
Μετά, λοιπόν, από τα Μοναστήρια της πατρίδας του, έκανε προσκύνημα στο Θεοβάδιστον Όρος του Σινά, όπου παρέμεινε δύο μήνες, και από εκεί στους Αγίους Τόπους, όπου και ασκήτεψε ένα χρονικό διάστημα, πέρα από τον Ιορδάνη ποταμό. Ενώ τον βοηθούσε ο Άγιος Τόπος, ησυχία όμως δεν έβρισκε από το ανήσυχο κοσμικό πνεύμα της εποχής μας. Γι' αυτό αναγκάστηκε να φύγει για το Άγιον Όρος.
Στο Άγιον Όρος, η πρώτη του μετάνοια ήταν το Κελί του Μπουραζέρι, όπου και παρέμεινε πέντε χρόνια. Επειδή σ' αυτό δεν εύρισκε ησυχία από τους πολλούς προσκυνητές, Ρώσους, πήρε ευλογία και πήγε στα Καρούλια και εκεί ασκήτεψε δεκαπέντε χρόνια. Όλο το διάστημα στα Καρούλια περνούσε με σκληρούς αγώνες. Το εργόχειρο του ήταν οι μεγάλες και οι μικρές μετάνοιες μαζί με την ευχή και την μελέτη. Δανειζόταν βιβλία από τις Μονές, απ' όπου έπαιρνε και ευλογία, παξιμάδι, από τα περισσεύματα των κλασμάτων, για την οποία έκανε κομποσκοίνι. Έτσι, φιλότιμα αγωνιζόταν, για να γίνει και εσωτερικά Άγγελος και όχι μόνο εξωτερικά με το Αγγελικό Σχήμα.
Μετά από τα Καρούλια ήρθε στην άκρη της Καψάλας (πάνω από την Καλιάγρα), σ' ένα Κελί Σταυρονικητιανό, και γηροκόμησε έναν Γέροντα. Αφού πέθανε το Γεροντάκι, και πήρε την ευχή του, έμεινε μόνος του στην Καλύβη. Από τότε όχι μόνο δεν αμέλησε τους πνευματικούς του αγώνες, αλλά τους αύξησε, και επόμενο ήταν να δεχθεί πλούσια την Χάρη του Θεού, αφού αγωνιζόταν φιλότιμα και με πολλή ταπείνωση.
Η Θεία Χάρις πια τον φανέρωνε στους ανθρώπους, κι έτρεχαν πολλοί πονεμένοι άνθρωποι, για να τον συμβουλευθούν και να παρηγορηθούν από την πολλή του αγάπη. Άλλοι τον παρακαλούσαν να ιερωθεί, για να βοηθάει πιο θετικά με το Μυστήριο της θείας Εξομολογήσεως, αφού θα έδινε και την άφεση των αμαρτιών. Αυτή την ανάγκη, να βοηθηθούν οι άλλοι, την διεπίστωσε και ο ίδιος και δέχτηκε να χειροτονηθεί.
Για τον εαυτό του ο Γέροντας δεν νοιαζόταν καθόλου ούτε και φοβόταν, γιατί είχε πολύ φόβο Θεού (θεία συστολή) και ευλάβεια. Επειδή αγωνιζόταν και με πολλή ταπείνωση, δεν διέτρεχε ούτε τον πνευματικό κίνδυνο της πτώσεως. Πάντα με το Δόξα σοι ο Θεός θα άρχιζε και με το Δόξα σοι ο Θεός θα τελείωνε ο Γέροντας. Είχε συμφιλιωθεί πια με τον Θεό, γι' αυτό χρησιμοποιούσε περισσότερο το Δόξα σοι ο Θεός παρά το Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με. Κινείτο, όπως είδαμε, στον θείο χώρο, αφού λάμβανε μέρος και στην ουράνια δοξολογία με τους Αγίους Αγγέλους την ώρα της Θείας Λειτουργίας.
Το 1968 είχε προαισθανθεί πια τον θάνατο του, γιατί συνέχεια ανέφερε για τον θάνατο. Τον είχαν εγκαταλείψει και οι λίγες σωματικές του δυνάμεις. Μετά της Παναγίας τον Δεκαπενταύγουστο, είχε πέσει στο κρεβάτι και έπινε μόνο νερό, γιατί καιγόταν εσωτερικά. Παρόλο που βρισκόταν σ´ αυτή την κατάσταση, πάλι δεν ήθελε να μένει άνθρωπος κοντά του, για να μη τον περισπά στην αδιάλειπτη προσευχή του.
Ο π. Τύχων κι ο ληστής
Κάποτε του είχε στείλει κάποιος από την Αμερική μια επιταγή. Την ώρα όμως πού την έπαιρνε ο Γέροντας από το Ταχυδρομείο, τον είδε ένας κοσμικός και νικήθηκε από τον πειρασμό της φιλαργυρίας. Πήγε λοιπόν την νύχτα στο Κελί του Γέροντα, για να τον ληστέψει, με τον λογισμό ότι θα εύρισκε και άλλα χρήματα, χωρίς να ξέρει ότι και εκείνα που είχε πάρει ο Γέροντας τα είχε δώσει την ίδια ώρα στον κυρ - Θόδωρο, για να πάρει ψωμιά για τους φτωχούς. Αφού τον βασάνισε αρκετά τον Γέροντα διεπίστωσε ότι πράγματι δεν είχε χρήματα και ξεκίνησε να φύγει. Ο Παπα - Τυχών του είπε:
Εκείνος όμως δεν έδινε καθόλου σημασία στα λόγια του Γέροντα, γιατί εκτελούσε ανώτερη διαταγή. Τελικά τον λυπήθηκε ο Διοικητής και τον άφησε από την Ιερισσό να γυρίσει στο Κελί του.
Η προσευχή του π. Τύχων
«Δόξα εις τον Γολγοθά του Χρίστου».
Αφήγηση γέροντα ηγουμένου (τελευταίο πνευματικοπαίδι του χαρισματούχου παπα-Φιλάρετου του Κωνσταμονίτη).
Όταν ήμουν νεαρός μοναχός με την ευλογία του γέροντά μου Φιλάρετου πήγα να εξομολογηθώ στον παπα-Τύχωνα τον Ρώσο, τον γέροντα του π.Παισίου. Αφού μας δέχθηκε, του είπαμε γιατί πήγαμε και ξεκίνησα την εξομολόγηση.
Έλεγα με σκυμμένο κεφάλι τις αμαρτίες μου και όσο περνούσε η ώρα ένιωθα τον αυχένα μου να μουσκεύει. Δεν ήξερα τι συμβαίνει. Μόλις τελείωσα την εξομολόγηση και σήκωσα το κεφάλι είδα τον παπα-Τύχωνα να κλαίει με πολλά δάκρυα, τα οποία έπεφταν πάνω στο κεφάλι μου όση ώρα έκανα την εξομολόγηση!
Ο παπα-Τύχων ήταν ρώσος και μιλούσε μόνο σπαστά ελληνικά. Όταν όμως άρχιζε να μας συμβουλεύει μετά την εξομολόγηση εμείς ακούγαμε τα λόγια του στην καθαρεύουσα, σε γλώσσα όμοια με αυτή που μιλούσε ο αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος!