Προεπισκόπηση

Παρασκευή 10 Μαΐου 2013

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΐΣΙΟΣ: ΣΤΗΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ ΔΕΝ ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ ΜΠΡΑΤΣΑ

1Ο Θεός έχει όλη την καλή διάθεση να βοηθήση τους ανθρώπους που υποφέρουν.
Για να τους βοηθήση όμως, πρέπει κάποιος να Τον παρακαλέση. Γιατί, αν βοηθήση κάποιον, χωρίς κανείς να Τον παρακαλέση, τότε ο διάβολος θα διαμαρτυρηθεί και θα πη: «Γιατί τον βοηθάς και παραβιάζεις το αυτεξούσιο; Αφού είναι αμαρτωλός, ανήκει σε εμένα».

Εδώ βλέπει κανείς και την μεγάλη πνευματική αρχοντιά του Θεού, που ούτε στον διάβολο δίνει το δικαίωμα να διαμαρτυρηθεί.

Για αυτό θέλει να Τον παρακαλούμε, για να επεμβαίνη – και θέλει ο Θεός να επεμβαίνη αμέσως, αν είναι για το καλό μας - , και να βοηθάη τα πλάσματά Του ανάλογα με τις ανάγκες τους.

Για τον κάθε άνθρωπο ενεργεί ξεχωριστά, όπως συμφέρει στον καθέναν καλύτερα.

Δεν χρειάζονται μπράτσα στην πνευματική ζωή. Να αγωνιζώμαστε ταπεινά, να ζητούμε το έλεος του Θεού και να Τον ευγνωμονούμε για όλα. Αυτός που εγκαταλείπεται στα χέρια του Θεού, χωρίς κανένα δικό του σχέδιο, περνά στο σχέδιο του Θεού.

Όσο ο άνθρωπος είναι γαντζωμένος στον εαυτό του, μένει πίσω. Δεν προχωράει πνευματικά, γιατί εμποδίζει το έλεος του Θεού. Για να προκόψη, χρειάζεται πολλή εμπιστοσύνη στον Θεό.

*Στη φωτογραφία: Ο Γέροντας Παϊσιος κατά τη διάρκεια της Ακολουθίας της Αναστάσεως.
Διαβάστε περισσότερα...

Βίος Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου και Ευαγγελιστή

Ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος και Ευαγγελιστής εορτάζει στις 8 Μαΐου Σύναξις της αγίας κόνεως της εκπορευομένης εκ του τάφου του Ιωάννου του Θεολόγου, και στις 26 Σεπτεμβρίου η Μετάσταση του.

Ο Ευαγγελιστής και Απόστολος Ιωάννης, ήταν αδελφός του Αποστόλου Ιακώβου. Η οικογένεια του και ο ίδιος καταγόταν απ’ την Γαλιλαία και ήταν ψαράδες στο επάγγελμα. Ο πατέρας του λεγόταν Ζεβεδαίος και η μητέρα του Σαλώμη. Ο Ιωάννης από μικρός βοηθούσε τον πατέρα του στο ψάρεμα, καθώς και ο αδελφός του ο Ιάκωβος. Δεν είχε καμια μόρφωση ούτε έμαθε πολλά γράμματα. Άπλα ψάρευε, όπως τον δίδαξε ο πατέρας του. Δεν είχε φίλους ούτε συναναστρεφότανε με μορφωμένους και σοφούς της εποχής εκείνης. Νέος ακόμη, από αγάπη προς τον Θεό, πήγαινε συχνά στις όχθες του Ιορδάνη ποταμού, για να ακούσει το κήρυγμα του Ιωάννου του Προδρόμου, του βαπτιστή, του οποίου έγινε μαθητής.

Ένα απόγευμα πού περπατούσε ο Ιησούς κοντά στην θάλασσα της Γαλιλαίας, είδε τον Ιωάννη να ψαρεύει και τον κάλεσε κοντά Του. Εκείνος άφησε αμέσως τα δίχτυα του και το ψάρεμα και μαζί με τον αδελφό του Ιάκωβο τον ακολούθησε χωρίς κανένα δισταγμό και χωρίς να ρωτήσει το παραμικρό. Η θεϊκή δύναμη του Κυρίου τον κατέκτησε αμέσως.

Ο Ιωάννης, ο ταπεινός αυτός ψαράς, μετά την Ανάληψη του Κυρίου και την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος έγινε μαζί με τον Πέτρο και τον Ιάκωβο στύλος της Εκκλησίας.

Ο Ιωάννης λοιπόν αγάπησε πολύ τον Διδάσκαλο του και έδειχνε αφοσίωση και σεβασμό απέραντο, αλλά και αγαπήθηκε από τον Χριστό και έτυχε πολλών διακρίσεων. Είχε την μεγάλη τιμή να συνοδεύσει τον Χριστό στο Θαβώριον Όρος για την Μεταμόρφωση και να ακούσει την θεϊκή φωνή την λέγουσαν: «Οὗτος ἔστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ὤ ηὐδόκησα, αὐτοῦ ἀκούετε». Και στον Μυστικό Δείπνο δίπλα στον Ιησού κάθισε ο Ιωάννης και διά την πολλή αγάπη, την οποίαν έτρεφε δι’ Αυτόν, τον ρώτησε: «Κύριε, τίς ἔστιν ὁ παραδιδούς σέ;» Αλλά και όταν ο Ιησούς συνελήφθη από τους Ιουδαίους, τον ακολούθησε με πολύ θάρρος και μπήκε στην αυλή του Αρχιερέως. Και όταν σταυρώθηκε ο Κύριος, πάλιν παρίστατο μετά της Παναγίας της Μητέρας του Θεανθρώπου. Αυτόν δε τον Ιωάννη, τον αγαπημένο Του μαθητή, επέλεξε ο Χριστός πάνω στον σταυρό, για να προστατεύσει την μητέρα Του, και η μεν Θεομήτωρ ήκουσε το «γύναι, ἴδε ὁ υἱός σου», ο δε Ιωάννης ήκουσε το «ἰδού ἡ μήτηρ σου» (Ιω. ΙΘ΄ 2627).

Ο Ιωάννης από της στιγμής εκείνης παρέλαβε την Παναγία και την οδήγησε στο σπίτι κοντά στην μητέρα του Σαλώμη και την φρόντιζε ακούραστα μέχρι της κοιμήσεώς της στο πεντηκοστό ένατο έτος της ηλικίας της.

Πόση μεγάλη τιμή για τον Ιωάννη να γίνει ο προστάτης της Παναγίας μας, της Μητέρας του Θεανθρώπου! Δικαιολογημένα λοιπόν μας διαβεβαιώνει η Εκκλησία ότι ο ίδιος ο Ευαγγελιστής είναι αυτόπτης μάρτυρας των μεγάλων και συγκλονιστικών γεγονότων, πού περιγράφει στο Ευαγγέλιο του, τονίζοντας: «Οὗτος ἔστιν ὁ μαθητής ὁ μαρτύρων περί τούτων καί γράψας ταῦτα, καί οἴδαμεν ὅτι ἀληθής ἔστιν ἡ μαρτυρία αὐτοῦ» (Ιω. ΚΑ΄ 24). Έχουμε την διαβεβαίωση ότι πορεύθηκε μαζί Του στον Γολγοθά για την σταυρική θυσία και ότι όλες τις δύσκολες στιγμές στάθηκε κοντά στον Χριστό με πίστη και αφοσίωση και ποτέ δεν τον αρνήθηκε.

Ο Ιωάννης μετά την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος γίνεται πάνσοφος. Κηρύττει τον λόγο του Θεού στα Ιεροσόλυμα και μετά την κοίμηση της Θεοτόκου στέλλεται από την Εκκλησία στην Ασία με κέντρο την Έφεσο και διδάσκει την Χριστιανική πίστη, σύμφωνα με την παράδοση, σ’ έναν λαό άγριο. Το φλογερό του κήρυγμα, το σάλπισμα της διδασκαλίας του Χριστού, συνάντησε σφοδρή αντίδραση, γιατί τα Χριστιανικά του κηρύγματα ήσαν κόντρα στις σατανικές πλάνες. Εκεί όπου παλιά φιλοσοφούσαν οι δαιμονόπληκτοι ειδωλολάτρες, πάλεψε πολύ, αλλά αποδείχτηκε φοβερός εχθρός των δαιμόνων. Εξαφάνισε το σκοτάδι και κυρίευσε την ακρόπολη των ειδωλολατρών εξιστορώντας κάθε μέρα και κάθε στιγμή την επίγεια ζωή του Ιησού Χριστού, την σταυρική Του θυσία και την Ανάσταση Του, σε όσους ήθελαν να τον ακούσουν. Έτσι η ειδωλολατρία έσβησε, και επικράτησε η φιλοσοφία του ψαρά και η δύναμις της Εκκλησίας, η δύναμις του Αγίου Πνεύματος, πού έστειλε ο Ουράνιος Πατέρας και ανέδειξε τους αλιείς, πανσόφους.



Στην Πάτμο
Ο Ιωάννης κάποια μέρα οδηγήθηκε αλυσοδεμένος στην Πάτμο. Βρέθηκα εξόριστος στην Πάτμο, λέγει ο ίδιος, εξαιτίας του λόγου του Θεού, τον οποίον κήρυττα, και για την μαρτυρία του Ιησού Χριστού, διότι παρουσίαζα τον Ιησού Χριστό στους ανθρώπους (Αποκ. Α΄ 9). Ο ιστορικός Ευσέβιος τοποθετεί την εξορία αυτή κοντά στο 14ον έτος της βασιλείας του αυτοκράτορα Δομετιανού, το 94 ή το 95 μ.Χ..

Αλλά και στην Πάτμο ο φλογερός Ιωάννης δεν σταμάτησε την δράσι του, συνέχιζε το έργο της σωτηρίας του ανθρώπου ακολουθώντας τα ίχνη του Κυρίου.

Εκεί κατέλυσε στο σπίτι ενός καλού ανθρώπου του Μύρωνος. Αυτόν και την οικογένεια του τους έκανε σύντομα Χριστιανούς. Το σπίτι του Μύρωνος αποτέλεσε την πρώτη κατ οίκον εκκλησία.

Το κήρυγμά του, ο ζεστός λόγος του κέρδιζε καθημερινά ψυχές και πολλοί απ’ αυτούς βαπτίζονταν. Στην παραλία της Πάτμου γίνονταν οι βαπτίσεις και σώζονται εκεί μέχρι σήμερα περιφραγμένα ερείπια του βαφτιστηριού του Αγίου Ιωάννου του Ευαγγελιστή. Εκεί σ’ αυτόν τον αγιασμένο χώρο, βαπτίστηκαν χιλιάδες άνθρωποι και έγιναν στρατιώτες του Χριστού.

Συγγραφή της Αποκαλύψεως
Ο Ευαγγελιστής ευρισκόμενος στην Πάτμο εξόριστος, μέσα σε ένα Σπήλαιον, πού σώζεται μέχρι σήμερον και λέγεται Ιερόν Σπήλαιον ή Σπήλαιον της Αποκαλύψεως, έλαβε την Αποκάλυψη. Του την έδωσε ο ίδιος ο Θεός με οράματα, πού έβλεπε μπροστά στα μάτια του, ωσάν να έβλεπε εικόνες όπως σε κινηματογραφική ταινία, το μέλλον της Εκκλησίας και της ανθρωπότητας. Έλαβε ο Ιωάννης την Αποκάλυψη από τον Θεό και την έγραψε όχι μόνον διά τον εαυτό του, αλλά διά τους πιστούς της Εκκλησίας όλων των αιώνων.

Είναι η Αποκάλυψις σαν μια επιστολή, μια εγκύκλιος, πού την στέλλει ο Θεός στις επτά Εκκλησίες της Μικράς Ασίας και δι’ αυτών σε ολόκληρη την Εκκλησία του Χριστού όλων των αιώνων.

Η Αποκάλυψις είναι το μόνον προφητικό βιβλίο της Καινής Διαθήκης. Ο ίδιος ο Ιωάννης την ονομάζει καθαρά προφητεία. Μακάριος, λέγει ο αναγινώσκων τους λόγους της προφητείας (Αποκάλ. Α΄ 3), περιγράφει δηλαδή αυτά πού πρόκειται να γίνουν.

Σ’ αυτό το βιβλίο βλέπουμε τον πόλεμο του σατανά κατά των οπαδών του Χριστού, αλλά και τον θρίαμβο της Εκκλησίας του Χριστού. Φαίνεται ο διωγμός των πιστών υπό των αντίχριστων, αλλά και η τιμωρία των αποστατών. Φαίνεται επίσης καθαρά η προστασία των ανθρώπων του Θεού. Όλοι οι πιστοί, πού βρίσκονται μέσα στην Εκκλησία, παρ όλα τα βάσανα και τους διωγμούς θα βγουν στο τέλος νικητές.

Βλέπουμε φυσικές αναστατώσεις, πού θα γίνουν στον ουρανό, στον ήλιο, στην θάλασσα. Βλέπουμε λιμούς και λοιμούς και σεισμούς κατά τόπους, για τα οποία ομιλεί ο Κύριος (Ματθ. 24 και Λουκά 21) και τα οποία θα συμβούν κατά τις τελευταίες ημέρες του κόσμου.

Έκτος από την Αποκάλυψη έγραψε ο Ιωάννης τις τρεις Καθολικές Επιστολές και το Ευαγγέλιο. Πρέπει δε να σημειώσουμε ότι ο Ιωάννης έγραψε στην Ελληνική γλώσσα, πού για μας τους Έλληνες αποτελεί μεγάλη τιμή.

Η Συγγραφή του Ευαγγελίου
Τελευταίος απ’ όλους τους Ευαγγελιστές ο Ιωάννης και με προτροπή των πολυαρίθμων μαθητών και ακροατών του έγραψε το Κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο στην Έφεσο, εκεί όπου εκοιμήθη σε βαθιά γεράματα. Η όμορφη ψυχή του και το διαυγές πνεύμα του χαριτώνονται από το Άγιο Πνεύμα, και αποκτά μίαν γλυκύτητα και μια σωφροσύνη. Μέσα του ζούσε η φύσις της Χριστιανικής αγάπης, η οποία συνδυαζόταν με το συναίσθημα της πίστεως, πού γινόταν μαχητική, όταν το απαιτούσε το καθήκον. Και «ὁ Θεός ἀγάπη ἐστίν» (Ιω. Δ΄8). Η αγάπη και η πίστης είχαν γίνει στο είναι του μέτρο και γνώμη για τον ορισμό της αγιότητος.

Όλες αυτές οι διδασκαλίες, πού άκουσε από τον Χριστό, έγιναν μέσα του κέντρο αγνότητας της ανθρώπινης ψυχής του με την συναίσθηση και την λειτουργία του πνεύματος του, ώστε να κατανοήσει όλες τις ιδέες και τα νοήματα για την συγγραφή του Ευαγγελίου, πού είναι μια θερμή έκφρασης αγάπης και προθυμίας. Είναι βαθύ και θεολογικό στο περιεχόμενο του γι’ αυτό ονομάζεται ο Ευαγγελιστής Ιωάννης και Θεολόγος.

Ο Ιωάννης κατενόησε όσον ουδείς άλλος πόσον αξίζει η αρετή της αγάπης, και στο Ευαγγέλιο του και στις επιστολές του παντού περί αγάπης ομιλεί. Σε όλα τα κηρύγματά του έλεγε:«Τεκνία ἀγαπᾶτε ἀλλήλους», όλο για την αγάπη κήρυττε, γιατί η αγάπη είναι η βάσις και η συνισταμένη όλων των αρετών.

Και την αγάπη ο Ιωάννης την απέκτησε με κόπο και με αγώνα, διότι από μικρός ήτο φύσις ζωηρά, γι’ αυτό ο Κύριος τον ονόμασε βουνεργές (Μάρκ. Γ΄ 17), δηλαδή υιό βροντής, παιδί του κεραυνού, όπως θα λέγαμε σήμερα. Και όμως, δάμασε την ζωηρή αυτή φύση και τον ευέξαπτο χαρακτήρα, και απέκτησε τόσην αγάπη προς τον Θεό και τους ανθρώπους, όσον ουδείς άλλος, γι’ αυτό και ονομάσθηκε και μαθητής της αγάπης.

Με την αγάπη λοιπόν ο Ιωάννης νίκησε τις δυσκολίες, πού συνάντησε στις μακρινές χώρες, τα βάσανα πού υπέφερε απ’ τους ασεβείς, τους κατατρεγμούς, τούς ξυλοδαρμούς και τις φυλακές, με την αγάπη, αλλά και με την ενίσχυση του ίδιου του Θεού. Το είπε ο ίδιος ο Χριστός σε όλους τους Αποστόλους, πριν αναληφθεί στους ουρανούς: «Καί ἐγώ μεθ’ ὑμῶν εἴμι πάσας τάς ἡμέρας», Άρα κι εμείς οι Χριστιανοί ως μαθητές του μαθητού του Χριστού πρέπει να έχουμε οδηγό και όπλον και στήριγμά μας την αγάπη προς τον Θεό και τους ανθρώπους. Και αν δεν έχουμε αληθινή αγάπη μέσα μας, να την ζητήσουμε από τον Θεό με προσευχή και εκείνος θα μας την δώσει.




Την 8η Μαΐου
Στίχος
Οὐ βρῶσιν, ἀλλὰ ῥῶσιν ἀνθρώποις νέμει
Τὸ τοῦ τάφου σου μάννα, μύστα Κυρίου.
Ὀγδοάτῃ τελέουσι ῥοδισμὸν βροντογόνοιο.

Ἀπολυτίκιον Ἦχος β΄.
Ἀπόστολε Χριστῷ τῷ Θεῶ ἠγαπημένε, ἐπιτάχυνον ρύσαι λαόν ἀναπολόγητον δέχεται σέ προσπίπτοντα, ὁ ἐπιπεσόντα τῷ στηθεῖ καταδεξάμενος, ὄν ἱκέτευε Θεολόγε, καί ἐπίμονον νέφος ἐθνῶν διασκεδᾶσαι, αἰτούμενος ἠμίν εἰρήνην, καί τό μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον Ἦχος β΄. Αὐτομελόν
Τά μεγαλεία σου, Παρθένε, τίς διηγήσεται; βρύεις γάρ θαύματα, καί πηγάζεις ἰάματα, καί πρεσβεύεις ὑπέρ τῶν ψυχῶν ἠμῶν, ὡς Θεολόγος καί φίλος Χριστοῦ.

Ἕτερον. Ἦχος γ΄. Ἡ παρθένος σήμερον
Προσπεσῶν Ἀπόστολε, τοῦ Διδασκάλου τῷ στήθει, ἐξ αὐτοῦ ἀντλήσας δέ, θεολογίας τά ρεῖθρα, ἅπασαν, τήν οἰκουμένην τερπνῶς ἀρδεύεις, νάμασι, τοῖς ζωηφόροις καί ἀθανάτοις, διό χαῖρε σοί βοῶμεν, ὤ Ἰωάννη, θεολογίας πηγή.

Μεγαλυνάριον
Ὡς ἠγαπημένος τῷ Ἰησοῦ, τῆς θεολογίας, ἐμυήθης τόν θησαυρόν ὅθεν Ἰωάννη, Ἀπόστολον θεοπτην, καί μύστην τῶν ἀρρήτων, σέ μεγαλύνομεν.

Ἕτερον μεγαλυνάριον
Πέτρα ὡς ἡ πάλαι τῷ Ἰσραήλ, ὤφθη Θεολόγε, ὁ σός τάφος ὁ εὐαγής, βρύει γάρ τῷ κόσμω, ὡς μάννα ψυχοτρόφον, τρυφῆς ἐπουρανίου, κόνιν θεοσδοτον.



Την 26η Σεπτεμβρίου
Στίχος
Πατρὸς παρέστης ἠγαπημένῳ Λόγῳ,
Πάντων μαθητῶν Ἠγαπημένε πλέον.
Πρός γε Θεὸν μετέβη βροντῆς παῖς εἰκάδι ἕκτῃ.

Ἀπολυτίκιον Ἦχος β'.
Ἀπόστολε Χριστῷ τῷ Θεῷ ἠγαπηπημένε, ἐπιτάχυνον, ῥῦσαι λαὸν ἀναπολόγητον, δέχεταί σε προσπίπτοντα, ὁ ἐπιπεσόντα τῷ στήθει καταδεξάμενος· ὃν ἱκέτευε, Θεολόγε, καὶ ἐπίμονον νέφος ἐθνῶν διασκεδάσαι, αἰτούμενος ἡμῖν εἰρήνην, καὶ τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον Ἦχος β'. Αὐτόμελον
Τὰ μεγαλεῖά σου Παρθένε, τὶς διηγήσεται; βρύεις γὰρ θαύματα, καὶ πηγάζεις ἰάματα, καὶ πρεσβεύεις ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν, ὡς θεολόγος καὶ φίλος Χριστοῦ.

Ὁ Οἶκος
Ὕψη οὐράνια ἐκμανθάνειν, καὶ θαλάσσης τὰ βάθη ἔρευναν, τολμηρὸν ὑπάρχει καὶ ἀκατάληπτον, ὥσπερ οὖν ἄστρα ἑξαριθμῆσαι, καὶ παράλιον ψάμμον οὐκ ἔστιν ὅλως, οὕτως οὔτε τὰ τοῦ Θεολόγου εἰπεῖν ἱκανόν, τοσούτοις αὐτὸν στεφάνοις ὁ Χριστός, ὃν ἠγάπησεν ἔστεψεν! οὗ τῷ στήθει ἀνέπεσε, καὶ ἐν τῷ μυστικῷ δείπνῳ συνειστιάθη, ὡς Θεολόγος καὶ φίλος Χριστοῦ.

Από το βιβλίο: «Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης», 
Εκδόσεις «Αποκάλυψις»
Διαβάστε περισσότερα...

Βίος Οσίου Αρσενίου του Μέγα

Ο Όσιος Αρσένιος ο Μέγας εορτάζει στις 8 Μαΐου.
Ο Όσιος Αρσένιος ο Μέγας γεννήθηκε στη Ρώμη, στην Εκκλησία της οποίας ήταν διάκονος, από γονείς πλούσιους και ευσεβείς και έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορος Θεοδοσίου του Μεγάλου (379 - 395 μ.Χ.). Διακρινόταν για τη σοφία, το άμεμπτο ήθος και τις ποικίλες αρετές του. Διήλθε τη ζωή του με την προσευχή, τη λατρευτική ζωή, την μελέτη και την τήρηση των θείων εντολών και έμαθε και την «ἄγνωστον γνώσην». Τη γνώση δηλαδή που δεν μπορεί να γίνει κατανοητή με το ανθρώπινο μυαλό, αλλά αποκαλύπτεται από το Θεό στην κεκαθαρμένη καρδιά. Με άλλα λόγια, εντρύφησε με την μελέτη και τον τρόπο ζωής του στα μυστήρια της Βασιλείας του Θεού και αναδείχθηκε σοφός διδάσκαλος και άριστος παιδαγωγός. Εξ αιτίας αυτού, με την υπόδειξη του βασιλέως Γρατιανού και του Πάπα Ιννοκεντίου, προσλήφθηκε από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο ως διδάσκαλος των υιών του Αρκαδίου και Ονωρίου.

Στην Κωνσταντινούπολη έγινε δεκτός με μεγάλες τιμές, του εδόθηκε ο τίτλος του πατρικίου και ετιμάτο ως βασιλοπάτωρ, και όλοι τον θαύμαζαν για την πολυμάθεια και την σεμνότητα του ήθους του. Αποφεύγοντας τους θορύβους της πόλεως και τον πολυτελή βίο στα ανάκτορα, παρακαλούσε τον Θεό να τον βοηθήσει να απαλλαγεί από τα υψηλά του καθήκοντα και να τον οδηγήσει σε οδό σωτηρίας. Οι παρακλήσεις του Οσίου εισακούσθηκαν και μία μέρα άκουσε υπερκόσμια φωνή, η οποία τον πρότρεπε να εγκαταλείψει τον κόσμο. Ευθύς αμέσως απέβαλε τα λαμπρά του ενδύματα και αφού μεταμφιέσθηκε, έφυγε στην Αίγυπτο, εισήλθε σε Σκήτη και εκάρη μοναχός. Εκεί έλαβε πληροφορία από τον Θεό να ασκηθεί περισσότερο στη σιωπή και την ησυχία. Η υπεροχή του κατά την μόρφωση και τα ιερά γράμματα και το ασκητικό ήθος, η ταπεινοφροσύνη και οι κατά Θεόν αρετές του, το ανέδειξαν σε πνευματικό προεστώτα μεταξύ των συνασκητών του στην έρημο. Η φήμη της αγιότητάς του διαδόθηκε σε όλη την περιοχή, πολλοί δε από τις πόλεις προσέρχο νταν για να ακούσουν τη διδασκαλία του, να ωφεληθούν πνευματικά και να λάβουν την ευλογία του. Ακόμη και ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόφιλος επισκέφθηκε πολλές φορές τον Όσιο Αρσένιο, για να συμβουλευθεί επί θεολογικών και εκκλησιαστικών ζητημάτων.

Σε μία από τις επισκέψεις του ο Αλεξανδρείας Θεόφιλος μαζί με μερικούς άλλους παρεκάλεσε τον Όσιο να τους πει κάποιο λόγο, για να ωφεληθούν πνευματικά. «Εάν σας πω κάποιο λόγο, θα τον εφαρμόσετε;». Κι όταν εκείνοι απάντησαν καταφατικά, τους αποκρίθηκε: «Όπου ακούετε ότι βρίσκεται ο Αρσένιος, μην πλησιάζετε σε αυτόν». Το περιστατικό αυτό δείχνει την μεγάλη του ταπείνωση. Εβίωνε στην καθημερινή του ζωή το λόγο «ὅσο μέγας εἶ, τοσούτον ταπείνου σεαυτόν».



Ο Όσιος, για να αποφύγει την κοινωνικότητα και τις συχνές βαρβαρικές εισβολές και για να επιδοθεί απερίσπαστος στην προσευχή και τον καθαρό ασκητικό βίο, εγκατέλειψε τη Σκήτη και με τη συνοδεία των μαθητών του Αλεξάνδρου και Ζωίλου κατέφυγε στην Πέτρα, κοντά στη Μέμφιδα, και μετά στην Κανώπη εκεί όπου το 445 μ.Χ. κοιμήθηκε εν ειρήνη. Όταν πλησίαζε η ώρα της εξόδου του από την πρόσκαιρη αυτή ζωή, τον ρώτησαν οι μαθητές του, σε ποιόν τόπο και πώς θα ήθελε να τον ενταφιάσουν, κι εκείνος ο μακάριος τους αποκρίθηκε: «Ὦ, τέκνα μου, νὰ δέσετε σχοινίον εἰς τοὺς πόδας μου καὶ νὰ μὲ σύρετε εἰς τὸ βουνόν». Κι αυτή η απάντηση είναι ενδεικτική της ταπεινώσεώς του.

Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης περιγράφει και την εξωτερική εμφάνιση του Οσίου και λέγει ότι ο Όσιος Αρσένιος ήταν «ξηρὸς τὸ σῶμα καὶ μακρὺς εἰς τὸ μέγεθος, εἶχε τὰ γένεια μακριὰ ἕως τὴν κοιλίαν, τὸ εἶδος τοῦ προσώπου του ἦτο ἀγγελικὸν καὶ σεβάσμιον, ὡς τὸ τοῦ Πατριάρχου Ἰακώβ».

Αξιοσημείωτα είναι τα τρία αποφθέγματα που μας άφησε. Πρώτον η υπενθύμιση, που συνήθιζε να κάνει στον εαυτό του να μην ξεχάσει ποτέ το λόγο για τον οποίο ζούσε και για τον οποίο πήγε στην έρημο. Και ο λόγος αυτός δεν είναι άλλος από τη θέωση, που είναι κι ο σκοπός της ζωής όλων των Χριστιανών. Δεύτερον, το «ὁ Θεός μου, μὴ ἐγκαταλείπῃς με, ὅτι οὐδὲν ἐποίησα ἀγαθὸν ἐνώπιόν Σου, ἀλλὰ δὸς μοι διὰ τὴν ἀγαθότητά Σου βαλεὶν ἀρχήν». Δηλαδή, ο Όσιος Αρσένιος θεωρούσε τον εαυτό του πολύ αμαρτωλό, αισθανόταν ότι δεν έχει κάνει κανένα καλό στη ζωή του και παρακαλούσε τον Θεό να μην τον εγκαταλείψει, αλλά να τον αξιώσει να βάλει αρχή μετανοίας. Τρίτον, η συμβουλή «πᾶσαν σου τὴν σπουδὴν ποίησον, ἶνα ἡ ἔνδον σου ἐργασία κατὰ Θεὸν ἦ, καὶ νικήσης τὰ ἔξω πάθη». Δηλαδή, μας προτρέπει ο Όσιος, όπως ερμηνεύει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ότι όλη την σπουδή μας πρέπει να έχουμε στο να γίνεται η εσωτερική εργασία της ιεράς προσευχής και νίψεως καθαρά και μόνο για τον Θεό, διότι αν αυτή ενεργείται καθαρά, θα νικήσουμε τα εξωτερικά πάθη του σώματος. Την παραπάνω συμβουλή του Οσίου Αρσενίου την αναφέρει πολλές φορές στους λόγους του ο μεγάλος Πατέρας και Διδάσκαλος της Εκκλησίας μας, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης.




Στίχος
Λαθεῖν βιώσας Ἀρσένιος ἠγάπα,
Ὃς οὐδὲ πάντως ἐκβιώσας λανθάνει.

Ἀπολυτίκιον Ἦχος πλ. α'. Τὸν συνάναρχον Λόγον
Τῶν τερπνῶν ἀπανέστης ἐμφρόνως Ὅσιε, χρηματισθεῖς οὐρανόθεν ὡς Ἀβραὰμ ὁ κλεινός, καὶ Ἀγγέλων μιμητής, ὤφθης τῷ βίῳ σου, λόγω ἐμπρέπων πρακτικῶ, καὶ σοφία ἀληθεῖ, Ἀρσένιε θεοφόρε. Καὶ νῦν ἀπαύστως δυσώπει, ἐλεηθήναι τᾶς ψυχᾶς ἠμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ'. Τῇ ὑπερμάχῳ
Ὡς τῆς σοφίας ἐνθεώτατον θεράποντα καὶ ἡσυχίας ὁδηγὸν καὶ θεῖον γνώμονα εὐφημοῦμέν σε οἱ δοῦλοί σου θεοφόρε·Ἀλλ’ ὡς θείας κοινωνὸς μακαριότητος Ἐκ παντοίων ἡμᾶς λύτρωσαι κακώσεων, Ἵνα κράζωμεν, χαίροις Πάτερ Ἀρσένιε.

Μεγαλυνάριον
Χαίροις τῆς σοφίας λύχνος λαμπρός, καὶ τῆς ἡσυχίας, φοῖνιξ ὄντως ὁ εὐθαλής, ὁ πράξεσι θείαις, κομῶν καὶ θεωρίαις, Ἀρσένιε παμμάκαρ, Ὁσίων καύχημα.
Διαβάστε περισσότερα...

ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

1(Ο άσωτος) έφυγε, τον άφησε ο πατέρας του ήσυχο. Τον σεβάστηκε! 

Απίστευτο πράγμα αυτό: ο σεβασμός του Θεού, πώς σε σέβεται ο Θεός. Τον άφησε!

- Πήγαινε, παιδί μου.
- Δηλαδή δεν μ' αγαπάς;
- Σ'αγαπώ πάρα πολύ. 

- Δηλαδή θες να φύγω;
- Καθόλου.
- Δηλαδή δεν πονάς;

- Πονάω.
- Τότε γιατί δεν κάνεις τίποτα;
- Κάνω.
- Τι;

- Σε σέβομαι.

Απόσπασμα από ομιλία του π.Ανδρέα Κονάνου
Διαβάστε περισσότερα...

Σάββατο 4 Μαΐου 2013

ΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΟΙΝΩΝΟΥΜΕ;


Πολλοί από μας, αδελφοί μου,  δεν γνωρίζουμε πως πρέπει να προσερχόμαστε για να κοινωνήσουμε. Γι' αυτό και αμαρτάνουμε προσερχόμενοι με αταξία, ασέβεια και αναισθησία. Όλα αυτά δείχνουν ότι δεν έχουν επίγνωση του τι πηγαίνουν να κάνουν εκείνη τη στιγμή. Ας δούμε λοιπόν μερικά βασικά πράγματα για τη στάση μας αυτή την ιερή στιγμή όταν πλέον βρισκόμαστε μπροστά στο ιερό ποτήριο :
Ø Της θ. Κοινωνίας πρέπει να προηγείται η συμμετοχή στη θ. Λειτουργία. Στη διάρκεια της ο πιστός προσεύχεται με θέρμη να τον αξιώσει ο Θεός να μεταλάβει των αγιασμάτων, χωρίς να ζημιωθεί εξ αιτίας της αναξιότητας του. Δηλαδή, η θ. Κοινωνία, να μην αποβεί σε βάρος του και τον κατακρίνει. «Μη εις κρίμα η εις κατάκριμα».
Ø Πριν από τη θ. Κοινωνία είναι καλό και ωφέλιμο ο πιστός να διαβάζει τις ευχές της θ. Μεταλήψεως, από βραδύς η το πρωί στο σπίτι, πριν ξεκινήσει για την Εκκλησία.
Ø Την ώρα της θ. Κοινωνίας μπαίνει κάθε πιστός στη σειρά του, χωρίς να σπρώχνει η να βιάζεται, με ευλάβεια, χωρίς φωνές, διεκδικήσεις προτεραιότητας, διαγκωνισμούς και ύβρεις. Σε τίποτε δεν μας ωφελεί το να προσερχόμαστε για την Μετάληψη ανταλλάσσοντας πικρές λέξεις με τους αδελφούς μας, επειδή θέλουμε εμείς η αυτοί να φτάσουμε πρώτοι στο Αγ. Ποτήριο ή το ακόμα χειρότερο επειδή σιχαινόμαστε τον προηγούμενο μας.. Αντί φιλονικιών, οφείλουμε καθώς πλησιάζουμε στο 'Αγ. Ποτήριο, να προσευχόμαστε να μας αξιώσει ο Θεός της τιμής να κοινωνήσουμε το σώμα Του και το αίμα Του. Καλό όμως είναι να προσφέρουμε προτεραιότητα στα παιδιά, στις μητέρες με μωρά στην αγκαλιά, στους γέροντες και στους αναπήρους.
Ø Στεκόμαστε λοιπόν μπροστά στο Άγιο Ποτήριο με υπομονή και έλλειψη βιασύνης, έστω κι αν χρειαστεί να κοινωνήσουμε τελευταίοι. Στεκόμαστε πάντοτε ο ένας πίσω από τον άλλον αφήνοντας υποχρεωτικά διάδρομο για να φεύγουν όσοι κοινωνούν και ποτέ δεν σχολιάζουμε ή και φιλονικούμε αν κάποιος «πιο έξυπνος από μας» μας πήρε τη θέση και πέρασε μπροστά μας.
          «Τι τρέχεις τό­σον βιαστικός να πλησιάσεις; είπε μου. Ένεκα ποιας αιτίας επείγεσαι να δεις σφαγιασμένο το πρόβατο; Εάν χρειαζόταν να στέκεσαι καθ' όλη τη διάρκεια της «μέρας» και να παρατηρείς τη θυσία, θα την χόρταινες; Τι λέγεις; … Τώρα λοιπόν, πού πρόκειται να προσέλθεις και νακοινώνησες, αισθάνεσαι τόσον μεγάλο κάματο σε τόσο βραχύ χρονικό διάστημα; Δεν αντιλαμβάνεσαι, ότι με τον τρόπον αυτό πρόκειται να τα χάσεις όλα;» (Ομιλία εις το όνομα του κοιμητηρίου κα! εις τον Σταυρόν, 2, 473-474),
Ø Φτάνοντας μπροστά στον Ιερέα κάνουμε τον σταυρό μας και παίρνουμε με προσοχή από το χέρι του προηγούμενου πιστού, που κοινώνησε, το μάκτρο, δηλαδή το κόκκινο πανί, το όποιο πιάνουμε με τα δυο μας χέρια και το τοποθετούμε κάτω από το σαγόνι μας απλωμένο.. Έτσι προφυλάσσουμε τη θ. Κοινωνία από ενδεχόμενη πτώση κάποιου «μαργαρίτη» κάτω, πράγμα που αν συμβεί είναι μεγάλη αμαρτία. «Μαργαρίτης» ονομάζεται και το απειροελάχιστο τμήμα του Αγ. Άρτου, που είναι Σώμα Χρίστου.
Αμέσως λέμε το μικρό όνομα μας ευκρινώς για να το ακούσει ο ιερεύς, ώστε να το μνημονεύσει όταν  θα μας κοινωνεί, λέγοντας: «μεταλαμβάνει ο δούλος του Θεού... σώμα και αίμα Χρίστου εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον».
Ø Ανοίγουμε το στόμα μας καλά και περιμένουμε τον ιερέα να βάλει μέσα την λαβίδα, δηλαδή το κουταλάκι με τη θ. Κοινωνία. Και τότε κλείνουμε το στόμα μας. Μερικοί δεν ανοίγουν καλά το στόμα τους η το κλείνουν πριν η λαβίδα μπει μέσα, άλλοι προσπαθούν να «ρουφήξουν» από μακριά τη Θ. Κοινωνία, με κίνδυνο να υπάρξει ζημιά. Ο ιερεύς μόλις ο πιστός κλείσει το στόμα του, τραβά έξω την λαβίδα και ο πιστός καταπίνει τη θ. Κοινωνία.
Ø Αμέσως μετά, με το κόκκινο πανί, το μάκτρο, σκουπιζόμαστε στο στόμα και το ξαναδίνουμε στον Ιερέα ή στον επόμενο. Δεν το αφήνουμε να κρεμαστεί κάτω. Στο σημείο αυτό πρέπει να έχουμε υπόψη πόσο μεγάλη ασέβεια είναι να προσέρχονται οι γυναίκες να κοινωνήσουν με βαμμένα τα χείλη! Πράγμα που εκτός των άλλων, έχει και τα αηδιαστικά αποτελέσματα να μένει το χρώμα στην αγία Λαβίδα και το μάκτρο.
Ø Ο πιστός που κοινώνησε κάνει το σημείο του Σταυρού και απέρχεται προσευχόμενος. Επιστρέφουμε στη θέση μας για να παρακολουθήσουμε την υπόλοιπη  Θ. Λειτουργία μέχρι το «Δι΄ ευχών. Εκτός αν θέλουμε να μοιάσουμε στον Ιούδα που τα παράτησε όλα κι αποχώρησε από το μυστικό Δείπνο.
«Τι κάνεις, άνθρωπε; -Λέγει ο ι. Χρυσόστομος.- Όταν ό Χρι­στός είναι παρών, όταν άγγελοι παραστέκονται, όταν εί­ναι ενώπιον μας η φρικτή αυτή τράπεζα, όταν οι αδελφοί σου μυσταγωγούνται ακόμη, συ τους εγκαταλείπεις και φεύγεις έξω; Και σε ένα συνηθισμένο γεύμα αν προσκληθείς, έστω και αν νωρίτερα από τους άλλους χορτάσεις, δεν τολμάς να φυγής πρότερα από τους φίλους σου, όταν οι άλλοι ακόμη εξακολουθούν να τρώγουν. Εδώ δε, ενώ τα Θεία Μυστήρια ακόμη επιτελούνται, ενώ η ιερά τελετή ακόμη δεν έχει τελειώσει, συ τα αφή­νεις όλα στη μέση και αναχωρείς. Πώς αυτά είναι ά­ξια συγγνώμης; Ποια δε απολογία θα βρεις; Θέλετε να πω τίνος έργο κάμνουν όσοι αναχωρούν προτού να συμπληρωθεί ή Ευχαριστία και δεν περιμένουν να αναφέρουν στο Θεό τις ευχαριστήριες ωδές επί τη λήξει του Ιερού Μυστηρίου; Ίσως να σας φανεί) υπερβολικό αυτό, πού πρόκειται να λεχθεί αλλά είναιανάγκη να το πω. Και το απαιτεί ή ραθυμία πού δεί­χνουν οι πολλοί. Αυτοί λοιπόν ομοιάζουν με τον Ιούδα» (Εις το βάπτισμα του Χριστού, 2, 441-442).
Ø Καλό είναι να κλέψουμε λίγο απ’ το χρόνο μας και να διαβάσουμε την Ευχαριστία, δηλαδή τις ειδικές ευχές που η Εκκλησία έχει συντάξει για να διαβάζονται μετά τη Θεία Κοινωνία. Είναι η απόδοση ευχαριστιών και ευγνωμοσύνης προς τον κατοικήσαντα εντός μας Λυτρωτή και Κύριο μας.
Ø Στο τέλος, όπως έχει επικρατήσει παίρνουμε το αντίδωρο και αποχωρούμε γεμάτοι ειρήνη και αγάπη και θεία ζεστασιά.   Το αντίδωρο βέβαια το παίρνουμε ως εκ περισσού. Λάβαμε το Δώρο δια της Θ. Κοινωνίας. Δεν μας χρειάζεται αντίδωρο. Όμως επιβάλλεται μετά τη Θ. Κοινωνία κάτι να φάμε και κάτι να πιούμε για να ξεπλύνουμε το στόμα μας από τη Θ. Κοινωνία. Το αντίδωρο βοήθα στο καθάρισμα του στόματος μας από υπολείμματα μαργαριτών. Αν, επιστρέφοντας στο σπίτι μας πιούμε και νερό, αυτό ολοκληρώνει τη διαδικασία.
Χριστούγεννα και Θεία Κοινωνία.
Αγαπητοί Χριστιανοί.
Κυριακή των προπατόρων σήμερα. Οι μέρες που μας χωρίζουν από τα Χριστούγεννα λίγες. Καθημερινά, στην υμνολογία της Εκκλησίας μας ακούμε πλείστες όσες αναφορές στο γεγονός. Και σήμερα η Εκκλησία μας με την αναφορά της στουs προπάτορες, από ανθρώπινης βέβαια πλευράς, του Χριστού, τη Γέννηση μας προαναγγέλλει. Παράλληλα ακούμε και την ευαγγελική περικοπή του Μεγάλου Δείπνου. Και αυτό δεν είναι τυχαίο. Οι πατέρες της Εκκλησίας μας βλέπουν σ’ αυτό το μεγάλο Δείπνο, το Δείπνο της Θ. Ευχαριστίας. Η πρόσκληση του οικοδεσπότου είναι η πρόσκληση που απευθύνεται και σε μας «μετά φόβου θεού πίστεως και αγάπης προσέλθετε». Τι σημαίνουν όλα αυτά;   Αυτά είναι τα Χριστούγεννα κι έτσι πρέπει κανείς να τα σκέπτεται τα Χριστούγεννα κι έτσι να ετοιμάζεται να γιορτάσει τα Χριστούγεννα. Γι’ αυτό και είναι αδια­νόητο να κάνεις Χριστούγεννα, χωρίς να κοινωνήσεις. Άλλα γιατί να κοινωνήσεις; Απλώς να κοινωνήσεις; Φθάνει απλώς να σκεφθείς «α, έχω καιρό να κοινωνήσω, ας πάω να κοινωνήσω»; Ή, «όλοι κοινωνούν, ας κοινω­νήσω»; Ή, «καλό θα μου κάνει ή Θεία Κοινωνία, ας κοι­νωνήσω, ας πάρω τον Χριστό μέσα μου»;
Κοινωνούμε, ακριβώς για να ενωθούμε με τον τεχθέντα Χριστό. Επειδή, όσο κι αν προσευχηθεί ό άνθρωπος, όσο κι αν πιστεύσει, όσο κι αν μετανοήσει, ό,τι κι αν κάνει ό άνθρωπος, το χάσμα πού τον χωρίζει από τον Θεό μετά την πτώση είναι αγε­φύρωτο και δεν το γεφυρώνει τίποτε. Το γεφυρώνει μόνο ο Χριστός, ο ενανθρωπήσας Χριστός. Όχι απλώς το πιστεύουμε, όχι απλώς το υποθέτουμε, όχι απλώς το πε­ριμένουμε, αλλά γίνεται πράγματι αυτή ή κοινωνία μετον Χριστό μέσα στο μυστήριο, μέσα στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, καθώς επάνω στην αγία Τράπεζα έχουμε το σώμα και το αίμα του Χρίστου και κοινω­νούμε του σώματος του και του αίματος του.
Αλίμονο όμως εάν αυτό το κάνει κανείς παγανιστικώ τω τρόπω, μαγικώ τω τρόπω, απλώς από συνήθεια. Δεν φθάνει. Χρειάζεται οπωσδήποτε να έχει κανείς αυτή τη λαχτάρα μέσα του, αυτόν τον πόθο μέσα του, να έχει αυτή τη μετάνοια. Να ποθεί τον Θεό έτσι που σαν να μην υπάρχει τίποτε άλλο. Έτσι μπορείς να συναντηθείς με τον Θεό και να βρεις τον Θεό. 
Διαβάστε περισσότερα...

Παρακλητικός Κανών Οσιο Ιωάννη Κλίμακος

Παρακλητικός Κανόνας Ιωάννης Κλίμακος 
(Αθανασίου Ιερομονάχου Σιμωνοπετρίτου)


Ευλογήσαντος του ιερέως, ψάλλομεν το· Θεός Κύριος, μεθ’ ο το παρόν. Ήχος δ’. Ο Υψωθείς.
Οι την ουράνιον βαδίζοντες τρίβον, τον ουρανόν δε πλουτούντες αλείπτην, θεόσοφον ηγούμενον του όρους του Σινά, δεύτε ικετεύσωμεν, εκ καρδίας βοώντες, Πάτερ καταξίωσον, Ιωάννη ευχαίς σου, ουρανοδρόμον κλίμακα καλώς, διεκπεράσαι, και φθάσαι προς Κύριον.
Δόξα. Και νυν. Θεοτοκίον.
Ου σιωπήσομέν ποτε...

Ο Ν’ ψαλμός, και ο Κανών, ου η ακροστιχίς: Κλιμακοδρόμον αληθή δείξόν με Πάτερ. Α(θανάσιος)

Ωδή α’. Ήχος πλ. δ’. Αρματηλάτην Φαραώ.
Κλιμακοπήκτα Ιωάννη Όσιε τον σκοτισμόν της ψυχής, άσαι αρχομένοι, πόρρω αποδίωξον, και γαρ έχεις το δύνασθαι, ως συνών θείω γνόφω, νέε Μωσή και χαρίτωσον, την φιλόσιόν μου παράκλησιν.

Λέγει Χριστός ο σωτηρίας Κύριος ει τινες βούλεσθε, εξακολουθήσαι, τοις εμοίς διδάγμασιν, αφέντες πάντα άρατε, τον ζυγόν τον χρηστόν μου, και καθ’ ημέρα προστίθεσθε, πυρ και πόθω πόθον αυξάνετε.

Ιερωτάτην τω Κυρίω δείκνυσθαι, Πάτερ ευδόκησον, πάντοτε θυσίαν, λογικόν με σφάγιον, και γαρ ως συ διέθηκας, μοναχός εστιν όντως, ο καθ’ ημέραν τον θάνατον, τον υπέρ Χριστού προελόμενος.
Θεοτοκίον.
Μαρία Μήτερ του Θεού μου πρέσβευε, συν Σιναΐτη Πατρί, τω Υιώ και Λόγω, δούναι απροσπάθειαν, αποταγήν ολόθυμον, όπως τούτου οπίσω, ακολουθών ευφραινόμενος, φθάσω εις λιμένα τον εύδιον.

Ωδή γ’. Ουρανίας αψίδος.
Αβραάμ ποίησόν με ταις ικεσίαις σου Όσιε, ξένον επιγείων πραγμάτων και μόνον έχεσθαι, των του Κυρίου μου, ζωοποιών ενταλμάτων, και Σιών ουράνιον, καταλαβέσθαι με.

Κοιμωμένου μου Πάτερ ο κακογράφος πειράζει με, και φανταστικαίς εμπειρίαις την μνήμην βούλεται, από καρδίας μου, του Ιησού εκδιώκειν, Ον ευχαίς τιμίαις σου αποσκοράκισον.

Ο πατρί σου τιμίω υποταγείς άγιε, ώσπερ υποτέτακται Λόγος Πατρός ευλόγησον, και καταξίωσον, ούτω καμέ υπακούειν, και Μωσή μου τέλειον, ενυποτάττεσθαι.
Θεοτοκίον.
Δωρεάν Θεοτόκε της μετανοίας χορήγησον, άμα Ιωάννη τω πάνυ καθικετεύουσα, ταύτην κατέχειν με, και καθ’ εκάστην δικάζειν, την φιλαμαρτήμονα, ψυχήν εκούσιον.

Διάσωσον, από κινδύνων τους δούλους σου θείε Πάτερ, ότι σε υποφήτην κεκτήμεθα, και άριστον παιδαγωγόν σωτηρίας.
Επίβλεψον, εν ευμενεία πανύμνητε Θεοτόκε...

Κάθισμα. Ήχος β’. Τα άνω ζητών.

Της άνω ζωής προθύμως εφίεσθαι, τιμίαις ευχαίς σου Πάτερ ημίν δώρησαι, και αφόβως διέρχεσθαι κλίμακα, προς Κύριον βεβαίως, καθοδηγών ημάς.

Ωδή δ’. Εισακήκοα Κύριε.
Ρήτωρ πέφηνας Όσιε, μνήμης του θανάτου ην και παράσχοις μοι, ώσπερ άρτον ημερούσιον, και παραπτωμάτων φυλακτήριον.

Οι πενθούντες μακαρίζονται, Πάτερ πενθικώτατε αμαρτήματα, ων τω κλήρω με κατάταξον, ίν’ αποπισσώσω την καρδίαν μου.

Μέμνησό μου τρισόλβιε, και αοργησίαν μοι χάρισαι, όπως τύπος γνησιώτατος, Ιησού του πράου εποφθήσωμαι.
Θεοτοκίον.
Όμοιός τις καθέστηκεν, ο μνησικακών πλησίον Δέσποινα, τω δοκείν εν ύπνω τρέχοντι, ου της καταδίκης με εκλύτρωσαι.

Ωδή ε’. Ίνα τι με απώσω.
Νοεράς βδέλλης Πάτερ, της εκδαπανώσης το φιλάδελφον, ρύσαί με βοώ σοι, και της κατακρίσεως του πέλας μοι, αλλά καθοράν μου, τας ανομίας και τα πάθη, α ποιών παροργίζω τον Κτίστην μου.

Ασφαλείας το κλείθρον, σιωπή εν αισθήσει ωνόμασται, ώσπερ απωλείας, θησαυρού το πολύλογον πέφυκε, όθεν δυσωπώ σε, πανοσιώτατέ μου Πάτερ, σιωπής με ταμείον απέργασαι.

Λόγος ίσταται ψεύδους, άντικρυς Κυρίου αληθεύοντος, είρηκε γαρ ότι, απολέσω ψευδόμενον άπαντα, όθεν μέθυσόν με, της κατανύξεως τω οίνω, Ιωάννη φιλάληθες Όσιε.
Θεοτοκίον.
Η Θεού διαβλήτωρ, ως ασπλάγχνου ιδού παραγέγονε, και εκλύουσά μου, του νοός την οξύτητα Δέσποινα, ακηδία λέγω, ης με απάλλαξον εν τάχει, ότι θάνατός εστι μονάζουσι.

Ωδή στ’. Την δέησιν.
Θαυμάζεις, ως εικός τρισόλβιε, θεωρών της γαστρός την απάτην, ότι πολλούς, εις απώλειαν έλκει, προβαλλομένη της φύσεως σύνδεσμον, εξ’ ου με έκσπασον ταχύ, ίνα βρώσιν γευθώ θείου Πνεύματος.

Ηγάπησεν, ο γλυκύς μου Κύριος, την αγνείαν αρετήν υπέρ πάσαν, και σαρκωθείς, εκ Πανάγνου κοιλίας, ημίν ως κλήρον πανέραστον δέδωκε, το δύνασθαι υπερφυώς, ταις ευχαίς σου αγνεύειν αγνότατε.

Δυνάμωσον, τους ποθούντας Όσιε, ακτημόνως διελθείν βίον τόνδε, και μεριμνάν, καθ’ εκάστην κατέχειν, τον Ιησούν θησαυρόν πανασύλητον, και γεύεσθαι πνευματικών, ηδονών και τροφών άπερ μένουσι.
Θεοτοκίον.
Εκάλυψεν, την ψυχήν μου Δέσποινα, ο βαρύς αναισθησίας αυθέντης, και προς Θεόν, ατενίζειν ουδόλως, εά τι πράξω ο τάλας και δείλαιος; απόσεισον δια παντός, τυραννούντά με Κόρη πρεσβείαις Σου.

Διάσωσον, από κινδύνων τους δούλους σου θείε Πάτερ, ότι σε υποφήτην κεκτήμεθα, και άριστον παιδαγωγόν σωτηρίας.
Άχραντε, η δια λόγου...

Κοντάκιον. Ήχος δ’. Προστασία των χριστιανών.

Ως ποιμήν λογικών προβάτων τρισόλβιε, και πείρα μαθών πως βαίνειν δει την κλίμακα, αρετών ην σοφώς ημίν καταλέλοιπας, καταξίωσον φαιδρώς, και χαρμοσύνως ευδρομείν, ώστε φθάσαι τον Κύριον, Όνπερ ευχαίς δυσώπει, δούναι πλουσίως χάριν, τοις εκ ψυχής ικετικώς, βοώσί σοι Όσιε.

Προκείμενον: Τίμιος εναντίον Κυρίου, ο θάνατος του Οσίου Αυτού.

Στ.: Τι ανταποδώσομεν τω Κυρίω, περί πάντων ων ανταπέδωκεν ημίν.

Ευαγγέλιον (Ματθ. ια’, 27-30).
Είπεν ο Κύριος τοις εαυτού μαθηταίς· πάντα μοι παρεδόθη υπό του Πατρός μου, και ουδείς επιγινώσκει τον Υιόν, ει μη ο Πατήρ, ουδέ τον Πατέρα τις επιγινώσκει, ει μη ο Υιός, και ω εάν βούληται ο Υιός αποκαλύψαι. Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω ημάς. Άρατε τον ζυγόν μου εφ’ υμάς και μάθετε απ’ εμού, ότι πράός ειμι και ταπεινός τη καρδία και ευρήσητε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς υμών. Ο γαρ ζυγός μου χρηστός, και το φορτίον μου ελαφρόν εστιν.

Δόξα: Ταις του Σου Οσίου...

Και νυν: Ταις της Θεοτόκου...

Προσόμοιον. Ήχος πλ. β’. Όλην αποθέμενοι.

Στ.: Ελεήμον, ελέησόν με ο Θεός...

Όλην ενδυσάμενος, την του Χριστού πανοπλίαν, της ερήμου γέγονας, τέκνον γνησιώτατον εμπειρότατος, μοναστών διδάσκαλος, σάλπιγξ μετανοίας, του Σινά μέγα εγκαύχημα, φιλησυχώτατε, και συναρμοστής θείας κλίμακος, τα βάθη τα του Πνεύματος, ύπερ τις και άλλος εκθέμενος, Όσιε δυσώπει, τον Κύριον τους πάντας εισελθείν, εις Βασιλείας τα δώματα, Ιωάννη πάνσοφε.

Ωδή ζ’. Παίδες Εβραίων.
Ίδε ασθένειαν σαρκός μου, πως αείποτε τω ύπνω καθηττάται, διο Πάτερ βοώ, ακίνητόν με στύλον, εν προσευχή ανάδειξον, και χρυσόν πεπυρωμένον.

Ξίφος οξύ ηκονημένον, κατά δαίμονος φιλοϋπνίας πέλει, αγρυπνία πολλή, εν γνώσει ψαλμωδία, α μοι ευχαίς σου δώρησαι, Πάτερ μου πεποθημένε.

Όπλον ανίκητον εδόθη, τοις χριστώνυμον βιούσι πολιτείαν, Ιησού το γλυκύ, όνομα υπέρ μέλι, δι’ ου με καταγλύκανον, Ιωάννη θεοφόρε.
Θεοτοκίον.
Νουν μοναχού απομαραίνει, το κενόδοξον δοξάριον Παρθένε, ου με Κόρη εκτός, συντήρει δια βίου, ίνα διπλήν και άσκοπον, μη ηττώμαι αδικίαν.

Ωδή η’. Τον εν όρει αγίω.
Μετά μόνης της υπερηφανίας, των δαιμόνων πληθύς Θεού απεχωρίσθη, τη ταπεινώσει δε Θεώ ημείς ηνούμεθα, ην μοι δίδου Πάτερ, ταις θείαις σου πρεσβείαις.

Επιφέρει βλασφήμων Πάτερ νέφη, ο ακάθαρτος και βορβορώδης δαίμων, άπερ ευχαίς σου πόρρρω αποδίωξον, ίνα επιλάμπη, το φως το του Κυρίου.

Πράος πέλων ο Ιησούς μου μάκαρ, αναπαύεται πραέων εν καρδίαις, διο αιτώ σε πλήρωσον πραότητος, την τεταραγμένην, ψυχήν μου Ιωάννη.
Θεοτοκίον.
Άνευ Κόρη σημείων και τεράτων, τετυχήκασι πολλοί της σωτηρίας, της ταπεινώσεως όμως ουδείς ουδέποτε, είληφε τα γέρα, ην μοι παράσχοις Μήτερ.

Ωδή θ’. Εξέστη επί τούτω.
Τοις πόνοις και τοις κόποις ο Αγαθός, εκμειλίσσεται μεν αλλά πέφυκεν, εν ταις απλαίς, και ταπεινοσκύλμοις ψυχαίς το φως, διδόναι διακρίσεως, δι’ ης τοις εν κόσμω μοναδική, γίνεται πολιτεία, τύπος ζωής ενθέου, ην μοι παράσχου Πάτερ Όσιε.

Ενώσαις με τη μνήμη του Ιησού, ω καλέ μοναζόντων διδάσκαλε, ίνα καγώ, εύρω ησυχίας τον γλυκασμόν, ως γαρ οι βασιλεύοντες, χαίρουσι τω πλούτω και τοις φθαρτοίς, ούτω εν ερημίαις, αγάλλονται ενθέως, οι προσευχήν επικτησάμενοι.

Ρημάτων ουκ αρκεί μοι πάσα πληθύς, την ατέλεστον φράσαι απάθειαν, ην ως χρυσήν, πάντες επενδύσαντο αρετήν, δι’ ης και εποφθήσονται, τω απαθεστάτω Παμβασιλεί, ανάστασις δευτέρα, ωνόμασται ης τύχω, ταις ικεσίαις σου πανόσιε.
Θεοτοκίον.
Αγάπης ουδέν ίσον αφ’ ου Θεός, της αγάπης υπάρχει το πλήρωμα, και ο σκοπός, κεκαρδιωμένης διαγωγής, της κλίμακος δε τέθειται, πέρας και σφραγίς αύτη νουνεχώς, ης με και κληρονόμον, πρεσβείαις Σου πανάγνοις, Θεοκυήτορ εναπόδειξον.

Άξιόν εστι... και τα Μεγαλυνάρια.

Κλίμακος συνθέτην της νοεράς, δεύτε Ιωάννην ευφημήσωμεν ευλαβώς, πάσι γαρ υπάρχει, διδάσκαλος και μύστης, προς αρετών την κτήσιν ο οσιώτατος.

Λύσον των παθών μου πέδας σκληράς, Πάτερ Ιωάννη και χορήγει μοι σαις ευχαίς, πίστιν ακροτάτην, όπως καγώ ανέλθω, βαθμίδας κλίμακός σου, εκκαθαιρόμενος.

Ιδού Πάτερ ίσταται ο χορός, σεπτών μοναζόντων, κλιμακόδρομος εν χαρά, σοι ευχαριστίαν, προσάγων εκ καρδίας, ότι αυτοίς εγένου ζωής ο πρόξενος.

Μένει η τριάς θεολογικών, αρετών παμμάκαρ, ας μοι δώρησαι σαις ευχαίς, ίνα πίστει τρέχω, και α ελπίζω λάβω, αγάπη του Κυρίου, Ος με ηλέησε.

Αναβαίνων Πάτερ προς τον Θεόν, δειλιώ πτωχείαν, όταν λάβω μου κατά νουν, όλος γαρ πηλώδης, ειμί ουχί πυρώδης, ως θέλει του Χριστού μου το θείον πρόσταγμα.

Ξένον με συντήρει των κοσμικών, θείε Σιναΐτα, μεριμνών των φθοροποιών, όλον δε τον πόθον, του Ιησού ενθείς μοι, ευλόγει μου πορείαν, τριακοντάβαθμον.

Θείων εννοιών την σεπτήν σκηνήν, Πάτερ προσκυνούντες, ασπαζόμεθα αισθητώς, σε τον ευεργέτην, χορείας μοναζόντων, ας δαψιλώς ποτίζεις, νάμασι κλίμακος.

Πάσαι των Αγγέλων αι στρατιαί...

Τρισάγιον. Τα συνήθη. Εις την απόλυσιν, το παρόν τροπάριον. Ήχος β’. Ότε εκ του ξύλου.

Δεύτε, αναβάντες αδελφοί, κλίμακα σεπτήν Ιωάννου, ευθύς χωρήσωμεν, άνω γαρ ο Κυρίος, ημάς προσδέχεται, και τα γέρα χαρίζεται, καμάτων τιμίων, ους περ ως μαρτύριον της συνειδήσεως, στέφων, εις νυμφώνα εισάξει, ένθα δήμος πάντων Αγίων, ευαρεστησάντων εκ προθέσεως.

Δέσποινα πρόσδεξαι...

Την πάσαν ελπίδα μου...

Εκ παντοίων κινδύνων...

Τη πρεσβεία Κύριε...

Δι’ ευχών.

Στίχοι:

Είληφε τέλος τη εικοστή και πέμπτη,
μηνός Σεπτεμβρίου, ημέρα δε Τετάρτη,
Πρώτη πρωϊνή, μνήμη δε Ευφροσύνης,
ήπερ ανελήλυθε κλίμακα προ αιώνων.
Αιτήσει φιλοσίω τε παρθενευόντων,
Και ασκουμένων εν Μονή Μετεώρων,
Κλήσει τιμωμένη του Πρωτοδιακόνου.
Διαβάστε περισσότερα...

Η ΕΙΣ ΑΔΟΥ ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

1του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου

Ο ΑΔΗΣ: Με την υποταγή του κόσμου στην εξουσία του Διαβόλου, αμέσως μετά την Πτώση των Πρωτοπλάστων, ο άνθρωπος αποκόπηκε από το Θεό και φυλακίσθηκε στον Άδη. Στον Άδη ο άνθρωπος “ζούσε” δυστυχισμένα επειδή ήταν αποκομμένος από το Θεό που είναι η πηγή της πραγματικής ζωής. Σ' αυτόν τον τραγικό χώρο της δυστυχίας και απελπισίας κατέβηκε ο Χριστός για να ελευθερώσει τους αιωνίους αιχμαλώτους, που βρίσκονταν εκεί χωρίς τη θέλησή τους. Ο Άδης δεν ταυτίζεται με την κόλαση.  
Οι θύρες του Άδη, όπου κατέβηκε ο Κύριος άνοιξαν για να μπορέσουν να διαφύγουν οι αιχμάλωτοί του, ενώ όταν ο κολασμένος κατεβαίνει στην κόλαση η πόρτα της κλείνει πίσω του και δε θα ανοίξει ποτέ.
Ο Άδης κι η κόλαση είναι το βασίλειο του θανάτου καί χωρίς το Χριστό, θα υπήρχε στον κόσμο μία μόνο κόλαση κι ένας μόνο θάνατος και αυτός πανίσχυρος. Όμως με το θάνατό Του ο Κύριος συνέτριψε ≪τόν τό κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοὐτέστιν τόν διάβολον≫ (Εβρ. β´ 14). Έτσι οι άνθρωποι θα γνωρίσουν τον πρώτο θάνατο, αυτόν τον σωματικό, που δεν θα έχει συνέπειες στη σωτηρία τους, και μόνο ο άπιστος, κι αυτός εκουσίως, θα γνωρίσει και τον δεύτερο θάνατο, το χωρισμό του δηλαδή από το Θεό και το σκότος της κόλασης. Αντίθετα ο πιστός θα ζει αιωνίως, και εν σώματι μετά τη Δευτέρα Παρουσία, στο νέο παράδεισο της τρυφής, τη Βασιλεία των Ουρανών.

Ο ΑΓΙΟΣ ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΚΥΠΡΟΥ: Διαβάζουμε από το κέιμενο του Αγίου Επιφανίου για τη σημερινή μέρα: “Γιατί απέραντη σιωπή βασιλεύει σήμερα στη γη; Μεγάλη σιωπή, γιατί ο βασιλεύς κοιμάται. Η γη φοβήθηκε και ησύχασε, γιατί ο Θεός  με το σώμα (...) πέθανε και ο Άδης ετρόμαξε. Ο Θεός αυτούς που κοιμόνταν αιώνες, από τον Άδη ανέστησε (…). Σήμερα σώζεται όλος ο κόσμος, ορατός και αόρατος.
Σήμερα είναι διπλή η παρουσία του Δεσπότου Χριστού. Από τον ουρανό στη γη και από τη γη στα κατοχθόνια κατεβαίνει ο Χριστός. Οι πύλες του Άδου ανοίγονται. Χαρήτε όλοι εσείς που κοιμάσθε από τους πανάρχαιους αιώνες. Από επάνω φωνές που διέταζαν: Άρατε πύλας όχι ανοίξετε, αλλά ξερριζώστε τις από τα θεμέλια, βγάλτε τις τελείως από τον τόπο τους. ώστε να μην μπορούν πια να ξανακλείσουν. Άρατε πύλας, γιατί ήρθε ο Χριστός, η ουράνια θύρα. Ο Αδάμ ο πρωτοδημιούργητος και πρωτόπλαστος και πρωτόθνητος που βρισκόταν δεμένος γερά, άκουσε τα βήματα του Κυρίου, και αμέσως ανεγνώρισε την φωνή Του, καθώς επερπατούσε μέσα στη φυλακή.

Εισέρχεται ο Κύριος, κρατώντας το νικηφόρο όπλο του Σταυρού. Ύστερα τον πιάνει από το χέρι, τον σηκώνει επάνω και του λέει: Σήκω συ που κοιμάσαι και ανάστα από τους νεκρούς! Εγώ ο Θεός, που για χάρι σου έγινα υιός σου, δίνω ελευθερία και λέω στους φυλακισμένους: εξέλθετε. Αδάμ, δεν σε έπλασα, για να μένεις φυλακισμένος στον Άδη. Ανάστα εκ των νεκρών. ”

Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ: η Κάθοδος του Χριστού στον Άδη κατέχει εξέχουσα θέση στην διδασκαλία της πίστεώς μας. Ο θρίαμβος του Θεανθρώπου κατά του Άδου και του θανάτου, άρχιζε ακριβώς από εκεί, όπου οι εχθροί του νόμισαν ότι Τον νίκησαν και Τον εξαφάνισαν. Τα όργανα του ανθρωποκτόνου Διαβόλου, ≪ησφαλίσαντο τον τάφον του Ιησού, σφραγίσαντες τον τάφον μετά της κουστωδίας≫ (Ματθ. κζ΄ 66). Όμως η νίκη που εκέρδισε ο Κύριος επί του σταυρού, επεκτεινόταν στον Άδη. Ο θάνατος γεννήθηκε από την αμαρτία. ≪Οικεία τροφή και κατάλληλος θανάτου της αμαρτίας η φύσις. Εντεύθεν ετέχθη, εντεύθεν ριζώθη, εντεύθεν και τρέφεται≫. (Ιωάννης Χρυσ.) Εάν βρισκόταν κάποιος τελείως αναμάρτητος, ο θάνατος δεν θα μπορούσε να τον κρατήσει δέσμιο. Και τέτοιος ακριβώς, υπήρξε κατά την ανθρώπινη φύση του, ο Κύριος, ≪ο οποίος αμαρτίαν ουκ εποίησεν, ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματι αυτού≫. (Α΄ Πέτ. β΄ 22). Έτσι, ο Άδης, όχι μόνο δεν μπόρεσε να τον κρατήσει, αλλά το βασίλειό του κατελήθη. Στο πρόσωπο του Χριστού, δικαιώθηκε και λυτρώθηκε, ολόκληρο το ανθρώπινο γένος.

Γι’ αυτό άλλωστε ο Σταυρός του Κυρίου έγινε ≪τρόπαιον της κατά της θανάτου τυρρανίδος≫ (Ιω. Χρυσόστομος). Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης, τονίζει: ≪Δια του θανάτου έστησεν, (σταμάτησε) της φθοράς την ενέργειαν, και τούτο εστιν η του θανάτου κατάλυσις, το ανενέργητον γενέσθαι την φθοράν≫. Η αφθαρσία του σώματος του Κυρίου στον τάφο, είχε προφητευθεί και από τον Δαυίδ: ≪Ουκ εγκαταλείψεις την ψυχήν μου εις Άδην, ουδέ δώσεις τον όσιόν σου ιδείν διαφθοράν≫ (Ψαλμ. ιστ΄ 10 ). Ο πρώτος κίνδυνος που αφορούσε την ψυχή του, ήταν η εγκατάλειψή του στον Άδη. Ο δεύτερος κίνδυνος αφορούσε την σάρκα του ήταν η φθορά και η αποσύνθεση στον τάφο.
Αυτοί οι κίνδυνοι έβρισκαν μέχρι τότε απόλυτη εφαρμογή σε όλους τους ανθρώπους. Αντίθετα, ο Κύριος θα υπερνικήσει και τους δύο. Η ανάσταση του Χριστού το βεβαιώνει περίτρανα. Διπλή λοιπόν η νίκη του Χριστού: Κατέλυσε το κράτος της φθοράς εισάγοντας τον άνθρωπο στην εποχή της αφθαρσίας, και κατέβηκε στον Άδη, μα εξήλθε νικητής καταλύοντας το βασίλειο του θανάτου, χαρίζοντας στον άνθρωπο την αθανασία.

Ο απόστολος Πέτρος γράφει: ≪Ότι και ο Χριστός, άπαξ περί αμαρτιών έπαθεν, δίκαιος υπέρ αδίκων, ίνα ημάς προσαγάγει τω Θεώ, θανατωθείς μεν σαρκί, ζωοποιηθείς δε πνεύματι. Εν ο και τοις εν φυλακή πνεύμασιν πορευθείς εκήρυξε.≫ (Α΄ Πέτ. γ΄ 18-20). Δηλώνει με σαφήνεια την εις Άδου κάθοδον του Κυρίου, αναφέροντας το κήρυγμα προς τις ψυχές των προαποθανόντων, όπως ακριβώς εκήρυξε νωρίτερα στον κόσμο των ζώντων. Για την ίδια σωτηριώδη αλήθεια, διαβάζουμε: ≪αναβάς εις ύψος, ηχμαλώτευσεν αιχμαλωσίαν. Έδωκε δώματα τοις ανθρώποις. Το δε ≪ανέβη≫ τι εστίν, ει μη ότι και κατέβη εις τα κατώτερα μέρη της γης;≫ (Εφεσ. δ΄8,9) για να προσθέσει ο Απ. Παύλος: ≪Εις τούτο γαρ Χριστός απέθεναν και έζησεν, ίνα και νεκρών και ζώντων κυριεύσει≫ (Ρωμ. ιδ΄ 9). Διαβάζουμε στην Αποκάλυψη τα λόγια του Κυρίου: ≪Μη φοβού. Εγώ ειμι ο Πρώτος και ο Έσχατος και ο Ζων. Και εγενόμην νεκρός, και ιδού, ζων ειμί εις τους αιώνας των αιώνων. Και έχω τας κλεις του θανάτου και του Άδου≫ (Αποκ. α΄ 17,18).

Τα κλειδιά του θανάτου και του Άδου τα απέκτησε ως άνθρωπος, όταν κατέβηκε στα δώματά του, και τον κατέλυσε, παίρνοντας και τα κλειδιά του, όπως ένας ισχυρός βασιλιάς κυριεύει πλήρως μια πόλη. Τη νίκη Του κατά του Άδη προφήτεψε ο ίδιος ο Κύριος και την παρέβαλλε με την τριήμερη παραμονή του προφήτου Ιωνά, στην κοιλιά του κήτους: ≪Ώσπερ γαρ ην Ιωνάς εν τη κοιλία του κήτους, τρεις ημέρας και τρεις νύκτας, ούτως έσται ο Υιός του Ανθρώπου εν τη καρδία της γης τρεις ημέρας και τρεις νύκτας≫ (Ματθ. ιβ΄ 40).

Όταν λοιπόν ο Χριστός εμφανίσθηκε στον Άδη, ζωοποίησε τους νεκρούς που πίστεψαν στο κήρυγμά του και περισσότερο, αυτούς που τον ανέμεναν, όπως οι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης. Ο Ιγνάτιος ο Θεοφόρος τονίζει: ≪οι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, όντες πνευματικοί μαθητές του Χριστού, τον προσδοκούσαν σαν διδάσκαλο. Και γι’ αυτό, αυτόν τον οποίο δικαίως ανέμεναν, όταν παρουσιάσθηκε, τους ήγειρε εκ νεκρών.1”. Κατά την Καινή Διαθήκη έπρεπε ο Κύριος να πάθει και να πεθάνει: ≪Επεί(δη) ουν τα παιδία (οι άνθρωποι) κεκοινώνηκε σαρκώς και αίματος, και αυτός παραπλησίως μετέσχεν των αυτών, ίνα δια του θανάτου καταργήσει τον το κράτος έχοντα του θανάτου, τουτέστιν τον διάβολο, και απαλλάξει τούτους, όσοι φόβω θανάτου δια παντός του ζην ένοχοι ήσαν δουλείας.” (Εβρ. β΄ 14,15).

Το κήρυγμα του Χριστού στους ζώντες, διαίρεσε τους ανθρώπους, και άλλοι τον δέχθηκαν, και μετεφέρθησαν με την πίστη, στη βασιλεία του Υιού του Θεού, και άλλοι πάλι τον απέρριψαν και διάλεξαν το σκότος, ≪διότι ήταν πονηρά τα έργα τους≫ (Ιωάν. γ΄ 19). Έτσι και στον Άδη, η παρουσία του Κυρίου με ασώματη ψυχή, και το κήρυγμά του προς τις ασώματες ψυχές, επέφερε διαίρεση, και κατάλυση του Άδου ενώ έσωσε τους πιστεύσαντες εκεί, από την εξουσία του σκότους, ≪και μετέστησεν εις την βασιλεία του≫ (Κολοσ. α΄ 13). Στον διάλογο του Ιουστίνου Μάρτυρος, που θέλει να αποδείξει σε έναν Εβραίο τη θεότητα του Χριστού διαβάζουμε : ≪Από των λόγων του Ιερεμίου ταύτα περιέκοψαν: ≪Εμνήσθη δε Κύριος ο Θεός από Ισραήλ των νεκρών αυτού, των κεκοιμημένων εις γην χώματος, και κατέβη προς αυτούς, ευηγγελίσασθαι αυτούς, το σωτήριον αυτού2≫. Ένας άλλος Πατέρας των πρώτων μ.Χ. αιώνων, ο Ειρηναίος Λουγδούνου γράφει ερμηνεύοντας τον Προφήτη Ιερεμία: ≪Ο Χριστός, έμεινε τρεις ημέρες εκεί όπου ήσαν οι νεκροί, όπως λέει γι’ αυτόν ο προφήτης, ≪Εμνήσθη Κύριος Άγιος, των νεκρών αυτού, των προκεκοιμημένων εις γην χώματος, και κατέβη προς αυτούς, ρύσασθαι αυτούς, και σώσαι αυτούς≫.

Μ' αυτά αντιλαμβανόμαστε πως είναι ξεκάθαρη και αγιογραφικά τεκμηριωμένη η κοινή πίστη των πρώτων Χριστιανών στην κάθοδο του Χριστού στον Άδη, και η λύτρωση των μέχρι τότε δεσμίων νεκρών, όσων επίστευσαν στον Χριστό ως Σωτήρα. Ο Κλήμης Αλεξανδρείας γράφει: “Νομίζω πως ο Σωτήρας ενεργεί, επειδή ακριβώς έργο του είναι να σώζει. Αυτό ακριβώς έκανε. (...) Για κανέναν άλλο λόγο δεν κατέβηκε στον Άδη, παρά να κηρύξει και εκεί3≫. Εύκολα μπορούμε, όμως, να αναρωτηθούμε: “Πού πήγαν οι εν Άδη πιστεύσαντες;” Κατά τους Αγίους Πατέρες αυτό που συνέβη στους αποθανόντας δικαίους δεν είναι η τελική ανάσταση, δηλαδή η ανάσταση των σωμάτων, αλλά η πρώτη ανάσταση, που αφορά την ψυχή του ανθρώπου, που όταν ενωθεί με τη ζωή του Χριστού, λυτρώνεται από τον θάνατο της αμαρτίας, και ανίσταται πνευματικά. Όλοι αυτοί οι εν Άδη, που απεδέχθησαν το κήρυγμα του Ευαγγελίου πιστεύοντας στον Χριστό, συναριθμήθηκαν και συνενώθηκαν στο οικοδόμημα του Χριστού, στη θριαμβεύουσα Εκκλησία.

Η ΕΟΡΤΗ: Την Κάθοδο του Κυρίου στόν Άδη εορτάζει πανηγυρίζοντας η Εκκλησία κατά τό Μέγα Σάββατο.Η Κάθοδος του Χριστού στόν Άδη εἶναι ένα άρθρο πίστης, και ένα βέβαιο δεδομένο. Έπρεπε να γίνει αυτή η φοβερή κάθοδος για να μπορέσει ο Χριστός να ≪πληρώση τά πάντα≫ και να βασιλεύσει ως Κύριος στό Σύμπαν (Εφεσ. δ´ 6). Η Εκκλησία ομολογεί, ότι ο Ιησούς Χριστός είναι Κύριος στον ουρανό μετά την ανάβασή του εκ νεκρών. Συνέπεια της ταφής του Κυρίου για τον άνθρωπο είναι η αφθαρσία και η καινοποίησι της φύσης του. Όπως η αμαρτία έφερε τη φθορά, σαν νέκρωση και χωρισμό από το Θεό, έτσι η ανακαίνιση και η αφθαρσία υπήρξαν ο καρπός, μέσω της Καθόδου του Κυρίου στον Άδη, της θείας ενανθρώπησης. Τα λόγια που ο Κύριος είπε στον αποθανόντα Αδάμ, κατά τον Επιφάνιο Κύπρου, ηχούν και σε μας “τους περιλειπόμενους” την Άγια αυτή μέρα:
“Για σένα ο Κύριος έλαβε τη δική σου μορφή του δούλου. Κύτταξε στο πρόσωπο μου τα φτυσίματα, που καταδέχθηκα προς χάριν σου, για να σε αποκαταστήσω στην παλαιά δόξα, που σου είχα δώσει με το εμφύσημά μου. Κύτταξε στα μάγουλά μου τα ραπίσματα που καταδέχθηκα, για να επανορθώσω την διεστραμμένη μορφή σου και να την φέρω στην όψι που είχε σαν εικόνα μου. Κύτταξε στη ράχη μου τη μαστίγωσι που καταδέχθηκα, για να διασκορπίσω το φορτίο των αμαρτημάτων σου. Κύτταξε τα καρφωμένα χέρια μου, που τα άπλωσα καλώς επάνω στο ξύλο του Σταυρού, για να συχωρεθής συ που άπλωσες κακώς το χέρι σου στο απαγορευμένο δένδρο. Γι’ αυτό σηκωθείτε, ας φύγουμε από τον θάνατο στη ζωή. Από την φθορά στην αφθαρσία. Από το σκοτάδι στο αιώνιο φως. Από την οδύνη στην ελευθερία. Από τη φυλακή του Άδη στην άνω Ιερουσαλήμ.

Από τη σκλαβιά στην τρυφή του Παραδείσου. Από τη γη στον ουρανό. Γι’ αυτόν τον σκοπό ο Χριστός απέθανε και ανέστη, για να γίνη Κύριος και νεκρών και ζώντων. Ο ουράνιος Πατέρας περιμένει με λαχτάρα το χαμένο πρόβατο. Το μεγάλο εορταστικό δείπνο είναι στρωμένο.”
……………………………………………………………
1. Προς Μαγνησιείς, θ΄ 2
2 Διάλογος προς Τρύφωνα, κ. 72.
3. Στρωματείς.
………………………………………………………………..

Βιβλιογραφία:
-Αγίου Επιφανίου Κύπρου, Λόγος εις την θεόσωμον ταφήν και εις την εν τω άδη κατάβασιν του Κυρίου παραδόξως γενομένην.
-Μητρ. Καισαριανής, Βύρωνος και Υμηττού κ. Δανιήλ, Η εις Άδου Κάθοδος,
http://www.imkby.gr/greek/sarakosti/passionweek
-Περιοδικό «ΣΥΝΑΞΗ» Τεύχος 3
Διαβάστε περισσότερα...