκοδομημάτων, ναῶν καὶ
σπιτιῶν. Κάποτε ἄρχισε νὰ χτίζει στὸ Κοὺρσκ ἕνα ναὸ πρὸς τιμὴν τοῦ Ὁσίου
Σεργίου τοῦ Ραντονέζ, τοῦ Θαυματουργοῦ, ἀλλὰ ξαφνικὰ τὸ 1762, πεθαίνει,
ἀφήνοντας στὴν σύζυγό του τὴ μέριμνα γιὰ τὴν ὁλοκλήρωση τοῦ ναοῦ. Ὁ
Πρόχορος κληρονόμησε τὶς ἀρετὲς τῶν γονέων του καὶ ἰδίως τὴν εὐσέβειά
τους.
Σὲ
ἡλικία δέκα ἐτῶν ἄρχισε νὰ μαθαίνει μὲ ζῆλο τὰ ἱερὰ γράμματα, ἀλλὰ
ἀρρώστησε ξαφνικὰ βαριὰ χωρὶς ἐλπίδα ἀναρρώσεως. Στὴν κρισιμότερη καμπὴ
τῆς ἀσθένειας εἶδε στὸν ὕπνο του τὴν Παναγία, ἡ ὁποία ὑποσχέθηκε ὅτι θὰ
τὸν ἐπισκεφθεῖ καὶ θὰ τὸν θεραπεύσει. Πράγματι, ἔτυχε μία μέρα νὰ
γίνεται λιτανεία καὶ νὰ περνᾷ ἔξω ἀπὸ τὴν οἰκία τοῦ μικροῦ ἄρρωστου
παιδιοῦ, ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου. Τὴν στιγμὴ ἐκείνη ἔπιασε
δυνατὴ βροχή. Ἡ λιτανεία σταμάτησε καὶ ἡ εἰκόνα μεταφέρθηκε στὴν αὐλὴ
τῆς οἰκίας τοῦ Προχόρου, μέχρι νὰ περάσει ἡ μπόρα. Τότε ἡ μητέρα του
Ἀγάθη, κατέβασε τὸ ἄρρωστο παιδί της καὶ τὸ πέρασε κάτω ἀπὸ τὴν εἰκόνα.
Ἀπὸ τὴν ἡμέρα ἐκείνη ἡ ὑγεία του βελτιώθηκε μέχρι ποὺ ἀποκαταστάθηκε
τελείως.
Νέος
ἐγκαταλείπει τὸ πατρικό του σπίτι, στὴν πόλη Κούρσκ, καὶ ἔρχεται νὰ
μονάσει στὴ μονὴ τοῦ Σάρωφ. Ἡ δοκιμασία του προκειμένου νὰ γίνει Μοναχὸς
διαρκεῖ ὀκτὼ χρόνια. Στὶς 13 Αὐγούστου τοῦ 1786 κείρεται Μοναχὸς μὲ τὸ
ὄνομα Σεραφείμ. Σὲ δυὸ μῆνες χειροτονεῖται Διάκονος.
Περιφρουρούμενος
μὲ τὸ ταπεινὸ φρόνημα ὁ Διάκονος Σεραφείμ, ἀνέρχεται στὴν Πνευματικὴ
ζωὴ «ἐκ δυνάμεως εἰς δύναμιν». Ὡς Διάκονος παραμένει ὅλη τὴν ἡμέρα στὸ
Μοναστῆρι, διακονεῖ στὶς Ἀκολουθίες, τηρεῖ μὲ ἀκρίβεια τοὺς
μοναστηριακοὺς κανονισμοὺς καὶ ἐκτελεῖ τὰ διακονήματά του. Τὸ βράδυ ὅμως
ἀπομακρύνεται στὸ δάσος, στὸ ἐρημικό του κελί, ὅπου διέρχεται τὶς
νυκτερινὲς ὧρες μὲ προσευχή, καὶ πολὺ πρωὶ ἐπιστρέφει πάλι στὸ
μοναστῆρι.
Στὶς
2 Σεπτεμβρίου 1793 χειροτονεῖται Ἱερεὺς καὶ ἀποδύεται μὲ μεγαλύτερο
ζῆλο καὶ ἀγάπη στὸν Πνευματικὸ ἀγῶνα. Τώρα πλέον δὲν τὸν ἱκανοποιεῖ ὁ
βαρὺς γιὰ τοὺς ἄλλους μόχθος τῆς κοινοβιακῆς ζωῆς, δηλαδὴ ἡ κοινὴ
προσευχή, ἡ νηστεία, ἡ ὑπακοή, ἡ ἀκτημοσύνη. Μέσα του φουντώνει ἡ δίψα
γιὰ πιὸ ὑψηλὲς Πνευματικὲς ἀσκήσεις. Ἐγκαταλείπει λοιπόν, μὲ τὴν εὐλογία
τοῦ Ἡγουμένου, τὴ Μονὴ καὶ ἀποσύρεται μέσα στὸ πυκνὸ δάσος τοῦ Σάρωφ.
Περνᾶ ἐκεῖ δεκαπέντε χρόνια σὲ τέλεια ἀπομόνωση, μὲ αὐστηρὴ νηστεία,
ἀδιάλειπτη προσευχή, μελέτη τοῦ Θείου Λόγου καὶ σωματικοὺς κόπους. Γιὰ
χίλιες ἡμέρες καὶ χίλιες νύκτες μιμεῖται τοῦ παλιοὺς στυλῖτες τῆς
Ἐκκλησίας. Ἀνεβασμένος σὲ μία πέτρα καὶ μὲ τὰ χέρια ὑψωμένα στὸν οὐρανό,
προσεύχεται : «Ὁ Θεὸς ἰλάσθητι μοὶ τῷ ἁμαρτωλῷ».
Τελειώνοντας
τὴν ἀναχωρητικὴ ζωὴ ἐπανέρχεται στὴ Μονὴ τοῦ Σάρωφ καὶ κλείνεται σὰν σὲ
μνῆμα στὴν ἀπομόνωση γιὰ ἄλλα δεκαπέντε χρόνια. Γιὰ τὰ πρῶτα πέντε
βάζει τὸν ἑαυτό του στὸν κανόνα τῆς σιωπῆς. Μὲ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ
φωτίζει ὁλόκληρος ἀπὸ τὴν Θεία Χάρη καὶ ἀξιώνεται νὰ ζήσει Πνευματικὲς
ἀναβάσεις καὶ νὰ δεῖ θεϊκὰ ὁράματα. Μετὰ τὸν ἐγκλεισμό, ὥριμος πλέον
στὴν Πνευματικὴ ζωὴ καὶ γέροντας στὴν ἡλικία, ἀφιερώνεται στὴ διακονία
τοῦ πλησίον, τοῦ ἐλάχιστου ἀδελφοῦ. Μὲ τὴν αὐστηρὴ ἀσκητικὴ ζωή του καὶ
τὴν φωτεινὴ μορφή του εἶχε προσελκύσει γύρω του πλῆθος Χριστιανῶν, ποὺ
τὸν ἀγαποῦσαν καὶ πίστευαν ἀκράδαντα στὴν
θαυματουργικὴ δύναμη τῶν ἁγίων του προσευχῶν. Πλούσιοι καὶ φτωχοί,
διάσημοι καὶ ἄσημοι συνέρρεαν καθημερινὰ στὸ κελί του, γιὰ νὰ λάβουν τὴν
εὐλογία του καὶ τὴν Πνευματικὴ καθοδήγηση γιὰ τὴ ζωή τους. Τοὺς δεχόταν
ὅλους μὲ ἀγάπη καὶ ὅταν ἔβλεπε τὰ πρόσωπά τους ἀναφωνοῦσε: «Χαρά μου!».
Ἐξομολογοῦσε
πολλούς, θεράπευε ἀσθενεῖς, ἐνῷ σὲ ἄλλους ἔδιδε νὰ ἀσπασθοῦν τὸν σταυρὸ
ποὺ εἶχε κρεμασμένο στὸ στῆθος του ἢ τὴν εἰκόνα ποὺ εἶχε στὸ τραπέζι
τοῦ κελιοῦ του. Σὲ πολλοὺς πρόσφερε ὡς εὐλογία ἀντίδωρο, ἁγίασμα ἢ
παξιμάδια, ἄλλους τοὺς σταύρωνε στὸ μέτωπο μὲ λάδι ἀπὸ τὸ καντῆλι, ἐνῷ
μερικοὺς τοὺς ἀγκάλιαζε καὶ τοὺς ἀσπαζόταν λέγοντας: «Χριστὸς Ἀνέστη!».
Τὴν
1η Ἰανουαρίου 1833, ἡμέρα Κυριακή, ὁ Ὅσιος ᾖλθε γιὰ τελευταία φορὰ στὸ
Ναὸ τοῦ νοσοκομείου τῶν Ἁγίων Ζωσιμᾶ καὶ Σαββατίου. Ἄναψε κερὶ σὲ ὅλες
τὶς εἰκόνες καὶ τὶς ἀσπάσθηκε. Μετάλαβε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων καὶ μετὰ
τὸ τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας ζήτησε συγχώρεση ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀδελφούς,
τοὺς εὐλόγησε, τοὺς ἀσπάσθηκε καὶ παρηγορητικὰ τοὺς εἶπε: «Σώζεσθε, μὴν
ἀκηδιᾶτε, ἀγρυπνεῖτε καὶ προσεύχεσθε. Στέφανοι μᾶς ἑτοιμάζονται». Ὁ
Μοναχὸς Παῦλος πρόσεξε ὅτι ὁ Ὅσιος ἐκείνη τὴν ἡμέρα πῆγε τρεῖς φορὲς
στὸν τόπο ποὺ εἶχε ὑποδείξει γιὰ τὸν ἐνταφιασμό του. Καθόταν ἐκεῖ καὶ
κοίταζε ἀρκετὴ ὥρα στὴ γῆ. Τὸ βράδυ τὸν ἄκουσε νὰ ψάλλει στὸ κελί του
Πασχαλινοὺς ὕμνους: «Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι…», «Φωτίζου, φωτίζου ἡ
νέα Ἱερουσαλήμ…», «Ὤ, Πάσχα τὸ μέγα καὶ ἱερώτατον, Χριστέ…».
Ὁ
Ὅσιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη στὶς 2 Ἰανουαρίου 1833. Οἱ μοναχοὶ τὸν εἶδαν
μὲ τὸ λευκὸ ζωστικό, γονατιστὸ σὲ στάση προσευχῆς μπροστὰ στὴν εἰκόνα
τῆς Θεοτόκου, ἀσκεπῆ, μὲ τὸ χάλκινο σταυρὸ στὸ λαιμὸ καὶ μὲ τὰ χέρια στὸ
στῆθος σὲ σχῆμα σταυροῦ. Νόμιζαν ὅτι τὸν εἶχε πάρει ὁ ὕπνος.
Τὰ ἱερὰ λείψανά του ἐξαφανίστηκαν κατὰ τὴν περίοδο τῆς Ὀκτωβριανῆς ἐπαναστάσεως καὶ ξαναβρέθηκαν τὸ 1990, στὴν Ἁγία Πετρούπολη. Τὸ 1991 ἐπέστρεψαν στὴν μονὴ Ντιβέγιεβο.
Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ . Ταχὺ προκατάλαβε.
Χριστῷ ἐκ νεότητος ἀκολουθήσας θερμῶς, εὐχαῖς καὶ δεήσεσιν, ἐν τῇ ἐρήμῳ Σαρώφ, ὡς ἄσαρκος ἤσκησας· ὅθεν τοῦ Παρακλήτου, δεδεγμένος τὴν χάριν, ὤφθης τῆς Θεοτόκου, θεοφόρος θεράπων· διὸ σε μακαρίζομεν, Σεραφεὶμ Πάτερ Ὅσιε.
Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐν Σάρωφ ὡς ἄγγελος, βεβιωμένος, Σεραφεὶμ μακάριε, ὤφθης δοχεῖον ἐκλεκτόν, τῶν χαρισμάτων, τοῦ Πνεύματος, λόγῳ πλουσίῳ ἐκφαίνων τὰ κρείττονα.
Μεγαλυνάριον.
Ὅλος ἀνακείμενος τῷ Χριστῷ, χαρίτων τῶν θείων, ἀναδέδειξαι θησαυρός, θαύμασι καὶ λόγοις, καὶ θείαις ὑποθήκαις ὦ Σεραφεὶμ παμμάκαρ, φωτίζων ἅπαντας.
Πηγή από: http://www.synaxarion.gr/
| |||||||||||||||
Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2013
Βασιλείου του Μεγάλου.Πολυτεκνία και Ιερωσύνη
ΣΗΜΕΡΑ, ἀγαπητοί μου, πρώτη τοῦ
ἔτους, ἑορτάζουμε καὶ τὴ μνήμη τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν καὶ
οἰκουμενικοῦ διδασκάλου τῆς Ἐκκλησίας μας Βασιλείου τοῦ Μεγάλου.
Δὲν θὰ μιλήσουμε διεξοδικῶς γι᾽ αὐτόν. Θέλω μόνο νὰ συγκεντρώσω τὴν προσοχή σας κυρίως σὲ δύο σημεῖατοῦ βίου του.
* * *
Ποιά ἦταν ἡ πατρίδα τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ὁ ὁποῖος τιμᾶται παντοῦ στὴν Ὀρθοδοξία;
Εἶνε ἡ χώρα ἐκείνη ποὺ γέννησε τοὺς περισσοτέρους καὶ μεγαλυτέρους μάρτυρες καὶ ὁμολογητὰς τῆς πίστεως, ἡ γῆ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Δὲν μεροληπτοῦμε· ἡ ἱστορία βεβαιώνει, ὅτι Μικρὰ Ἀσία καὶ Πόντος ὑπῆρξαν τὰ εὐγενέστερα μέρη τοῦ χριστιανισμοῦ. Γεννήθηκε στὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας τὸ 330 μ.Χ.. Ἐὰν πᾶμε στὰ μέρη αὐτά, ὅπου νὰ σκαλίσουμε τὰ χώματα, θὰ βροῦμε ὀστᾶ ἁγίων, ἡρώων καὶ μαρτύρων. Ἐκεῖ τάφοι, ἐκεῖ ἱερὰ λείψανα, ἐκεῖ μοναστήρια, ἐκεῖ ἀσκηταί, ἐκεῖ πατέρες καὶ διδάσκαλοι, ἐκεῖ οἱ Βασίλειοι καὶ οἱ Γρηγόριοι, ἐκεῖ τὸ ἄνθος καὶ ἡ εὐωδία τῆς πίστεως· ἕνας παράδεισος τοῦ Θεοῦ.
Ὁ παράδεισος αὐτὸς κράτησε πολλὰ χρόνια, ἕως ὅτου ἦρθε ἡ ἀποφράδα ἐκείνη ἡμέρα τοῦ 1922 καὶ ὅλος ἐκεῖνος ὁ χριστιανισμὸς ξερριζώθηκε. Τώρα ἐκεῖ ποὺ λειτουργοῦσε ὁ Μέγας Βασίλειος ἀκούγονται χοτζάδες· τὶς ἐκκλησιὲς καὶ τὰ μοναστήρια τῆς Καππαδοκίας, τῆς εὐλογημένης χώρας, τὶς κατέλαβαν οἱ μουσουλμᾶνοι καὶ τὶς ἔκαναν τζαμιά, ἀποθῆκες καὶ κινηματογράφους. Ὤ συμφορά, ποὺ ὅποιος δὲν τὴν αἰσθάνεται δὲν εἶνε Ἕλληνας, δὲν εἶνε Χριστιανός!
Εἴμαστε ἁμαρτωλοὶ καὶ μᾶς τιμωρεῖ ὁ Θεός. Γι᾽ αὐτὸ μᾶς ξερρίζωσαν ἀπὸ τὴ Μικρὰ Ἀσία, ἀπὸ τὰ ἅγια μέρη ὅπου ἔζησαν καὶ ἔδρασαν οἱ πρόγονοί μας. Τώρα ἐμεῖς εἴμαστε ἀνάξιοι γι᾽ αὐτά. Ἀλλὰ σημειώσατέ το, τὰ παιδιὰ καὶ τὰ ἐγγόνια σας —τὸ πιστεύω ἀκραδάντως—θὰ ᾿ρθῇ ἅγια μέρα ποὺ θὰ πᾶνε στὴν Καππαδοκία, στὴν Καισαρεία, στὸ Ἰκόνιο, στὴν Ἄγκυρα, ἐκεῖ ὅπου μᾶς περιμένει νέφος μαρτύρων!
Στὴν Καισάρεια λοιπόν, τὴ δοξασμένη πόλι, γεννήθηκε ὁ Μέγας Βασίλειος. Οἱ γονεῖς του εὐσεβεῖς. Τὰ ὀνόματά τους· Βασίλειος ὁ πατέρας —τὸ ἴδιο ὄνομα μὲ τὸν υἱό—, καὶ ἡ μητέρα Ἐμμέλεια. Καὶ πόσα παιδιὰ εἶχαν; Μὴ γελάσετε! ἐὰν ἀκούῃ τὰ λόγια μου αὐτὰ κάποιος μοντέρνος, ἄνθρωπος τοῦ νέου καιροῦ, ἂς μὴ γελάσῃ. Τὸ λέω αὐτό, διότι σήμερα οἱ πολλοὶ δὲ γεννοῦν παιδιά, κ᾽ ἐπὶ πλέον ἐμπαίζουν ἐκείνους ποὺ ζοῦν φυσιολογικά. Ἡ οἰκογένεια τοῦ Μεγάλου Βασιλείου λοιπὸν εἶχε δέκα παιδιά, τόσα γέννησε ἡ μητέρα του.
Δέκα παιδιά! ἀκοῦτε; Δέκα παιδιά. Ὁ Μέγας Βασίλειος ἦταν ὁ δεύτερος. Μέσα στὸ σπίτι ὑπῆρχε μιὰ σπουδαία ψυχή, ἡ γιαγιά· ἦταν ἡ γιαγιά του ἡ Μακρίνα, μιὰ ἁγία γυναίκα. Ὅταν μεγάλωσε ὁ Βασίλειος κ᾽ ἔγινε σπουδαῖος, ἐπίσκοπος – ἀρχιεπίσκοπος μὲ φήμη μεγάλη, ὅταν θυμόταν τὴ γιαγιά του ἔκλαιγε. Συνεκινεῖτο, διότι αὐτὴ ἡ γιαγιὰ ἦταν ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ καὶ φύτευσε στὴν καρδιὰ τοῦ μικροῦ Βασιλείου τὴν εὐσέβεια.
Ἀπὸ τὰ δέκα ἀδέρφια ὁ δεύτερος αὐτὸς ἐσπούδασε κατ᾽ ἀρχὴν στὴν Καισάρεια, καὶ κατόπιν στὴν Ἀθήνα. Μετὰ τὶς σπουδές του ἐπέστρεψε στὴν πατρίδα καὶ γιὰ λίγο ἔγινε δικηγόρος, ὁ καλύτερος δικηγόρος τῆς πόλεως.
Ἐγκατέλειψε ὅμως τὸ δικηγορικὸ ἐπάγγελμα, πῆγε στὸν Πόντο, κ᾽ ἐκεῖ ἀσκήτευσε, προσευχήθηκε, μελέτησε τὰς Γραφάς. Τέλος ἔγινε ἐπίσκοπος, διαπρεπὴς ἐπίσκοπος, ὁ ὁποῖος ἐργάστηκε γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ.
Ἀπὸ τὸ σπίτι – τὴν οἰκογένεια τοῦ Μεγάλου Βασιλείου βγῆκαν τρεῖς κληρικοί, τρεῖς ἐπίσκοποι· ὁ Μέγας Βασίλειος ἀρχιεπίσκοπος Καισαρείας, ὁ Γρηγόριος ἐπίσκοπος Νύσσης, καὶ Πέτρος ἐπίσκοπος Σεβαστείας.
* * *
Αὐτὸς εἶνε, ἀγαπητοί μου, μὲ μεγάλη συντομία, ὁ βίος καὶ ἡ δρᾶσις τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Δύο πράγματα ἂς προσέξουμε.
⃝Τὸ ἕνα εἶνε ὅτι ὁ Μέγας Βασίλειος βγῆκε ἀπὸ πολύτεκνη οἰκογένεια. Τὸ τονίζω καὶ δὲν θὰ παύσω νὰ τὸ τονίζω αὐτό· ὁ Θεὸς εὐλογεῖ τὶς οἰκογένειες τῶν πολυτέκνων, αὐτὸ εἶνε γεγονός. Ὅποιος εἶνε πολύτεκνος, βλέπει μέσ᾿ στὸ σπίτι του θαύματα. Θαύματα ζητοῦμε, ἀλλὰ τὰ θαύματα εἶνε στοὺς πολυτέκνους. Συνάντησα πρὸ καιροῦ ἕνα πολύτεκνο μὲ 12 παιδιὰ καὶ μοῦ ἔλεγε· ―Πιστεύω στὸ Θεό. —Γιατί; τοῦ λέω. —Διότι τὸ θαῦμα τό ᾿δα μέσ᾿ στὸ σπίτι μου. Ὅλα τὰ παιδιά μου ἀποκαταστάθηκαν. Ἦταν μέρες ποὺ δὲν εἶχα δραχμή, ἀλλὰ πίστευα στὸ Θεὸ κ᾽ ἐκεῖνος προστάτευσε…. Ὁ Θεὸς εἶνε μ᾿ ἐκείνους ποὺ ἐκτελοῦν τὸ θέλημά του.
Τώρα παιδιά; Τίποτα· ἕνα-δυό, ἕνα-δυό, παραπάνω σπάνια. Εἶνε ἡ νέα μόδα, τὸ σύστημα τὸ δαιμονικό. Λένε, ὅτι δὲν ἀφήνει ἡ φτώχεια. Ψέμα.Τόσα ξοδεύουν σὲ λοῦσσα καὶ διασκεδάσεις. Μὲ ὅσα δίνουν σὲ τυχερὰ παιχνίδια, χαρτιά, νυχτερινὰ κέντρα κ.τ.λ., μποροῦν νὰ ζήσουν πολλὰ παιδιά. Ἔγινε ὑπολογισμὸς καὶ βρέθηκε, ὅτι μὲ τὰ ἔξοδα στὸν καπνό, τὸ τσιγάρο, τὰ ποτά, τὴν πολυτέλεια, ἂν τὰ μαζέψουμε, μποροῦμε νὰ συντηρήσουμε 100 χιλιάδες παιδιά! Ἀλλὰ ποῦ ἀφήνει ἡ φιλαυτία; Ὄχι λοιπὸν ἡ φτώχεια, κάτι ἄλλο εἶνε ἡ αἰτία τῆς ὀλιγοτεκνίας· ἡ ἀπιστία εἶνε ποὺ δὲν ἀφήνει τοὺς γονεῖς νὰ γίνουν πολύτεκνοι. Δὲν πιστεύουν πλέον. Ἄνθρωπε, τὸ παιδὶ δὲν εἶνε δικό σου· τοῦ Θεοῦ εἶνε. Δὲ γίνεται ἔτσι μέσα στὴ μήτρα· ἔρχεται ἀπὸ τὸ Θεό, ὡς δῶρο οὐράνιο.
Δυστυχῶς μερικὲς κυράδες, ὅταν ἀκοῦνε νὰ τοὺς μιλάῃ κανεὶς μὲ πόνο καὶ δάκρυα γι᾽ αὐτά, γελᾶνε. Ἀλλὰ θὰ κλάψουν! Καὶ μαζί τους θὰ κλάψῃ ὅλη ἡ πατρίδα. Εχουμε τὰ λιγώτερα παιδιὰ στὰ Βαλκάνια. Οἱ ἄλλοι λαοὶ ἔχουν παιδιά, ἐμεῖς δὲν ἔχουμε. Γηροκομεῖο καταντήσαμε. Καὶ ὑπάρχει μεγάλος φόβος νὰ σβήσουμε ὡς φυλή, ν᾿ ἀποθάνῃ αὐτὸ τὸ ἔνδοξο γένος. Δὲν τὸ λέω ἐγώ, τὸ λένε ἐπιστήμονες.
Μετρῆστε, τὴν ἅγια αὐτὴ ἡμέρα, πόσοι πηγαίνουν στὶς κλινικές, στὰ σφαγεῖα αὐτὰ τῶν γιατρῶν, γιὰ ἐκτρώσεις. Καὶ κάθε ἔκτρωσι καὶ λίρα. Μισὸ ἑκατομμύριο ἐκτρώσεις τὸ χρόνο στὴν Ἑλλάδα! «Φρίξον ἥλιε, στέναξον γῆ». Πῶς δὲν ἀνοίγει ἡ γῆ νὰ μᾶς καταπιῇ, πῶς δὲ σείεται ὁ τόπος, πῶς δὲν πέφτουν τὰ ἄστρα νὰ γίνουν ἀστροπελέκια στὰ κεφάλια μας!
Ἦρθε πρὸ ἡμερῶν στὴ μητρόπολι μιὰ γυναίκα ἀπὸ ἕνα χωριὸ τῶν συνόρων – μέχρι ἐκεῖ ἔφτασε ἡ ψώρα. Ρωτάω· ―Τί κάνεις, ποῦ εἶνε τὰ παιδιά; ―Νά, λέει, ὁ δάσκαλος στὸ χωριὸ κ᾽ ἐκείνη ἡ γιατρίνα μὲ συμβούλεψαν νὰ μὴν κάνω παιδιά…. Καὶ ἔκανε –πόσες ἐκτρώσεις; Τρεῖς! Θεέ μου Θεέ μου! Μεγάλο τὸ
ἔγκλημα αὐτό. Οἱ γυναῖκες ποὺ κάνουν ἐκτρώσεις ἔχουν μεγάλο κρίμα. Δέκα χρόνια τοὐλάχιστον δὲν πρέπει νὰ πλησιάσουν τὴ θεία Κοινωνία. Ἀλλὰ ποῦ συναίσθησι; Κατάρα πέφτει —δὲν τὸ λέω ἐγώ— στὰ σπίτια ποὺ μὲ ποικίλα σατανικὰ μέσα ἀποφεύγουν νὰ κάνουν παιδιά. Καὶ γυναῖκες ποὺ δὲ γεννοῦν ἀλλὰ κάνουν ἐκτρώσεις —τὸ λένε στατιστικές— πεθαίνουν ἀράδα ἀπὸ καρκίνο μήτρας καὶ μαστῶν. Τιμωρεῖ ὁ Θεός. Ὑπάρχει ἕνα μάτι ποὺ τὰ βλέπει ὅλα, ἕνα αὐτὶ ποὺ τ᾿ ἀκούει ὅλα, κ᾽ ἕνα χέρι ποὺ τὰ γράφει ὅλα, καὶ πληρώνουμε ἐδῶ μὲ τόκο κ᾽ ἐπιτόκιο
. ⃝Τὸ ἕνα λοιπὸν δίδαγμα εἶνε, ὅτι ὁ Χριστὸς εὐλογεῖ τὰ σπίτια τῶν πολυτέκνων. Τὸ ἄλλο ποιό εἶνε· ὅτι ἀπὸ τὸ ἁγιασμένο σπίτι τοῦ Μεγάλου Βασιλείου βγῆκαν τρεῖς κληρικοί. Ἦταν ἡ ἁγία ἐποχὴ ποὺ οἱ γονεῖς χαίρονταν νὰ βλέπουν τὸ παιδί τους κοντὰ στὸ ἀναλόγιο, νὰ γίνεται ἀναγνώστης. Τὸ θεωροῦσαν αυτὸ μεγάλη τιμὴ στὴν Καισάρεια, στὸν Πόντο, στὸ Ἰκόνιο, στὴν Ἄγκυρα, τὰ παιδιὰ νὰ γίνουν ὑπηρέται τῆς Ἐκκλησίας. Τώρα; Μακριὰ ἀπ᾽ τὸ Θεό!
Τώρα; ξοδεύουν γιὰ τὰ δύο παιδάκια τους νὰ γίνουν ὁ ἕνας γιατρὸς κι ὁ ἄλλος μηχανικός. Παπᾶς; Ὄχι! ἂν πῇ νὰ γίνῃ παπᾶς, κλαῖνε καὶ θρηνοῦν. Ἔτσι, οἱ ἄλλες γειτονικὲς χῶρες ἔχουν παπᾶδες· ἐμεῖς ἐδῶ ἔχουμε χίλια χωριὰ χωρὶς παπᾶ, ποὺ δὲν ἔκαναν φέτος Χριστούγεννα. Κανείς δὲ γίνεται παπᾶς. Καὶ γιατί νὰ γίνῃ; γιὰ νὰ τὸν ἐμπαίζῃς ἐσύ; κορόϊδο εἶνε; Δὲν ὑπάρχουν παπᾶδες, κ᾽ εἶνε σημεῖο τῶν καιρῶν. Κινδυνεύουμε νὰ κλείσουν οἱ ἐκκλησιές.
* * *
Γι᾽ αὐτό, ἀγαπητοί μου, εὐλογῶ τὶς οἰκογένειες τῶν πολυτέκνων. Καὶ στὶς ἄλλες οἰκογένειες εὔχομαι, ἀντρόγυνα ποὺ διαπράττουν τὸ ἔγκλημα τῶν ἐκτρώσεων καὶ τῆς ἀποφυγῆς τῆς τεκνογονίας νὰ μετανοήσουν καὶ νὰ ἐπιστρέψουν στὸ θεῖο θέλημα. Καὶ τέλος παρακαλῶ ὅλους νὰ προσπαθήσουν, μέσ᾽ ἀπὸ τὰ χριστιανικὰ σπίτια νὰ βγοῦν παιδιὰ πιστὰ ἁγνὰ καὶ γενναῖα ποὺ θὰ φορέσουν τὸ ῥάσο. Τὰ χριστιανικὰ σπίτια ἔχουν ἔξυπνα παιδιὰ καὶ ἔβγαλαν καὶ δασκάλους καὶ ἀξιωματικοὺς καὶ μηχανικούς· ἀλλὰ παπᾶδες δὲ μᾶς ἔδωσαν! Εἴθε ὅσοι ἀκοῦν τὰ λόγια μου αὐτὰ ν᾽ ἀναλογισθοῦν ὅτι ἔχουμε ἀνάγκη εὐλαβῶν ἱερέων, κ᾽ εὔχομαι ὁ Θεὸς νὰ μᾶς προστατεύσῃ ὅλους· ἀμήν.
Δὲν θὰ μιλήσουμε διεξοδικῶς γι᾽ αὐτόν. Θέλω μόνο νὰ συγκεντρώσω τὴν προσοχή σας κυρίως σὲ δύο σημεῖατοῦ βίου του.
* * *
Ποιά ἦταν ἡ πατρίδα τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ὁ ὁποῖος τιμᾶται παντοῦ στὴν Ὀρθοδοξία;
Εἶνε ἡ χώρα ἐκείνη ποὺ γέννησε τοὺς περισσοτέρους καὶ μεγαλυτέρους μάρτυρες καὶ ὁμολογητὰς τῆς πίστεως, ἡ γῆ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Δὲν μεροληπτοῦμε· ἡ ἱστορία βεβαιώνει, ὅτι Μικρὰ Ἀσία καὶ Πόντος ὑπῆρξαν τὰ εὐγενέστερα μέρη τοῦ χριστιανισμοῦ. Γεννήθηκε στὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας τὸ 330 μ.Χ.. Ἐὰν πᾶμε στὰ μέρη αὐτά, ὅπου νὰ σκαλίσουμε τὰ χώματα, θὰ βροῦμε ὀστᾶ ἁγίων, ἡρώων καὶ μαρτύρων. Ἐκεῖ τάφοι, ἐκεῖ ἱερὰ λείψανα, ἐκεῖ μοναστήρια, ἐκεῖ ἀσκηταί, ἐκεῖ πατέρες καὶ διδάσκαλοι, ἐκεῖ οἱ Βασίλειοι καὶ οἱ Γρηγόριοι, ἐκεῖ τὸ ἄνθος καὶ ἡ εὐωδία τῆς πίστεως· ἕνας παράδεισος τοῦ Θεοῦ.
Ὁ παράδεισος αὐτὸς κράτησε πολλὰ χρόνια, ἕως ὅτου ἦρθε ἡ ἀποφράδα ἐκείνη ἡμέρα τοῦ 1922 καὶ ὅλος ἐκεῖνος ὁ χριστιανισμὸς ξερριζώθηκε. Τώρα ἐκεῖ ποὺ λειτουργοῦσε ὁ Μέγας Βασίλειος ἀκούγονται χοτζάδες· τὶς ἐκκλησιὲς καὶ τὰ μοναστήρια τῆς Καππαδοκίας, τῆς εὐλογημένης χώρας, τὶς κατέλαβαν οἱ μουσουλμᾶνοι καὶ τὶς ἔκαναν τζαμιά, ἀποθῆκες καὶ κινηματογράφους. Ὤ συμφορά, ποὺ ὅποιος δὲν τὴν αἰσθάνεται δὲν εἶνε Ἕλληνας, δὲν εἶνε Χριστιανός!
Εἴμαστε ἁμαρτωλοὶ καὶ μᾶς τιμωρεῖ ὁ Θεός. Γι᾽ αὐτὸ μᾶς ξερρίζωσαν ἀπὸ τὴ Μικρὰ Ἀσία, ἀπὸ τὰ ἅγια μέρη ὅπου ἔζησαν καὶ ἔδρασαν οἱ πρόγονοί μας. Τώρα ἐμεῖς εἴμαστε ἀνάξιοι γι᾽ αὐτά. Ἀλλὰ σημειώσατέ το, τὰ παιδιὰ καὶ τὰ ἐγγόνια σας —τὸ πιστεύω ἀκραδάντως—θὰ ᾿ρθῇ ἅγια μέρα ποὺ θὰ πᾶνε στὴν Καππαδοκία, στὴν Καισαρεία, στὸ Ἰκόνιο, στὴν Ἄγκυρα, ἐκεῖ ὅπου μᾶς περιμένει νέφος μαρτύρων!
Στὴν Καισάρεια λοιπόν, τὴ δοξασμένη πόλι, γεννήθηκε ὁ Μέγας Βασίλειος. Οἱ γονεῖς του εὐσεβεῖς. Τὰ ὀνόματά τους· Βασίλειος ὁ πατέρας —τὸ ἴδιο ὄνομα μὲ τὸν υἱό—, καὶ ἡ μητέρα Ἐμμέλεια. Καὶ πόσα παιδιὰ εἶχαν; Μὴ γελάσετε! ἐὰν ἀκούῃ τὰ λόγια μου αὐτὰ κάποιος μοντέρνος, ἄνθρωπος τοῦ νέου καιροῦ, ἂς μὴ γελάσῃ. Τὸ λέω αὐτό, διότι σήμερα οἱ πολλοὶ δὲ γεννοῦν παιδιά, κ᾽ ἐπὶ πλέον ἐμπαίζουν ἐκείνους ποὺ ζοῦν φυσιολογικά. Ἡ οἰκογένεια τοῦ Μεγάλου Βασιλείου λοιπὸν εἶχε δέκα παιδιά, τόσα γέννησε ἡ μητέρα του.
Δέκα παιδιά! ἀκοῦτε; Δέκα παιδιά. Ὁ Μέγας Βασίλειος ἦταν ὁ δεύτερος. Μέσα στὸ σπίτι ὑπῆρχε μιὰ σπουδαία ψυχή, ἡ γιαγιά· ἦταν ἡ γιαγιά του ἡ Μακρίνα, μιὰ ἁγία γυναίκα. Ὅταν μεγάλωσε ὁ Βασίλειος κ᾽ ἔγινε σπουδαῖος, ἐπίσκοπος – ἀρχιεπίσκοπος μὲ φήμη μεγάλη, ὅταν θυμόταν τὴ γιαγιά του ἔκλαιγε. Συνεκινεῖτο, διότι αὐτὴ ἡ γιαγιὰ ἦταν ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ καὶ φύτευσε στὴν καρδιὰ τοῦ μικροῦ Βασιλείου τὴν εὐσέβεια.
Ἀπὸ τὰ δέκα ἀδέρφια ὁ δεύτερος αὐτὸς ἐσπούδασε κατ᾽ ἀρχὴν στὴν Καισάρεια, καὶ κατόπιν στὴν Ἀθήνα. Μετὰ τὶς σπουδές του ἐπέστρεψε στὴν πατρίδα καὶ γιὰ λίγο ἔγινε δικηγόρος, ὁ καλύτερος δικηγόρος τῆς πόλεως.
Ἐγκατέλειψε ὅμως τὸ δικηγορικὸ ἐπάγγελμα, πῆγε στὸν Πόντο, κ᾽ ἐκεῖ ἀσκήτευσε, προσευχήθηκε, μελέτησε τὰς Γραφάς. Τέλος ἔγινε ἐπίσκοπος, διαπρεπὴς ἐπίσκοπος, ὁ ὁποῖος ἐργάστηκε γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ.
Ἀπὸ τὸ σπίτι – τὴν οἰκογένεια τοῦ Μεγάλου Βασιλείου βγῆκαν τρεῖς κληρικοί, τρεῖς ἐπίσκοποι· ὁ Μέγας Βασίλειος ἀρχιεπίσκοπος Καισαρείας, ὁ Γρηγόριος ἐπίσκοπος Νύσσης, καὶ Πέτρος ἐπίσκοπος Σεβαστείας.
* * *
Αὐτὸς εἶνε, ἀγαπητοί μου, μὲ μεγάλη συντομία, ὁ βίος καὶ ἡ δρᾶσις τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Δύο πράγματα ἂς προσέξουμε.
⃝Τὸ ἕνα εἶνε ὅτι ὁ Μέγας Βασίλειος βγῆκε ἀπὸ πολύτεκνη οἰκογένεια. Τὸ τονίζω καὶ δὲν θὰ παύσω νὰ τὸ τονίζω αὐτό· ὁ Θεὸς εὐλογεῖ τὶς οἰκογένειες τῶν πολυτέκνων, αὐτὸ εἶνε γεγονός. Ὅποιος εἶνε πολύτεκνος, βλέπει μέσ᾿ στὸ σπίτι του θαύματα. Θαύματα ζητοῦμε, ἀλλὰ τὰ θαύματα εἶνε στοὺς πολυτέκνους. Συνάντησα πρὸ καιροῦ ἕνα πολύτεκνο μὲ 12 παιδιὰ καὶ μοῦ ἔλεγε· ―Πιστεύω στὸ Θεό. —Γιατί; τοῦ λέω. —Διότι τὸ θαῦμα τό ᾿δα μέσ᾿ στὸ σπίτι μου. Ὅλα τὰ παιδιά μου ἀποκαταστάθηκαν. Ἦταν μέρες ποὺ δὲν εἶχα δραχμή, ἀλλὰ πίστευα στὸ Θεὸ κ᾽ ἐκεῖνος προστάτευσε…. Ὁ Θεὸς εἶνε μ᾿ ἐκείνους ποὺ ἐκτελοῦν τὸ θέλημά του.
Τώρα παιδιά; Τίποτα· ἕνα-δυό, ἕνα-δυό, παραπάνω σπάνια. Εἶνε ἡ νέα μόδα, τὸ σύστημα τὸ δαιμονικό. Λένε, ὅτι δὲν ἀφήνει ἡ φτώχεια. Ψέμα.Τόσα ξοδεύουν σὲ λοῦσσα καὶ διασκεδάσεις. Μὲ ὅσα δίνουν σὲ τυχερὰ παιχνίδια, χαρτιά, νυχτερινὰ κέντρα κ.τ.λ., μποροῦν νὰ ζήσουν πολλὰ παιδιά. Ἔγινε ὑπολογισμὸς καὶ βρέθηκε, ὅτι μὲ τὰ ἔξοδα στὸν καπνό, τὸ τσιγάρο, τὰ ποτά, τὴν πολυτέλεια, ἂν τὰ μαζέψουμε, μποροῦμε νὰ συντηρήσουμε 100 χιλιάδες παιδιά! Ἀλλὰ ποῦ ἀφήνει ἡ φιλαυτία; Ὄχι λοιπὸν ἡ φτώχεια, κάτι ἄλλο εἶνε ἡ αἰτία τῆς ὀλιγοτεκνίας· ἡ ἀπιστία εἶνε ποὺ δὲν ἀφήνει τοὺς γονεῖς νὰ γίνουν πολύτεκνοι. Δὲν πιστεύουν πλέον. Ἄνθρωπε, τὸ παιδὶ δὲν εἶνε δικό σου· τοῦ Θεοῦ εἶνε. Δὲ γίνεται ἔτσι μέσα στὴ μήτρα· ἔρχεται ἀπὸ τὸ Θεό, ὡς δῶρο οὐράνιο.
Δυστυχῶς μερικὲς κυράδες, ὅταν ἀκοῦνε νὰ τοὺς μιλάῃ κανεὶς μὲ πόνο καὶ δάκρυα γι᾽ αὐτά, γελᾶνε. Ἀλλὰ θὰ κλάψουν! Καὶ μαζί τους θὰ κλάψῃ ὅλη ἡ πατρίδα. Εχουμε τὰ λιγώτερα παιδιὰ στὰ Βαλκάνια. Οἱ ἄλλοι λαοὶ ἔχουν παιδιά, ἐμεῖς δὲν ἔχουμε. Γηροκομεῖο καταντήσαμε. Καὶ ὑπάρχει μεγάλος φόβος νὰ σβήσουμε ὡς φυλή, ν᾿ ἀποθάνῃ αὐτὸ τὸ ἔνδοξο γένος. Δὲν τὸ λέω ἐγώ, τὸ λένε ἐπιστήμονες.
Μετρῆστε, τὴν ἅγια αὐτὴ ἡμέρα, πόσοι πηγαίνουν στὶς κλινικές, στὰ σφαγεῖα αὐτὰ τῶν γιατρῶν, γιὰ ἐκτρώσεις. Καὶ κάθε ἔκτρωσι καὶ λίρα. Μισὸ ἑκατομμύριο ἐκτρώσεις τὸ χρόνο στὴν Ἑλλάδα! «Φρίξον ἥλιε, στέναξον γῆ». Πῶς δὲν ἀνοίγει ἡ γῆ νὰ μᾶς καταπιῇ, πῶς δὲ σείεται ὁ τόπος, πῶς δὲν πέφτουν τὰ ἄστρα νὰ γίνουν ἀστροπελέκια στὰ κεφάλια μας!
Ἦρθε πρὸ ἡμερῶν στὴ μητρόπολι μιὰ γυναίκα ἀπὸ ἕνα χωριὸ τῶν συνόρων – μέχρι ἐκεῖ ἔφτασε ἡ ψώρα. Ρωτάω· ―Τί κάνεις, ποῦ εἶνε τὰ παιδιά; ―Νά, λέει, ὁ δάσκαλος στὸ χωριὸ κ᾽ ἐκείνη ἡ γιατρίνα μὲ συμβούλεψαν νὰ μὴν κάνω παιδιά…. Καὶ ἔκανε –πόσες ἐκτρώσεις; Τρεῖς! Θεέ μου Θεέ μου! Μεγάλο τὸ
ἔγκλημα αὐτό. Οἱ γυναῖκες ποὺ κάνουν ἐκτρώσεις ἔχουν μεγάλο κρίμα. Δέκα χρόνια τοὐλάχιστον δὲν πρέπει νὰ πλησιάσουν τὴ θεία Κοινωνία. Ἀλλὰ ποῦ συναίσθησι; Κατάρα πέφτει —δὲν τὸ λέω ἐγώ— στὰ σπίτια ποὺ μὲ ποικίλα σατανικὰ μέσα ἀποφεύγουν νὰ κάνουν παιδιά. Καὶ γυναῖκες ποὺ δὲ γεννοῦν ἀλλὰ κάνουν ἐκτρώσεις —τὸ λένε στατιστικές— πεθαίνουν ἀράδα ἀπὸ καρκίνο μήτρας καὶ μαστῶν. Τιμωρεῖ ὁ Θεός. Ὑπάρχει ἕνα μάτι ποὺ τὰ βλέπει ὅλα, ἕνα αὐτὶ ποὺ τ᾿ ἀκούει ὅλα, κ᾽ ἕνα χέρι ποὺ τὰ γράφει ὅλα, καὶ πληρώνουμε ἐδῶ μὲ τόκο κ᾽ ἐπιτόκιο
. ⃝Τὸ ἕνα λοιπὸν δίδαγμα εἶνε, ὅτι ὁ Χριστὸς εὐλογεῖ τὰ σπίτια τῶν πολυτέκνων. Τὸ ἄλλο ποιό εἶνε· ὅτι ἀπὸ τὸ ἁγιασμένο σπίτι τοῦ Μεγάλου Βασιλείου βγῆκαν τρεῖς κληρικοί. Ἦταν ἡ ἁγία ἐποχὴ ποὺ οἱ γονεῖς χαίρονταν νὰ βλέπουν τὸ παιδί τους κοντὰ στὸ ἀναλόγιο, νὰ γίνεται ἀναγνώστης. Τὸ θεωροῦσαν αυτὸ μεγάλη τιμὴ στὴν Καισάρεια, στὸν Πόντο, στὸ Ἰκόνιο, στὴν Ἄγκυρα, τὰ παιδιὰ νὰ γίνουν ὑπηρέται τῆς Ἐκκλησίας. Τώρα; Μακριὰ ἀπ᾽ τὸ Θεό!
Τώρα; ξοδεύουν γιὰ τὰ δύο παιδάκια τους νὰ γίνουν ὁ ἕνας γιατρὸς κι ὁ ἄλλος μηχανικός. Παπᾶς; Ὄχι! ἂν πῇ νὰ γίνῃ παπᾶς, κλαῖνε καὶ θρηνοῦν. Ἔτσι, οἱ ἄλλες γειτονικὲς χῶρες ἔχουν παπᾶδες· ἐμεῖς ἐδῶ ἔχουμε χίλια χωριὰ χωρὶς παπᾶ, ποὺ δὲν ἔκαναν φέτος Χριστούγεννα. Κανείς δὲ γίνεται παπᾶς. Καὶ γιατί νὰ γίνῃ; γιὰ νὰ τὸν ἐμπαίζῃς ἐσύ; κορόϊδο εἶνε; Δὲν ὑπάρχουν παπᾶδες, κ᾽ εἶνε σημεῖο τῶν καιρῶν. Κινδυνεύουμε νὰ κλείσουν οἱ ἐκκλησιές.
* * *
Γι᾽ αὐτό, ἀγαπητοί μου, εὐλογῶ τὶς οἰκογένειες τῶν πολυτέκνων. Καὶ στὶς ἄλλες οἰκογένειες εὔχομαι, ἀντρόγυνα ποὺ διαπράττουν τὸ ἔγκλημα τῶν ἐκτρώσεων καὶ τῆς ἀποφυγῆς τῆς τεκνογονίας νὰ μετανοήσουν καὶ νὰ ἐπιστρέψουν στὸ θεῖο θέλημα. Καὶ τέλος παρακαλῶ ὅλους νὰ προσπαθήσουν, μέσ᾽ ἀπὸ τὰ χριστιανικὰ σπίτια νὰ βγοῦν παιδιὰ πιστὰ ἁγνὰ καὶ γενναῖα ποὺ θὰ φορέσουν τὸ ῥάσο. Τὰ χριστιανικὰ σπίτια ἔχουν ἔξυπνα παιδιὰ καὶ ἔβγαλαν καὶ δασκάλους καὶ ἀξιωματικοὺς καὶ μηχανικούς· ἀλλὰ παπᾶδες δὲ μᾶς ἔδωσαν! Εἴθε ὅσοι ἀκοῦν τὰ λόγια μου αὐτὰ ν᾽ ἀναλογισθοῦν ὅτι ἔχουμε ἀνάγκη εὐλαβῶν ἱερέων, κ᾽ εὔχομαι ὁ Θεὸς νὰ μᾶς προστατεύσῃ ὅλους· ἀμήν.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Πηγή από: http://xristianos.gr/
Η παραποίηση του Μεγάλου Βασιλείου
Η παραποίηση του Μεγάλου Θεολόγου και Πατρός της Εκκλησίας Βασιλείου Αρχιεπισκόπου Καισαρείας της Καππαδοκίας
Εν Πειραιεί 30/12/2012
Την 1η Ιανουαρίου μαζί με την Περιτομή του Χριστού εορτάζουμε και την μνήμη του εν αγίοις πατρός ημών Βασιλείου, αρχιεπισκόπου Καισαρείας της Καππαδοκίας του Μεγάλου και Ουρανοφάντορος. Ο Μέγας Βασίλειος ήκμασε κατά τούς χρόνους του βασιλέως Ουάλεντος το 364 μ.Χ., προς τον οποίο με παρρησία ομολόγησε την ορθόδοξη πίστη και τον ήλεγξε, επειδή έπεσε στην κακοδοξία των Αρειανών και με άγριο και θηριώδη τρόπο κακοποιούσε και πολεμούσε τις Εκκλησίες των Ορθοδόξων. Αυτός, λοιπόν, από μεν τον πατέρα του ήταν Μαυροθαλασσίτης, από δε την μητέρα του ήταν Καππαδόκης, δηλαδή από την λεγομένη Καραμανία. Όσον αφορά τούς λόγους και την παιδεία υπερέβαλε όχι μόνο τούς ελλογίμους του καιρού του, αλλά ακόμη και τούς παλαιούς φιλοσόφους, διότι, αφού διήλθε κάθε είδος παιδείας, σε κάθε μία από αυτή απέκτησε και την εξουσία και τη νίκη. Επίσης, ήσκησε και την πρακτική φιλοσοφία και με την πράξη ανέβηκε και στην θεωρία των όντων˙ και από αυτή ανέβηκε και στον θρόνο της αρχιερωσύνης.
Όταν έγινε αρχιερεύς έδωσε πολλούς αγώνες ο μακάριος για την ορθόδοξη πίστη, διότι με την σταθερότητα και γενναιότητα του φρονήματός του κατέπληξε τον έπαρχο Μόδεστο. Μέ τούς ορθοδόξους λόγους, πού συνέγραψε, κατεβρόντησε τα φρονήματα των κακοδόξων, ρύθμισε την κατάσταση των ηθών, θεμελίωσε τις γενικές αρχές και ρύθμισε την πρακτική ζωή του ορθοδόξου μοναχισμού. Ανίδρυσε την γνωστή Βασιλειάδα. Έγραψε την γνωστή σε όλους μας Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου, η οποία τελείται δέκα φορές το χρόνο, δίδαξε την ασκητική φιλοσοφία, σαφήνισε την γνώση των όντων και, για να συντέμνουμε τον λόγο, αφού οδήγησε ο άγιος την λογική ποίμνη του Χριστού στην σωτηρία με την αρετή, εξεδήμησε προς Κύριον σε ηλικία μόλις 49 ετών (330-379 μ.Χ.). Ο Μέγας Βασίλειος ήταν κατά τον χαρακτήρα του σώματος πολύ ψηλός, ξηρός και ολιγόσαρκος˙ ήταν μελανός στο πρόσωπο, το οποίο είχε σύμμικτο και με ωχρότητα. Ήταν μακρομύτης, είχε στρογγυλά φρύδια και το δέρμα πάνω από τα φρύδια το είχε συμμαζεμένο˙ έμοιαζε με συλλογιζόμενο άνθρωπο, πού πρόσεχε πολύ τον εαυτό του. Το πρόσωπό του το είχε λίγο ζαρωμένο με λίγες χαρακές. Είχε μακρυές τις παρειές και τούς μήνιγγες γεμάτους από τρίχες γυρισμένες σε σχήμα κύκλου. Φαινόταν στην επιφάνεια ότι είχε κουρεμένες τις τρίχες˙ το γένι του είχε αρκετά μακρύ και τις τρίχες αναμεμιγμένες, δηλαδή μαύρες μαζί με άσπρες [Αγίου Νικόδημου του Αγιορείτη].
Τα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω για τον ουρανοφάντορα του Χριστού, τον ένσαρκο άγγελο, τον Μέγα Βασίλειο καταδεικνύουν την μεγάλη αλλοτρίωση και ακόμη μεγαλύτερη διαστρέβλωση, πού έχει επιφέρει το κοσμικό και ουμανιστικό πνεύμα της Δύσεως σε όλο τον κόσμο, σχετικά με την αγιασμένη μορφή του Μεγάλου Βασιλείου. Χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της συγχύσεως, πού επικρατεί στον δυτικό κόσμο για τον Μέγα Βασίλειο, είναι και μια σφιγμομέτρηση, πού έγινε μέσα στίς εορτές, από δημοσιογράφους στην άθεη Γαλλία, κατά την οποία ρωτούσαν τα παιδιά˙ «ποιό είναι το πραγματικό όνομα του Μεγάλου Βασιλείου; Santa Claus, Pere-Noël ή Saint Nicolas»; Τά παιδιά, βέβαια, χωρίς νά γνωρίζουν την αλήθεια, έδιναν τίς δικές τους απαντήσεις.
Είναι θλιβερή και εξοργιστική η εικόνα, πού προβάλλουν τα ποικίλα οικονομικά συμφέροντα, παρουσιάζοντας τον Άγιο σε οικτρές γελοιογραφίες ως διαφημιστή των πλέον ευτελών προϊόντων της ανθρώπινης βιομηχανίας. Ο Άγιος παρουσιάζεται χοντρός, γελαστός, κρατώντας και διαφημίζοντας ξυριστικές διάφορα προϊόντα (λεπίδες, αρωματικά σαπούνια, καπνοσύριγγες, κινητά κ.ά). Ω άθλιε κόσμε, πού θέλεις να καταβιβάσεις τούς Αγίους από το ύψος της αγιότητάς τους και να τούς μεταβάλεις σε πλασιέ των προϊόντων σου! Σύμφωνα με τον ομότιμο καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ, αιδεσιμολογιώτατο πρωτοπρεσβύτερο π. Θεόδωρο Ζήση, «ο παραποιημένος αυτός Αγιοβασίλης μαζί με το χριστουγεννιάτικο δένδρο αποτελούν το ξενόφερτο εορταστικό δίδυμο, την ξενόφερτη δυάδα, πού κατέκλυσε την ελληνική αγορά και τα ελληνικά σπίτια. Ο εισαγόμενος αυτός Αγιοβασίλης, την εμφάνιση του οποίου τελειοποίησαν στα εργαστήριά τους οι διαφημιστές της Coca-Cola και είναι πανταχού παρών κατά το εορταστικό δωδεκαήμερο, δεν έχει σχέση από πλευράς εμφανίσεως και συμπεριφοράς με τον αληθινό Άγιο Βασίλειο, τον αρχιεπίσκοπο Καισαρείας της Καππαδοκίας, τον Μεγάλο Άγιο, Πατέρα και Θεολόγο της Εκκλησίας. Αυτός ήταν ασκητής, λιτοδίαιτος, με καλογερική ασκητική εμφάνιση και κουβαλούσε ως δώρα, κατά την λαϊκή παράδοση, στο ασκητικό τρίχινο σακκίδιό του αγαθά παιδείας, «χαρτί και καλαμάρι», και όχι καταναλωτικά υλικά αγαθά, τρόφιμα και παιχνίδια. Τό πιό εξωφρενικό, όμως, για τον ανόητο και παράλογο μιμητισμό πολλών Νεοελλήνων είναι ότι ο χονδρουλός, εισαγόμενος από την Ευρώπη, Άγιος δεν είναι ο Άγιος Βασίλειος, αλλά ο Άγιος Νικόλαος των Δυτικών (Saint Nicolas = Santa Claus), ο οποίος, επειδή οι Ευρωπαίοι εορτάζουν από πολύ νωρίς τα Χριστούγεννα, από τίς αρχές Δεκεμβρίου, πού είναι και η εορτή του (6 Δεκεμβρίου), λόγω της γνωστής απλοχεριάς και φιλανθρωπίας του, επεκτείνει την αγαθοποιό δράση του μέχρι τα Χριστούγεννα, διανέμοντας δώρα σε όλους, είναι ο Pere-Noël, ο πατέρας των Χριστουγέννων. Τα Χριστούγεννα σταματά η δράση του Αγίου Νικολάου στη Δύση. Εμείς τον πήραμε, του αλλάξαμε όνομα και τον βάλαμε να φυγαδεύσει και νά διώξει τον δικό μας Άγιο Βασίλειο, του οποίου έκλεψε το όνομα και παραμόρφωσε την εμφάνιση και την συμπεριφορά του».
πρωτοπρεσβ. π. Άγγελος Αγγελακόπουλος
εφημέριος Ιερού Παρεκκλησίου Αγίου Ιωάννου Προδρόμου Χατζηκυριακείου Ιδρύματος Πειραιώς
εφημέριος Ιερού Παρεκκλησίου Αγίου Ιωάννου Προδρόμου Χατζηκυριακείου Ιδρύματος Πειραιώς
Πηγή από: http://xristianos.gr/
Η Περιτομή του Κυρίου
Τριπλή εορτή σήμερα! Οι δύο από τις εορτές έχουν εκκλησιαστικό χαρακτήρα: η εορτή της περιτομής του Κυρίου μας, όπως και η εορτή και η μνήμη του Μεγάλου Βασιλείου Αρχιεπισκόπου Καισαρείας. Και κοντά σ’ αυτές τις δύο γιορτές υπάρχει και η πολιτική εορτή της έναρξης του νέου πολιτικού έτους, η πρωτοχρονιά, η οποία όμως κι αυτή προσλαμβάνει, μέσα στην Εκκλησία για όλους μας, πνευματικό χαρακτήρα. Ας δούμε όμως τι ήταν η περιτομή.
Η Περιτομή γενικά:
Στην Αγία Γραφή περιτομή νοείται η αποκοπή του έξω άκρου του ανδρικού μορίου. Η πράξη αυτή ορίστηκε από το Θεό ως επισφράγισμα της συνθήκης Του με τον Αβραάμ. Έτσι οι πρώτοι που επεβλήθησαν σε περιτομή ήταν ο Αβραάμ και οι άρρενες της οικογένειάς του (Γέν. ιζ΄10-13). Η συνθήκη αυτή επαναλήφθηκε επί Μωυσέως, (Έξ. ιβ΄43,44). Έτσι κατά την ιουδαϊκή θρησκεία η περιτομή κατέστη μια επίσημη τελετή που εφαρμοζόταν σε κάθε αρσενικό τέκνο την όγδοη μέρα από γεννήσεώς του. Αυτήν την τελετή τηρούσαν πάντοτε με επιμέλεια οι Ισραηλίτες, πλην της περιόδου που περιφέρονταν στην έρημο του Σινά. Τα όργανα που χρησιμοποιούσαν ήταν ξυράφι, μαχαίρι (το λεγόμενο «μοέλ») και λίθος οξύστομος (Ιησ. Ν. ε΄3). Ήταν μια προσφορά του παιδιού στο Θεό.
Από εκείνη τη στιγμή το παιδί σήμαινε πως ανήκε στο Θεό. Ήταν μια υπενθύμιση πως ο Ιουδαίος όφειλε να διαφέρει απ' όλους τους άλλους και στην πίστη και να μην προσκυνά τα είδωλα των ειδωλολατρών. Είχε δοθεί και για λόγους υγιεινής (πρόληψη ασθενειών και μολύνσεων). Οι Ιουδαίοι ως περιπλανώμενος λαός δε θα χαρακτηριζόταν από προσήλωσή στην καθαριότητα. Ακόμη προσθέτουμε, πως έκοπταν ένα ευτελές σαρκίο το οποίο ήταν η αιτία του κατακλυσμού και της καταστροφής Σοδόμων και Γομόρων, δηλαδή η ακράτεια της γενετήσιας ορμής. Σαρκολάτρες ήταν οι συμπολίτες του Νώε και έκφυλοι οι κάτοικοι των Σοδόμων και Γομόρων.
Όρισε ο Θεός, η περιτομή να γίνεται στη χώρα των γεννητικών οργάνων, γιατί σ' αυτά χρειαζόταν ένας κάποιος περιορισμός και αρκετή εγκράτεια. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο και άλλοι λαοί της Ανατολής περιτέμνονταν, όπως οι Αιγύπτιοι και οι Αιθίοπες. Αξίζει να σημειώσουμε ότι οι Άραβες, λόγω της προέλευσής τους από τον Ισμαήλ, το γιο του Αβραάμ, παρέλαβαν και αυτοί την περιτομή περνώντας τη συνήθεια και στους πιστούς της μουσουλμανικής θρησκείας. Οι Αιθίοπες και οι κάτοικοι της Ερυθραίας παρέλαβαν από τους Ιουδαίους την περιτομή και ακόμη και μετά τον εκχριστιανισμό τους τη διατήρησαν. Ο σκοπός της εβραϊκής περιτομής ήταν η διάκρισή τους από τα υπόλοιπα γειτονικά έθνη, αλλά κατέληξε σε έναν ακόμα τυπολατρικό παράγοντα της θρησκείας τους. Έτσι οι Εβραίοι αυτοαποκαλούνταν «Περιτομή» ενώ τα λοιπά έθνη τα ονόμαζαν «Ακροβυστία». Στην Αγία, όμως, Γραφή «περιτομή» και «περιτετμημένος την καρδίαν» σημαίνει τον καθαρό, τον αγνό, τον αναγεννημένο, ενώ οι λέξεις «απερίτμητος» και «ακροβυστία» τον ασεβή και κακό, τον ρυπαρό: «περιτμήθητε τω Θεώ υμών και περιτέμνεσθε την σκληροκαρδίαν υμών, άνδρες Ιούδα και οι κατοικούντες Ιερουσαλήμ, μη εξέλθῃ ως πυρ ο θυμός μου και εκκαυθήσεται» (Ιερ. δ΄ 4 αλλά και Ιεζ. μδ΄ 6,7). Μετά την Πεντηκοστή και τη δημιουργία της Εκκλησίας, το θέμα της περιτομής δίχασε του πιστούς. Ορισμένοι επέμεναν ότι οι προσήλυτοι εξ εθνών έπρεπε πρώτα να περιτμηθούν και μετά να βαπτισθούν. Αλλά με την πάροδο του χρόνου και τον πειστικό λόγο του Αποστόλου Παύλου αλλά και άλλων Αποστόλων βεβαιώθηκαν κι αυτοί ότι: «εν γαρ Χριστώ Ιησού ούτε περιτομή τι ισχύει ούτε ακροβυστία, αλλά καινή κτίσις.» (Γαλ. Στ΄15).
Η Περιτομή του Κυρίου:
Η περιτομή του βρέφους Ιησού έγινε στη Συναγωγή της Βηθλεέμ. (Λουκ. 2, 5). Όμως το Θείο Βρέφος της φάτνης, αφού γεννήθηκε με τον Παλαιό Νόμο, έπρεπε να υποβληθεί και Αυτό στον τύπο, ο οποίος έπρεπε να ισχύει μέχρι την κατάργησή του. Ο Απόστολος Παύλος λέει σχετικά: «ότε δε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, εξαπέστειλεν ο Θεός τον υιόν αυτού, γενόμενον εκ γυναικός, γενόμενον υπό νόμον, ίνα τους υπό νόμον εξαγοράση, ίνα τήν υιοθεσίαν απολάβωμεν» (Γαλ. δ΄4,5). Η περιτομή συνοδευόταν και με την ονοματοδοσία του βρέφους. Το ίδιο συνέβη και με το Θείο Βρέφος που του δόθηκε το όνομα Ιησούς που είναι ελληνικός όρος από το Εβραϊκό Γεσούα. Είναι το ίδιο με το όνομα «Εμμανουήλ» που αναφέρει ο Ησαΐας, και σημαίνει «ο Θεός είναι μαζί μας».
Ο Απόστολος Παύλος προσθέτει πως οι πιστοί περιετμήθησαν και με περιτομή πνευματική, που ενεργείται απ' το Άγιο Πνεύμα. Και αυτή συνίσταται στο γδύσιμο και την αποβολή του σώματος, που δούλεψε στις αμαρτίες της σάρκας. Το γδύσιμο αυτό, έλεγε, είναι η περιτομή, που πήραν από τον Χριστό, όταν θάφτηκαν μαζί Του, διά του Αγίου Βαπτίσματος.
Η Σημασία της Εορτής:
Σήμερα, λοιπόν, ο μεγάλος αναμενόμενος του Ισραηλιτικού λαού, «Θεός ων κατ' ουσίαν» και ενώ κρατά τα σύμπαντα στα πανίσχυρα χέρια του, ενδύεται την ανθρώπινη μορφή. Οκτώ ημερών αδύναμο βρέφος, τυλιγμένο σε ταπεινά σπάργανα, τον κρατά στην αγκαλιά της η αγνή Μητέρα Του και τον οδηγεί στο ναό. Ο φωτισμένος υμνογράφος της Εκκλησίας μας, θεολογώντας ποιητικά, σχολιάζει και δοξολογεί: «Ουκ επησχύνθη (δεν ντράπηκε) ο πανάγαθος Θεός, της σαρκός την περιτομήν αποτμηθήναι, αλλ' έδωκεν εαυτόν, τύπον και υπογραμμόν (πρότυπο και παράδειγμα), πάσι προς σωτηρίαν, ο γαρ του Νόμου Ποιητής, τα του Νόμου εκπληροί, και των προφητών τα κηρυχθέντα περί αυτού. Ο πάντα περιέχων δρακί (που κρατάει τα πάντα στα χέρια Σου), και εν σπαργάνοις ειληθείς, Κύριε δόξα σοι».
Το μυστήριο της θεϊκής συγκατάβασης είναι μεγάλο και άρρητο. Θεός στην Ιστορία, διέρχεται όλα τα στάδια του ανθρώπινου βίου, αγιάζει τη χωματένια ζωή, πραγματοποιεί και ολοκληρώνει το θεϊκό σχέδιο της σωτηρίας των ανθρώπων. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός διαβλέπει στην περιτομή τύπο του βαπτίσματος. Γράφει: «Αφού όμως φανερώθηκε η αλήθεια, είναι ανώφελος ο τύπος και η σκιά.
Επομένως τώρα είναι άχρηστη, περιττή η περιτομή και αντίθετη προς το άγιο βάπτισμα, ο γαρ περιτεμνόμενος χρεωστεί όλον τον νόμον τηρήσαι. Ο Κύριος μάλιστα περιετμήθη για να εκπληρώσει το νόμο, κι ακόμη φύλαξε όλο το νόμο και το Σάββατο, για να εκπληρώσει και να σταθεροποιήσει το νόμο. Αλλά καθώς βαπτίστηκε, και το Άγιο Πνεύμα εμφανίστηκε στους ανθρώπους να κατεβαίνει από τον ουρανό με μορφή περιστεράς επάνω Του, από τότε έχει κηρυχθεί η πνευματική λατρεία και ζωή, και η βασιλεία των ουρανών». Αλλά αν η πράξη της περιτομής εγκαταλείφθηκε, η λέξη εξακολουθεί να έχει κάποια σημασία. Εμείς, οι βαπτισμένοι πιστοί, μπορούμε να αναφωνούμε: «Αληθινή περιτομή είμαστε εμείς οι Χριστιανοί, οι οποίοι διά του φωτισμού, που μας δίνει το Πνεύμα του Θεού, προσφέρουμε στο Θεό αληθινή λατρεία». (Φιλ. γ΄ 3). Η αποστολική περικοπή της εορτής, η οποία είναι από την προς Κολασσαείς επιστολή του Αποστόλου Παύλου, τονίζει την περιτομή την αχειροποίητο «εν ω περιετμήθητε περιτομή αχειροποιήτω» που έχουμε υποστεί κι εμείς οι χριστιανοί, μία περιτομή, όμως, κατά την οποία δεν απέκοψαν τμήμα του δέρματός μας, όπως στη σωματική περιτομή, αλλά σε μας περιέκοψαν τα αμαρτήματα, το σώμα της αμαρτίας «εν τη απεκδύσει του σώματος των αμαρτιών της σαρκός, εν τη περιτομή του Χριστού». Αυτή είναι η δική μας αχειροποίητος περιτομή, το ότι δηλαδή με το βάπτισμά μας απεκδυόμεθα τα αμαρτήματά μας, κόπτονται τα αμαρτήματά μας, και ακόμη ότι αυτή την περιτομή εμείς την κάνουμε πράξη στη ζωή μας, περικόπτοντας όχι σωματικό μέρος, αλλά περικόπτοντας τις αμαρτίες μας.
«Μορφὴν αναλλοιώτως ανθρωπίνην προσέλαβες, Θεὸς ων κατ' ουσίαν, πολυεύσπλαγχνε Κύριε· και Νόμον εκπληρών, περιτομήν, θελήσει καταδέχη σαρκικήν, όπως παύσης τα σκιώδη, και περιέλης τὸ κάλυμμα των παθων ημών. Δόξα τη αγαθότητι τη ση, δόξα τη ευσπλαγχνία σου, δόξα τη ανεκφράστω Λόγε συγκαταβάσει σου».
Βιβλιογραφία
1. Μηναία, Αποστολική Διακονίας Εκκλησίας της Ελλάδος.
2. Λεξικό βιβλικής Θεολογίας, «Β.Κ.: Άρτος Ζωής», 1980
3. Ιωάννου Δαμασκηνού, Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως, 1978, τόμος 1 (Ε.Π.Ε. 1)
Κων/νου Α. Οικονόμου δασκάλου
1. Μηναία, Αποστολική Διακονίας Εκκλησίας της Ελλάδος.
2. Λεξικό βιβλικής Θεολογίας, «Β.Κ.: Άρτος Ζωής», 1980
3. Ιωάννου Δαμασκηνού, Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως, 1978, τόμος 1 (Ε.Π.Ε. 1)
Κων/νου Α. Οικονόμου δασκάλου
Πηγή από: http://xristianos.gr/
Βίος Αγίου Βασιλείου του Μέγα του Καππαδόκη
«... τὰ τῶν ἀνθρώπων ἤθη κατεκόσμησας». Με τη φράση αυτή, το απολυτίκιο, απόλυτα επιτυχημένα, τονίζει την κοινωνική προσφορά του Αγίου Βασιλείου, που με τη θεία
διδασκαλία του στόλισε με αρετές τα ήθη και τη ζωή των ανθρώπων.
Ο Μέγας αυτός πατέρας και διδάσκαλος της Ορθόδοξης Εκκλησίας γεννήθηκε το 329 μ.Χ., κατ' άλλους το 330 μ.Χ., στη Νεοκαισάρεια του Πόντου στο χωριό Άννησα και μεγάλωσε
στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Τα δε εγκυκλοπαιδικά λεξικά αναφέρουν σαν πατρίδα του Μ. Βασιλείου την Καισαρεία της Καππαδοκίας. Είχε 8 αδέρφια, 3 αγόρια και πέντε
κορίτσια. Από τα 4 αγόρια τα 3 αγόρια έγιναν επίσκοποι (ο Βασίλειος Καισαρείας, ο Γρηγόριος Νύσσης και ο Πέτρος Σεβάστειας) και το ένα μοναχός (ο Ναυκράτιος). Από τις 5
αδερφές του η πρώτη, και συγχρόνως το πιο μεγάλο παιδί της οικογένειας, η Μακρίνα, έγινε μοναχή. Οι γονείς του Βασίλειος (και αυτός), που καταγόταν από την Νεοκαισάρεια
του Πόντου και Εμμέλεια, που καταγόταν από την Καππαδοκία, αν και κατά κόσμον ευγενείς και πλούσιοι, είχαν συγχρόνως και ακμαιότατο χριστιανικό φρόνημα. Αυτοί
μάλιστα έθεσαν και τις πρώτες -καθοριστικής σημασίας- πνευματικές βάσεις του Αγίου.
Με εφόδιο αυτή τη χριστιανική ανατροφή, ο Βασίλειος αρχίζει μια καταπληκτική ανοδική πνευματική πορεία. Έχοντας τα χαρίσματα της ευστροφίας και της μνήμης, κατακτά σχεδόν
όλες τις επιστήμες της εποχής του. Και το σπουδαιότερο, κατακτά τη θεία θεωρία του Ευαγγελίου, που την κάνει αμέσως πράξη με την αυστηρή ασκητική ζωή του.
Ας αναφέρουμε όμως, περιληπτικά, την πορεία των δραστηριοτήτων του. Μετά τις πρώτες του σπουδές στην Καισαρεία και κατόπιν στο Βυζάντιο, επισκέφθηκε, νεαρός ακόμα, την
Αθήνα, όπου επί τέσσερα χρόνια συμπλήρωσε τις σπουδές του, σπουδάζοντας φιλοσοφία, ρητορική, γραμματική, αστρονομία και ιατρική, έχοντας συμφοιτητές του τον Γρηγόριο τον
Ναζιανζηνό (τον θεολόγο) και τον Ιουλιανό τον Παραβάτη.
Από την Αθήνα επέστρεψε στην Καισαρεία και δίδασκε την ρητορική τέχνη. Αποφάσισε όμως, να ακολουθήσει τη μοναχική ζωή και γι' αυτό πήγε στα κέντρα του ασκητισμού, για
να διδαχθεί τα της μοναχικής πολιτείας στην Αίγυπτο, Παλαιστίνη, Συρία και Μεσοποταμία. Όταν επέστρεψε, αποσύρθηκε σε μια Μονή του Πόντου, αφού έγινε μοναχός, και ασκήθηκε
εκεί με κάθε αυστηρότητα για πέντε χρόνια (357 - 362 μ.Χ.). Ήδη τέλεια καταρτισμένος στην Ορθόδοξη Πίστη, χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος από τον επίσκοπο Καισαρείας
Ευσέβιο. Ο υποδειγματικός τρόπος της πνευματικής εργασίας του δεν αργεί να τον ανεβάσει στο θρόνο της αρχιεροσύνης, διαδεχόμενος τον Ευσέβιο στην επισκοπή της
Καισαρείας (370 μ.Χ.). Με σταθερότητα και γενναίο φρόνημα, ως αρχιερέας έκανε πολλούς αγώνες για την Ορθόδοξη Πίστη. Με τους ορθόδοξους λόγους που συνέγραψε,
κατακεραύνωσε τα φρονήματα των κακοδόξων.
Στους αγώνες του κατά του Αρειανισμού αναδείχτηκε αδαμάντινος, ούτε κολακείες βασιλικές του Ουάλεντα (364 - 378 μ.Χ.), που πήγε αυτοπροσώπως στην Καισαρεία για να
τον μετατρέψει στον Αρειανισμό, ούτε οι απειλές του Μόδεστου μπόρεσαν να κάμψουν το ορθόδοξο φρόνημα του Αγίου. Υπεράσπισε με θάρρος την Ορθοδοξία, καταπλήσσοντας τον
βασιλιά και τους Αρειανούς. Ακόμα, αγωνίστηκε κατά της ηθικής σήψεως και επέφερε σοφές μεταρρυθμίσεις στο μοναχισμό.
Η δε υπόλοιπη ποιμαντορική δράση του, υπήρξε απαράμιλλη, κτίζοντας την περίφημη «Βασιλειάδα», συγκρότημα με ευαγή Ιδρύματα, όπως φτωχοκομείο, ορφανοτροφείο,
γηροκομείο, ξενοδοχείο και νοσοκομείο κ.ά., όπου βρήκαν τροφή και περίθαλψη χιλιάδες πάσχοντες κάθε ηλικίας, γένους και φυλής.
Ο Μέγας Βασίλειος έχει πλούσιο και σημαντικό συγγραφικό έργο. Τα κυριότερα έργα του είναι οι 9 ομιλίες στην Εξαήμερο, ομιλίες στους Ψαλμούς, πολλές και διάφορες άλλες
ομιλίες, ασκητικά έργα και επιστολές. Εκτός των άλλων έργων του, έγραψε και Θεία Λειτουργία, που, μετά την επικράτηση αυτής της συντομότερης του Αγ. Ιωάννου του
Χρυσοστόμου, τελείται 10 φορές το χρόνο: την 1η Ιανουαρίου (όπου γιορτάζεται και η μνήμη του), τις πρώτες πέντε Κυριακές της Μ. Τεσσαρακοστής, τις παραμονές των
Χριστουγέννων και των Θεοφανείων, την Μ. Πέμπτη και το Μ. Σάββατο.
Στα πενήντα του χρόνια ο Μέγας Βασίλειος, εξαιτίας της ασθενικής κράσεώς του και της αυστηρής ασκητικής ζωής του (ορισμένες πηγές λένε από βαριά αρρώστια του ήπατος
ή των νεφρών), την 1η Ιανουαρίου του 378 μ.Χ. ή κατ' άλλους το 379 με 380 μ.Χ., εγκαταλείπει το φθαρτό και μάταιο αυτό κόσμο, αφήνοντας παρακαταθήκη και Ιερή
κληρονομιά στην ανθρωπότητα ένα τεράστιο πνευματικό έργο.
Το συγγραφικό έργο του
Τα έργα του κατατάσσονται σε τέσσερεις κατηγορίες:
Δογματικά συγγράμματα.
α) «Ανατρεπτικός του Απολογητικού του δυσσεβούς Ευνομίου». Αποτελείται από τρία βιβλία και καταφέρεται ενάντια του αρχηγού των Ανομοίων Ευνομίου.
β) «Προς Αμφιλόχιον, περί του Αγίου Πνεύματος». Επιστολική πραγματεία προς τον επίσκοπο Ικονίου Αμφιλόχιο σχετικά με το Άγιο Πνεύμα.
Ασκητικά συγγράμματα.
α) «Τα Ηθικά». Συλλογή 80 ηθικών κανόνων.
β) «Όροι κατά πλάτος». Περιέχει 55 κεφάλαια με θέμα γενικές αρχές του μοναχισμού.
γ) «Όροι κατ’ επιτομήν». Περιέχει 313 κεφάλαια που αναφέρονται στην καθημερινή ζωή των μοναχών.
δ) «Περί πίστεως».
ε) «Περί κρίματος».
στ) «Περί της εν παρθενία αληθούς αφθορίας». Έργο σχετικό με την παρθενική ζωή.
Ομιλίες.
Ορισμένες από τις ομιλίες του είναι:
α) «Εις την Εξαήμερον». Συλλογή 9 ομιλιών με θέμα τη δημιουργία του κόσμου.
β) «Εις του Ψαλμούς». Συλλογή 18 ομιλιών με αφορμή το περιεχόμενο των Ψαλμών του Δαυίδ.
γ) «Περί του ουκ έστιν αίτιος του κακού ο Θεός».
δ) «Περί πίστεως».
ε) «Κατά Σαβελλιανών, Αρείου και Ανομοίων».
στ) «Προς τους νέους, όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων». Το διασημότερο από τα κείμενα του Βασιλείου, στο οποίο πραγματοποιεί προσπάθεια γεφύρωσης μεταξύ
χριστιανικής και κλασσικής παιδείας.
ζ) «Προτρεπτικός εις το άγιον βάπτισμα».
η) «Εις το πρόσεχε σεαυτώ».
θ) «Προς Πλουτούντας».
ι) «Εν λιμώ και αυχμώ».
ια) «Εις την μάρτυρα Ιουλίτταν και περί ευχαριστίας».
Επιστολές.
Σώζονται 365 επιστολές με το όνομα του Μεγάλου Βασιλείου, που καλύπτουν την εικοσαετία από την επιστροφή του στην Καισάρεια από την Αθήνα έως και το θάνατό του.
Στίχος
Ζῇ Βασίλειος, καὶ θανὼν ἐν Κυρίῳ. Ζῇ καὶ παρ᾽ ἡμῖν, ὡς λαλῶν ἐκ τῶν βίβλων, Ἰανουαρίοιο θάνες, Βασίλειε, πρώτῃ.
Ἀπολυτίκιον Ἦχος α΄.
Εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος σου, ὡς δεξαμένην τὸν λόγον σου• δι' οὗ θεοπρεπῶς ἐδογμάτισας, τὴν φύσιν τῶν ὄντων ἐτράνωσας, τὰ τῶν ἀνθρώπων ἤθη
κατεκόσμησας. Βασίλειον ἱεράτευμα, Πάτερ Ὅσιε• πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Κοντάκιον Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον
Ὥφθης βάσις ἄσειστος τῇ Ἐκκλησίᾳ, νέμων πᾶσιν ἄσυλον, τὴν κυριότητα βροτοῖς, ἐπισφραγίζων σοῖς δόγμασιν, Οὐρανοφάντορ Βασίλειε Ὅσιε.
Κάθισμα Ἦχος πλ. δ΄. Τὴν Σοφίαν καὶ λόγον
Ἑξανοίξας τὸ στόμα λόγῳ Θεοῦ, ἐξηρεύξω σοφίαν κήρυξ φωτός, καὶ φρόνημα ἔνθεον, τῇ οἰκουμένῃ κατέσπειρας· τῶν γὰρ Πατέρων ὄντως, κυρώσας τὰ δόγματα,
κατὰ Παῦλον ὤφθης, τῆς πίστεως πρόμαχος· ὅθεν καὶ Ἀγγέλων, συμπολίτης ὑπάρχεις, καὶ τούτων συνόμιλος, ἀνεδείχθης μακάριε, Θεοφάντορ Βασίλειε, πρέσβευε
Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου.
Ὁ Οἶκος
Τῆς σωφροσύνης ὁ κρατήρ, τὸ στόμα τῆς σοφίας, καὶ βάσις τῶν δογμάτων, Βασίλειος ὁ μέγας, πᾶσιν ἀστράπτει νοερῶς. Δεῦτε οὖν, καὶ στῶμεν ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Θεοῦ,
θερμῶς ἐνατενίζοντες, τοῖς θαύμασι τοῖς τούτου τερπόμενοι, καὶ ὥσπερ λαμπηδόνι ἀστραφθέντες τῷ φωτὶ αὐτῶν, θαλφθῶμεν τῷ τοῦ βίου καθαρτικῷ πνεύματι,
μιμούμενοι αὐτοῦ τὴν πίστιν, τὴν ζέσιν, τὴν ταπείνωσιν, δι' ὧν οἶκος ἐδείχθη τοῦ ὄντως Θεοῦ• πρὸς ὃν βοῶντες ὑμνοῦμεν, οὐρανοφάντορ Βασίλειε Ὅσιε.
Μεγαλυνάριον
Τὸν οὐρανοφάντορα τοῦ Χριστοῦ, μύστην τοῦ Δεσπότου, τὸν φωστῆρα τὸν φαεινόν, τὸν ἐκ Καισαρείας, καὶ Καππαδόκων χώρας, Βασίλειον τὸν μέγαν, πάντες τιμήσωμεν.
Πηγή από: http://xristianos.gr/
Ὁ Ἅγιος Σιλβέστρος Πάπας Ρώμης
|
|||||||||||||||
Ὁ
Ἅγιος Σιλβέστρος καταγόταν ἀπὸ τὴν Ρώμη. Ἐπειδὴ μὲ τὸν πνευματικό του
ἀγῶνα ἔφθασε στὸ ἄκρο τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς εὐσέβειας, χειροτονήθηκε
Ἐπίσκοπος τῆς Πρεσβυτέρας (Παλαιᾶς) Ρώμης, ὕστερα ἀπὸ τὸν θάνατο τοῦ
Ἐπισκόπου Μιλτιάδη, ὁ ὁποῖος κοιμήθηκε στὶς 11 Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους 314
μ.Χ.
Ἐποίμανε
ἀξίως τὸ ποίμνιό του καὶ μὲ τὴν ἁγιότητά του ἐλάμπρυνε τὸν ἀποστολικὸ
θρόνο του καὶ ἔκανε πολλὰ θαύματα. Ἐπιδόθηκε μὲ περισσὴ φροντίδα στὸ
φιλανθρωπικὸ ἔργο καὶ ἀγωνίσθηκε νὰ μεταμορφώσει κατὰ Χριστὸν τὰ ἤθη καὶ
τὰ ἔθιμα τοῦ λαοῦ τῆς Ρώμης. Κατὰ τὴν παράδοση ὁ Ἅγιος ἐχειραγώγησε
πρὸς τὴν χριστιανικὴ πίστη τὸν αὐτοκράτορα Μέγα Κωνσταντῖνο καὶ μὲ τὸ
θεῖο Βάπτισμα τοῦ καθάρισε τὰ πάθη, τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος. Μὲ τὴ
συμβουλὴ τοῦ Ἁγίου Σιλβέστρου, ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ἀνήγειρε ἑπτὰ ναούς,
γιὰ νὰ ἑορτάζονται οἱ ἑορτὲς τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ καὶ τῶν Ἁγίων
Μαρτύρων. Ἀπέδειξε ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ τὸ ἔργο του εἶχαν
προκηρυχθεῖ ἀπὸ τὸ Νόμο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ ἔλαβε μέρος στὴν Α’
Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Πολέμησε δὲ ἰδιαίτερα τοὺς αἱρετικοὺς Δονατιστὲς καὶ
ἐμεγάλυνε τὴν Ἐκκλησία μὲ τὴν διδασκαλία τῶν θείων δογμάτων.
Ὁ Ἅγιος Σιλβέστρος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη σὲ βαθὺ γῆρας στὶς 31 Δεκεμβρίου τοῦ ἔτους 335 μ.Χ.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ'. Ταχὺ προκατάλαβε.
Στολὴν
ἐνδυσάμενος, ἱεραρχίας πιστῶς, ἀμέμπτως ἱέρευσας, τῷ ἐπὶ πάντων Θεῶ,
Πατὴρ ἡμῶν Σίλβεστρε· ἔχων γὰρ πολιτείᾳ, συνεκλάμποντα λόγον, θαύμασιν
ἐβεβαίους, εὐσεβείας τὴν δόξαν, δι’ ἧς οὐρανίου δόξης, ὤφθης συμμέτοχος.
Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ἐν
ἱερεῦσιν ἱερεὺς ἀνεδείχθης, τοῦ Βασιλέως καὶ Θεοὺ θεοφόρε, τῶν Ἀσκητῶν
συνόμιλος γενόμενος· ὅθεν συναγάλλῃ νῦν, τοῖς χοροῖς τῶν Ἀγγέλων, Πάτερ
εὐφραινόμενος, ἐν τοῖς ἐπουρανίοις. Σίλβεστρε Ῥώμης ἔνδοξε ποιμήν, σῶζε
τοὺς πόθῳ, τελοῦντας τὴν μνήμην σου.
Μεγαλυνάριον.
Τῆς
ἱεραρχίας σου τὴν στολήν, τρόποις ἐναρέτοις, καὶ θαυμάτων τῇ δωρεᾷ,
εὐκλεῶς ποικίλας, πεποικιλμένος ἔβης, Σίλβεστρε Ἱεράρχα, πρὸς τὰ
οὐράνια.
Πηγή από: http://www.synaxarion.gr/
| |||||||||||||||
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)