Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ Του Θεού, Ελέησόν Με Τον Αμαρτωλόν!!!

ΠΡΙΝ ΑΡΧΙΣΕΤΕ ΝΑ ΜΑΣ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΝΩΡΙΖΕΤΕ ΤΑ ΕΞΗΣ...

* ΕΔΩ ΣΤΟ ''ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ;'' ΔΕΝ ΑΣΧΟΛΟΥΜΑΣΤΕ ΜΕ ΘΕΜΑΤΑ ΕΚΤΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ.
* ΕΙΜΑΣΤΕ ΚΑΘΑΡΑ ΕΝΑΣ ΧΩΡΟΣ ΓΕΜΑΤΟ ΧΡΙΣΤΟ, ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ.
* ΣΚΟΠΟΣ ΜΑΣ...ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΒΛΕΠΟΥΜΕ ΤΑ ΧΑΛΙΑ ΜΑΣ ΚΑΙ ΝΑ ΔΥΝΑΜΩΣΟΥΜΕ ΟΣΟ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΜΑΣ.
* ΑΥΤΑ ΜΑΣ ΑΦΟΡΟΥΝ ΚΑΙ ΜΕ ΑΥΤΑ ΜΟΝΟ ΑΣΧΟΛΟΥΜΑΣΤΕ.
* Ο ΧΩΡΟΣ ΕΔΩ...ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΨΥΧΙΚΗ & ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΩΦΕΛΕΙΑ.
* ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΝΟΗΤΑ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ.

Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΐΣΙΟΣ: «Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΥΝΔΥΑΖΕΤΑΙ ΜΕ ΝΗΣΤΕΙΑ»

1 Γέροντα, όταν έχουμε ένα αίτημα για κάποιο σοβαρό θέμα, μήπως πρέπει η προσευχή να συνοδεύεται με νηστεία;

π. Παΐσιος:
«Αυτό δεν χρειάζεται συζήτηση· είναι κάτι το οποίο επιβάλλεται. Η νηστεία, η άσκηση, είναι προϋποθέση. Αλλά για να γίνει σωστή προσευχή, πρέπει να πονάει κανείς για τους άλλους. Γιατί είναι και τυπικό πολλών χριστιανών της εποχής μας να μη θέλουν να στενοχωρηθούν.

Και συνταξιούχοι ακόμη που όλη μέρα κάθονται, δεν πάνε να πλησιάσουν ένα παιδί εγκαταλελειμμένο, γιατί αυτό έχει φασαρία.
Θα φάνε, θα πιουν τον καφέ τους και θα κάνουν έναν περίπατο, θα πάνε σε ένα νοσοκομείο που έχει νοσοκόμους, σε κάτι οργανωμένο, για να δουν έναν άρρωστο, γιατί αυτό είναι πιο εύκολο. Πάλι δηλαδή για να ευχαριστηθούν, οπότε αναπαύουν και τον λογισμό τους ότι έκαναν το καθήκον τους. Πόσους έχω στριμώξει να βοηθήσουν κάτι παιδάκια εγκαταλελειμμένα! Αυτοί τίποτε.

Στο Άγιον Όρος έκαναν κάπου Λιτανεία για την ανομβρία και, αντί να βρέξει, έπιασε πυρκαγιά! Δεν γίνεται λιτανεία σαν να κάνουμε περίπατο. Θέλει να πονέσουμε.


Μπορεί να παραμείνει πειρασμός ή μια δύσκολη κατάσταση, αν κάνουν καρδιακή προσευχή οι καλόγεροι; Παρ' όλα τα δύσκολα χρόνια βλέπω στα μοναστήρια να επικρατεί ένα πνεύμα... Να είμαστε χαρούμενοι! Εδώ καίγεται ο κόσμος!


Μας ζητούν να κάνουμε μια αγρυπνία, ας υποθέσουμε, για έναν άρρωστο, και ψάλλουμε «Ανοίξαντος Σου την χειρα» και χαιρόμαστε. Εμείς περνάμε ευχάριστα την ώρα μας και ο άλλος εν τω μεταξύ πεθαίνει. «Κάνουμε, λέει, αγρυπνία για τον άρρωστο». Τι αγρυπνία; Εσείς κάνετε διασκέδαση. Αυτό είναι πνευματική διασκέδαση.


Μερικές φορές, ούτε όταν ο ιερέας λέει «Υπέρ των εν ασθενειαις κατακειμενων», προσευχόμαστε για τον άρρωστο. Θα βοηθούσαμε πιο θετικά, αν κάναμε και λίγη ευχή με το κομποσχοίνι. Δεν λέω να καταργήσουμε τις πανηγυρικές αγρυπνίες που προβλέπει το τυπικό, αλλά σε τέτοιες περιπτώσεις να διαθέτουμε και λίγη ώρα, για να κάνουμε τουλάχιστον ένα-δυο κομποσχοίνια λέγοντας «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον τον δούλο σου».


Όλη η βάση είναι η ποιότητα της προσευχής.
Η προσευχή πρέπει να είναι καρδιακή, να γίνεται από πόνο. Για τον Θεό δεν μετράει τόσο η ποσότητα της προσευχής όσο η ποιότητα. Η προσευχή που γίνεται στα μοναστήρια έχει ποσότητα, αλλά δεν φτάνει αυτό· πρέπει να έχει και ποιότητα. Τόσες ώρες προσευχή που γίνεται από τόσα άτομα, αν ήταν καρδιακή θα είχε αλλάξει ο κόσμος. Γι' αυτό σκοπός είναι οι Ακολουθίες να γίνονται από την καρδιά.

Η καρδιακή προσευχή βοηθάει όχι μόνον τους άλλους αλλά και τον ίδιο τον εαυτό μας, γιατί βοηθάει να έρθει η εσωτερική καλοσύνη.
Όταν ερχόμαστε στην θέση του άλλου, έρχεται φυσιολογικά η αγάπη, ο πόνος, η ταπείνωση, η ευγνωμοσύνη μας στον Θεό με την συνεχή δοξολογία, και τότε η προσευχή για τον συνάνθρωπό μας γίνεται ευπρόσδεκτη από τον Θεό και τον βοηθάει.»

Πηγή από: http://www.agioritikovima.gr/
Διαβάστε περισσότερα...

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΑΝΑΒΑΣΕΙΣ: O ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ Ο ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΟΣ

1 του θεολόγου Λάμπρου Σκόντζου

O Απόστολος Ανδρέας ήταν αδελφός του Σίμωνος Πέτρου, γιοι του Ιωνά.
Πιθανότατα ήταν μεγαλύτερος στην ηλικία από τον Πέτρο. Συγκατοικούσε με αυτόν στην Καπερναούμ και συνεργαζόταν ως αλιέας στην λίμνη της Γενησαρέτ (Ματθ.4,18. Μαρκ.1,29). Πρωτύτερα είχε χρηματίσει μαθητής του Ιωάννου του Βαπτιστού. Εκεί κοντά στον Τίμιο Πρόδρομο απέκτησε σπάνια ευσέβεια και το σπουδαιότερο έμαθε για τον ερχόμενο Μεσσία. Φαίνεται ότι ήταν παρών όταν ο Ιωάννης έδειξε με το δάκτυλό του τον Κύριο και είπε: «ίδε ο αμνός του Θεού, ο αίρων τας αμαρτίας του κόσμου» (Ιωάν.1,30). Αυτή η φανέρωση του Μεσσία έκαμε προφανώς τον ευσεβή ψαρά να ακολουθήσει πρώτος τον Κύριο, χωρίς κανέναν δισταγμό και γι’ αυτό ονομάστηκε «Πρωτόκλητος»(Ιωάν.1,35-41).
    
Το όνομα του Ανδρέα αναφέρεται στην Καινή Διαθήκη πάντοτε μαζί με του Φιλίππου, ο οποίος καταγόταν, όπως και εκείνος, από την Βηθσαϊδά. Μαζί με αυτόν είχε εκφράσει τη δυσπιστία του για τον χορτασμό των πεντακισχιλίων ανθρώπων με τους πέντε κρίθινους άρτους και τους δύο ιχθείς (Ιωάν.6,6-9). Αναφέρεται επίσης και στην περίπτωση της παρακλήσεως των Ελλήνων να ιδούν τον Κύριο (Ιωάν.12,20-22). Για τελευταία φορά αναφέρεται το όνομα του Ανδρέα στην Καινή Διαθήκη, όταν ανέβηκε μαζί με τους άλλους Αποστόλους στο υπερώο της Ιερουσαλήμ «προσκαρτερούντες ομοθυμαδόν τη προσευχή και τη δεήσει συν γυναιξί και Μαρία τη μητρί του Ιησού και συν τοις αδελφοίς αυτού» (Πραξ.1,13-14), όπου και έλαβε μαζί με τους άλλους τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος (Πράξ.2,4).
    
Μετά την Πεντηκοστή έλαχε σ’ αυτόν να αποσταλεί για ευαγγελισμό στην Έφεσο, όπου μαζί με τον Απόστολο Ιωάννη κήρυξαν μαζί και εδραίωσαν την Εκκλησία της μεγάλης αυτής πόλεως.
Στη συνέχεια, σύμφωνα με τον ιστορικό Ευσέβιο μετέβηκε και κήρυξε στη Σκυθία. Κατά τον άγιο Γρηγόριο το Ναζιανζηνό πέρασε στο Βυζάντιο, όπου ίδρυσε και εκεί Εκκλησία, γι’ αυτό θεωρείται ως ο ιδρυτής της αποστολικής Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως. Από εκεί ήρθε στην Ελλάδα και κήρυξε κατ’’ αρχάς στην Ήπειρο.

Σύμφωνα με τον άγιο Ιερώνυμο έφθασε στην Αχαϊα, όπου ίδρυσε Εκκλησία.
Εκεί στην Πάτρα συνελήφθη από τους διώκτες ειδωλολάτρες και υπέστη μαρτυρικό θάνατο, σταυρώθηκε κατακεφαλής επί σταυρού που είχε το σχήμα του γράμματος Χ, γι’’ αυτό και ο τύπος αυτός του σταυρού καλείται «Σταυρός του Αγίου Ανδρέου». Το λείψανό του φυλασσόταν από τους Χριστιανούς με ευλάβεια ως τα χρόνια των σταυροφοριών, οπότε το άρπαξαν οι Λατίνοι και το μετακόμισαν στην Ιταλία. Τα τελευταία χρόνια δωρίθηκε η τίμια κάρα του στην Αποστολική Εκκλησία των Πατρών και φυλάσσεται στον μεγαλοπρεπή ναό του στην πρωτεύουσα της Πελοποννήσου. 


Πηγή από: http://www.agioritikovima.gr/
Διαβάστε περισσότερα...

ΑΓΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ: ΜΙΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ!!!

1 του θεολόγου Αθανασίου Μουστάκη

Με το κλείσιμο του φθινοπώρου, στις 30 Νοεμβρίου, γιορτάζουμε τη μνήμη του αγίου αποστόλου Ανδρέα.
Μαζί με τον αδελφό του απ. Πέτρο ήταν οι πρώτοι μαθητές του Χριστού. Ψαράδες από την πόλη Βησθαϊδά, μεσαίου οικονομικού επιπέδου, προφανώς σεβαστά μέλη της τοπικής κοινωνίας, πιστοί ακόλουθοι και γνώστες του νόμου του Θεού.

Ο Χριστός μπήκε στη ζωή τους σαν θύελλα και σάρωσε τα πάντα. Άλλαξε τη σχέση τους με τους οικείους τους, με τους συγχωριανούς τους, με την τοπική συναγωγή, με το Νόμο.
Άλλαξε τη στάση τους απέναντι στη ζωή, στο συνάνθρωπο, στις σχέσεις. Άλλαξε τις αντιλήψεις τους για την εργασία, τη δικαιοσύνη, την αλληλεγγύη. Τα πάντα!

Η πορεία τους και ιδιαίτερα του απ. Ανδρέα σταθερή. Αταλάντευτη. Αμετακίνητη. Ανάμεσα σε δύο άξονες.


Πολύ λίγα γνωρίζουμε από την Καινή Διαθήκη για τον απ. Ανδρέα.
Είναι μία μορφή που πρωταγωνιστεί διακριτικά, τιμάται με σεμνότητα και αλλάζει τον κόσμο σιωπηρά. Τα περισσότερα στοιχεία του βίου του τα κατέχουμε από την παράδοση της Εκκλησίας. Το πέρασμά του από τη Μικρά Ασία, το Βυζάντιο, την Ελλάδα έθεσε, μαζί με το πέρασμα του απ. Παύλου, τα θεμέλια για την ανάπτυξη του Χριστιανισμού σε αυτές τις περιοχές. Η διάδοση του ευαγγελίου αποτελεί τον κύριο στόχο των προσπαθειών του. Τηρεί με ακρίβεια την τελευταία εντολή του Κυρίου, με την οποία απέστειλε τον ίδιο και τους άλλους αποστόλους σε όλους τους λαούς της οικουμένης για να κατηχήσουν και να βαπτίσουν τους ανθρώπους στο όνομά Του. Οι διηγήσεις μάς λέγουν ότι η αποστολή του στέφθηκε με επιτυχία. Το πέρασμά του μεταμόρφωνε τους ανθρώπους και ξεκούραζε τους κουρασμένους, καθώς τους προσέφερε λόγο ζωής και αλήθειας.

Ολόκληρη η ζωή του ήταν μία μαρτυρία για το λόγο της ζωής, για το Σαρκωμένο λόγο, για τον Ιησού Χριστό. Μία μαρτυρία, η οποία σφραγίστηκε από το μαρτύριο.


Η ζωή μαρτυρίας και μαρτυρίου είναι οι δύο άξονες ανάμεσα στους οποίους κινείται η ζωή του αγίου αποστόλου Ανδρέα. Μια ζωή η κατάληξη της οποίας είναι η πόλη της Πάτρας και ένας σταυρός. Ένας σταυρός σε σχήμα Χ.


Η περίπτωση του απ. Ανδρέα περιέχει δύο στοιχεία που είναι χαρακτηριστικά της ζωής του κάθε χριστιανού. Την επιθυμία να δίνει μαρτυρία του Λόγου, όπου σταθεί και όπου βρεθεί είτε με τα λόγια είτε με τα έργα του, και την συνειδητοποίηση ότι μια ζωή μαρτυρίας δεν μπορεί παρά να την ακολουθεί το μαρτύριο.


Οπωσδήποτε, ο απ. Ανδρέας δεν είναι ο μόνος άγιος που ακολούθησε αυτή τη στενή και δύσκολη οδό.
Κατέχει, όμως, μία μοναδική θέση στην παράδοση της Εκκλησίας, καθώς είναι ο πρώτος από τους μαθητές του Χριστού και κατάφερε με το βίο του να κάνει πράξη την αποστολή του.

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς πολύ παρατηρητικός για να διαπιστώσει ότι και τα δύο στοιχεία -η διάθεση μαρτυρίας και μαρτυρίου- λείπουν πλέον από την καθημερινότητά μας και πρέπει, δίχως άλλο, να καταβάλουμε σημαντική προσπάθεια για να τα επανεύρουμε, για να τα κάνουμε και πάλι στόχο της ζωής μας.


Ο άγ. απόστολος Ανδρέας αποτελεί, λοιπόν, μία χαρακτηριστική περίπτωση χριστιανού, ο οποίος πραγματοποίησε με τη ζωή του το λόγο του Κυρίου για τον ευαγγελισμό του κόσμου και τη μεταμόρφωσή του, ακόμη και αν αυτό είχε ως συνέπεια το βίαιο δικό του θάνατο.


Πηγή από:
http://www.agioritikovima.gr/
Διαβάστε περισσότερα...

Παρακλητικός Κανών στον Αγιον Ανδρέα τον Πρωτόκλητο

Παρακλητικός Κανών εις τον Αγιον Ανδρέα τον Πρωτόκλητο.

Ού η ακροστιχίς.
«Δέξαι δέησιν Ανδρέα Αντωνίου Μοναχού»

Τροπάριον ήχος δ’ προς το, Τη Θεοτόκω…
Του Πρωτοκλήτου τω ναώ νύν προσδράμωμεν, οι εν ταις νόσοις και δεινοίς κατεχόμενοι, από βαθέων κράζοντες καρδίας αυτώ˙ ένδοξε Πρωτόκλητε, ώ Ανδρέα Θεόπτα, πρόφθασον και ίασαι, νοσημάτων παντοίων, και εκ κινδύνων λύτρωσαι ημάς, τους τη ση σκέπη θερμώς καταφεύγοντας.
Δόξα το αυτό και νύν. Τη Θεοτόκω εκτενώς…

Ο Ν’. είτα ο κανών˙

ωδή α’. ήχος πλ. δ’.
Υγράν διοδεύσας ωσεί.

Δεσμείν τε και λύειν παρά Χριστού, λαβών εξουσίαν, αμαρτίας με του δεσμού, λύσον ώ Ανδρέα Θεηγόρε˙ και γαρ αυτή μοι, την νόσον επήνεγκεν.

Εν νόσοις και πόνοις παντοδαποίς, τρυχόμενος μάκαρ, εκ καρδίας σε δυσωπώ, τούτων παρασχείν μοι την ταχείαν, απαλλαγήν και τελείαν υγείωσιν.

Ξενωθείς αφρόνως της εντολής, Θεού παρεδόθην, τη δικαία αυτού οργή˙ όν περ εκδυσώπει ώ Ανδρέα, ιλεώ όμματι μάκαρ προσβλέψαι με.

Θεοτοκίον.
Απόρθητον τείχος και αρραγές, γενού μοι Παρθένε, καταφεύγοντι ευλαβώς, τη σκέπη σου κόρη Θεομήτορ, πλήν σου γαρ άλλην, ελπίδα ού κέκτημαι.

Ωδή γ’. Ουρανίας αψίδος.
Ικεσίαις Ανδρέα, συ δραστικαίς Άγιε, τους εν τω ναώ σου φοιτώντας, και αιτουμένους σε, πάντας εξάρπασον, εκ συμφορών και κινδύνων, πάσης περιστάσεως, ψυχής και σώματος.

Δεομένους εκ πόθου, και εκ θερμής πίστεως, τους κατακειμένους εν κλίνη δεινού νοσήματος, ροπή ανάστησον, της ισχυράς σου πρεσβείας˙ έχεις γαρ ιαμάτων πλούτον αδάπανον.

Εν νυκτί και ημέρα, πόνοις πολλοίς τρύχομαι, τοις εκ νοσημάτων, παντοίων, κατακεντούμενος˙ διο τη σκέπη σου, νύν καταφεύγω Ανδρέα˙ μη δη ούν παρίδης με, μύστα Πρωτόκλητε.

Θεοτοκίον.
Τη τεκούσα Σωτήρα, και λυτρωτήν Άχραντε, τον τας βροτών ασθενείας πάσας ιώμενον˙ όν αγνή πάναγνε, συ ακραιφνώς μιμουμένη, νόσω με κρατούμενον, ίασαι Δέσποινα.

Διάσωσον από κινδύνων τους δούλους σου ώ Ανδρέα˙ ότι πάντες μετά Θεόν, εις σε καταφεύγομεν, ως έτοιμον ρύστην και πολιούχον.

Και νύν… Επίβλεψον εν ευμενεία… και ή αίτησις˙

είτα το παρόν˙ προς το Πρεσβεία θερμή.
Προστάτης Πατρών, φρουρός ο ασφαλέστατος, απαύστως φρουρείν μη διαλύσης ένδοξε, Ανδρέα Πρωτόκλητε, τους σε θερμώς καθικετεύοντας˙ άλλ’ εκ κινδύνων λύτρωσε τη σην, ήνπερ εξόχως ποίμνην πεπίστευσαι.

Ωδή δ’. Εισακήκοα Κύριε.
Συνεχόμενον θλίψεσι, και στενοχωρούμενον νόσω σώματος, ελευθέρωσόν με δέομαι, θεία σου εντεύξει ώ Πρωτόκλητε.

Ικετεύω σε ένδοξε, σάλω και βυθώ δεινών περιστάσεων, μη παρίδης ποντούμενον˙ άλλ’ ανάγαγέ με, σαις δεήσεσιν.

Νοσημάτων απάλλαξον, τους εν τω ναώ σου θερμώς προστρέχοντας και προστάτην σε θερμότατον, επικαλουμένους Παναοίδιμε.

Θεοτοκίον.
Ανακαίνισον Άχραντε, πεπαλαιωμένον με δεινοίς πταίσμασιν, η τον καινουργόν κυήσασα, αρεταίς ενθέοις βελτιώσασα.

Ωδή ε’. Φώτισον ημάς.
Νέμοις μοι ροπήν, σου της θείας αντιλήψεως, και καταψύξαις την καρδίαν μου, φλογιζομένην, και πυρέσσουσαν Απόστολε.

Δώρον ειληφώς, των ιάσεων το δώρημα, δώρησαι ιάσεως χρήζον της καχεξίας την κατάπαυσιν βραβεύων μοι.

Ρύσαι πειρασμών, χριστομίμητε Πρωτόκλητε, κινδύνων και ποικίλων θλίψεων, επερχομένων, αδοκήτως τοις ικέταις σου.

Θεοτοκίον.
Έχουσα αγνή, ευσπλαγχνίας μέγα πέλαγος, νύν μοι κινδυνεύοντι Πανάμωμε, επικάμφθητι, δια σπλάγχνα σης χρηστότητος.

Ωδή στ΄. Την δέησιν εκχεώ.
Ακέστορα σε πλουτούμεν Άγιε, και θερμόν εν περιστάσεσι πρέσβυν, ρύστην φρουρόν και προστάτην Ανδρέα, ως εις κοινόν ιατρείον προσφεύγομεν. Θεράπευσον ούν συμπαθώς, τας ημών ασθενείας και μάστιγας.

Ακούσας μου της ευχής Απόστολε, επιτάχυνον οικτείραί με μάκαρ˙ ιδού γαρ νύν η ζωή μου εκλείπει, ως εις αέρα καπνός σκεδαννύμενος˙ άλλ’ εύροιμί σε αρωγόν, χριστομίμητον οία περ πέλοντα.

Νηχόμενος τοις του βίου κύμασι, περιπίπτω καθ’ εκάστην ανάγκαις, ταις την ψυχήν και το σώμα στροβούσαις˙ ως δ’ εις γαλήνιον όρμον Πρωτόκλητε, τον σον ναόν προσπεφευγώς, διασώζομαι πρεσβείαις σου.

Θεοτοκίον.
Το μέγιστον των πιστών προσφύγιον, το κοινόν των ασθενών ιατρείον, χριστιανών την στερράν προσδοκίαν, των δεομένων την θείαν αντίληψιν˙ την Δέσποιναν του ουρανού˙ και της γης δυσωπήσαι οικτείραί με.

Διάσωσον από κινδύνων τους δούλους σου ώ Ανδρέα ότι πάντες μετά Θεόν εις σε καταφεύγομεν, ως έτοιμον ρύστην και πολιούχον.

Και νύν Άχραντε…

Είτα Κοντάκιον προς το Προστασία των Χριστιανών.
Πρασπίζειν της ποίμνης της σης Παμμακάριστε, και πρεσβεύειν απαύστως Χριστώ και Δεσπότη σου, μη αποκάμης εκτενώς δεόμενος αυτού˙ αλλά πρόφθασον ως μιμητής των σταυρικών αυτού παθών, υπέρ των δεομένων σου˙ κόπασον πειρασμούς τε και λύσον τας περιστάσεις, των προστρεχόντων σοι θερμώς Ανδρέα Πρωτόκητε.
Προκείμενον. Εις πάσαν την γην εξήλθεν ο φθόγγος αυτών.

Στίχ. Οι ουρανοί διηγούνται δόξαν Θεού.

Ευαγγέλιον, το εις την μνήμην αυτού.
Εκ του κατά Ματθαίον (δ’ 18- 23)
Τω καιρώ εκείνω, περιπατών ο Ιησούς παρά την θάλασσαν της Γαλιλαίας, είδε δύο αδελφούς, Σιμωνα τον λεγόμενον Πέτρον, και Ανδρέαν τον αδελφόν αυτού βάλλοντας αμφίβληστρον εις την θάλασσαν, (ήσαν γαρ αλιείς) και λέγει αυτοίς˙ Δεύτε οπίσω μου, και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων. Οι δε ευθέως αφέντες τα δίκτυα ηκολούθησαν αυτώ. Και προβάς εκείθεν είδεν άλλους δύο αδελφούς, Ιάκωβον τον του Ζεβεδαίου, και Ιωάννην τον αδελφόν αυτού, εν τω πλοίω μετά του Ζεβεδαίου του πατρός αυτών, καταρτίζοντας τα δίκτυα αυτών, και εκάλεσεν αυτούς. οι δε ευθέως αφέντες το πλοίον και τον πατέρα αυτών, ηκολούθησαν αυτώ. Και περιήγεν όλην την Γαλιλαίαν ο Ιησούς, διδάσκων εν ταις συναγωγαίς αυτών και κηρύσσων το Ευαγγέλιον της βασιλείας, και θεραπεύων πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν εν τω λαώ.
Δόξα, ταις του Πρωτοκλήτου… και νύν… ταις της Θεοτόκου…

Ήχος πλ. β’. Όλην αποθέμενοι.
Ανδρέα Πρωτόκλητε, του Κορυφαίου ομαίμων, Αποστόλων καύχημα, Μαθητών προβάθμιε, αγλαότιμε, απαρχή αγία, του Ευαγγελίου, του Κυρίου εχρημάτισας. Ως ούν γινώσκοντες, έξοχον πρεσβείαν πλουτούντά σε, σοι πάντες καταφεύγομεν˙ και νύν εκτενώς σου δεόμεθα, ίασαι τας νόσους, τους πόνους και τας μάστιγας ημών, και ρύσαι πάσης κακώσεως, ποίμνην την τιμώσάν σε.

Ωδή ζ’. Οι εκ της Ιουδαίας.
Ως ποτέ της χρονίας, ασθενείας ερρύσω μάκαρ τον Σώσιον, αφή χειρός σου μόνη ούτω της νύν τηκούσης, καμέ νόσου απάλλαξον, σου αοράτω θερμή Ανδρέα επισκέψει.

Νεκρόν ως εξεγείρω, επικαμφθείς, Ανδρέα μητρός τοις δάκρυσι, καμέ νύν ημιθνήτα, βραχύ τι κεκτημένον, ζωής λείψανον έγειρον, ως ακραιφνής μαθητής, του τους νεκρούς ζωούντος.

Νόσων παντοίων και κινδύνων, Ιατρός φανείς, Ανδρέα τρισμάκαρ˙ της ψυχής μου διο, θεράπευσον την νόσον, και ευρωστίαν δώρησαι, ταις ενθέοις σου πρεσβείαις.

Θεοτοκίον.
Ουρανών πλατυτέρα, ανεδείχθης Παρθένε Χριστόν κυήσασα˙ στενούμενον ούν νόσοις, και θλίψεσι παντοίαις, πρεσβειών σου ευρύτητι κατάστησόν με αγνή, εις υγείας πλάτος.

Ωδή η’. Τον Βασιλέα των Ουρανών.
Υπό την σκέπην των πρεσβειών σου Ανδρέα, προσδραμών δέομαί σου, ρυσθήναι των περιστοιχούντων, δεινών με ανενδότως.

Μετανοείν με, από ψυχής και καρδίας, εξαιτώ επαμύναι Ανδρέα, ταίς πανευπροσδέκτοις προς Κύριον λιταίς σου.

Οδυνωμένω, υπό μακράς ασθενείας, ιατρός πρόστηθί μοι Ανδρέα, ως απορουμένων και ορφανών προστάτης.

Θεοτοκίον.
Νενεκρωμένον, των προσβολών ταίς ακίσι, δυσωπώ ζωώσαί με Παρθένε, τον Ζωοδότην Χριστόν αποτεκούσα.

Ωδή θ’. Κυρίως Θεοτόκον.
Αυγαίς ταις της Τριάδος, λάμπρυνον Ανδρέα, τα της ψυχής και καρδίας μου όμματα, ίνα σε πόθω γεραίρω, ενθέοις άσμασιν.

Χριστομιμήτως μάκαρ, τας ανυψωθείσας επί σταυρού πριν παλάμας σου έπαρον, προς τον Σωτήρα πρεσβεύων, υπέρ της ποίμνης σου.

Οχύρωμα και σθένος, σκέπη τε και φύλαξ, γενού Ανδρέα και τείχος απόρθητον, τοις καταφεύγουσι πίστει, τη θεία σκέπη σου.
Θεοτοκίον.
Υπέραγνε Παρθένε, συν τω Πρωτοκλήτω, τον σον Υιόν εισαεί καθικέτευε, όπως ρυσθείημεν πάντες, φρικτής κολάσεως.

Αξιον εστί....

Μεγαλυνάρια.
Δεύτε τον Πρωτόκλητον μαθητήν, εν ύμνοις ασμάτων, ευφημήσωμεν οι πιστοί, τον του Αιγεάτου, το θράσος καθελόντα, και του Χριστού το πάθος, εκμιμησάμενον.

Δεύτε τον Πρωτόκλητον μαθητήν, και των Αποστόλων, τον προβάθμιον αγωγόν, τον της Αχαΐας και των Πατρών προστάτην, Ανδρέαν τιμήσωμεν.

Χαίροις ο Πρωτόκλητος μαθητής, χαίροις σωφροσύνης, και ανδρείας στήλη λαμπρά˙ χαίροις ο του πάθους, κοινωνός του Κυρίου, Απόστολε Θεόπτα Ανδρέα πάντιμε.

Χαίροις των Πατέρων μέγας φρουρός, πρόμαχος και ρύστης, πολιούχος και βοηθός˙ χαίροις της σης ποίμνης, υπερμαχών απαύστως, και περισκέπων ταύτην, Ανδρέα ένδοξε.

Σκέπε, φρούρει, φύλαττε εκ δεινών, τους εν τω ναώ σου, ανυμνούντάς σε ευλαβώς˙ και ρύσαι κινδύνων και πάσης άλλης βλάβης, την σε τιμώσαν ποίμνην, Ανδρέα ένδοξε.
Πάσαι των Αγγέλων αι στρατιαί…

Είτα το τρισάγιον και το απολυτίκιον.
Απόστολε Άγιε Ανδρέα, πρέσβευε τω ελεήμονι Θεώ ίνα πταισμάτων άφεσιν παράσχη ταις ψυχαίς ημών.

Ότε εκ του ξύλου σε νεκρόν.
Πάντων Αποστόλων και μυστών, ένδοξε Πρωτόκλητε μύστα, τους προσκυνούντας θερμώς, την σεπτήν εικόνα σου, βλάβης εξάρπασον, ορατών αοράτων τε, εχθρών και παντοίων νόσων, ελευθέρωσον ψυχής και σώματος˙ ίνα ευχαρίστοις εν ύμνοις, ως παντοδαπόν ευεργέτην, και θερμόν προστάτην σε γεραίρωμεν.


Πηγή από: http://xristianos.gr/
Διαβάστε περισσότερα...

Βίος Αποστόλου Ανδρέα του Πρωτόκλητου

Ο Απόστολος Ανδρέας ο Πρωτόκλητος εορτάζει στις 30 Νοεμβρίου.

Ο Απόστολος Ανδρέας καταγόταν από ένα μικρό χωριό της Παλαιστίνης, τη Βηθσαϊδά. . Ο Απ. Ανδρέας είχε αδελφό τον κορυφαίο Απόστολο Πέτρο. Το όνομα Ανδρέας είναι
Ελληνικό.
Ο Πέτρος και ο Ανδρέας ήταν αδελφοί. Ο πατέρας των ήταν πτωχότατος. Στα παιδιά του, τους έμαθε την τέχνη του ψαρά, την οποίαν είχε και αυτός. Δεν είχε την δύναμη να
τους σπουδάσει. Ο πατέρας των ονομάζετε Ιωνάς και ψάρευε στην θάλασσα της Τιβεριάδος. Ο Ανδρέας προτίμησε την παρθενική ζωή και δεν θέλησε να παντρευτεί. Όταν
όμως άκουσε, ότι ο Πρόδρομος Ιωάννης κήρυττε εις τα πλήθη μετάνοια, έτρεξε εκεί και έγινε μαθητής του. Είχε ο μακάριος επιθυμία να μάθη υψηλότερα πράγματα και να
πλησιάσει τον Θεό.



Γίνεται μαθητής του Προδρόμου
Γι αυτό άφησε τον κόσμο και τα του κόσμου και προσκολλήθηκε στον Ιωάννη. Άκουσε εκεί το προφητικό του κήρυγμα και επειδή είχε την ψυχή του καθαρή από αμαρτίες,
πίστεψε αμέσως, ότι το κήρυγμα του Προδρόμου ήταν θέλημα Θεού και ότι φέρνει σωτηρία.

Πρωτόκλητος
Επειδή πρώτος εκλήθη ο Ανδρέας από τον Χριστό, γι αυτό λέγεται Πρωτόκλητος.
Ο Κύριος πήγε στη λίμνη Γενησαρέτ. Εκεί βρήκε τον Ανδρέα και τον Πέτρο να εργάζονται και τους κάλεσε κοντά Του, λέγοντας : «Ἄφετε τά δίκτυα ταῦτα καί ἀκολουθεῖτε μοί καί
ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων». Αυτοί αμέσως άφησαν τα δίκτυα και ακολούθησαν τον Χριστό.
Ο μακάριος Ανδρέας, βλέποντας κάθε μέρα διάφορα θαύματα του Κυρίου, αφιερωνόταν πιο πολύ με την ψυχή του στο Χριστό. Τον ακολουθούσε παντού και πάντοτε. Είχε δε
την προθυμία να τον υπηρετήσει καινά μαρτυρήσει δι Αυτόν.

Ο κλήρος του Ασία και Ελλάδα
Μετά την Πεντηκοστή οι Απόστολοι έβαλαν κλήρο και εις τον Ανδρέα έπεσε ο κλήρος να κηρύξει στην Βιθυνία. Η Βιθυνία ήταν μεγάλη χώρα στην Μ. Ασία. Απλώνεται από την
Μαύρη θάλασσα, τον Βόσπορο, την Προποντίδα, την Γαλατία πού είναι η σημερινή Άγκυρα, την Φρογία, Παφλαγονία:. Επίσης έπρεπε να κηρύξει στην Θράκη, Μακεδονία,
Θεσσαλία και Νότιον Ελλάδα.
Είναι αδύνατον να περιγράψει κανείς όλες τις οδοιπορίες και τους πειρασμούς πού συναντούσε σε κάθε τόπο. Είναι αδύνατον να διηγηθεί τις διδαχές, τις θεραπείες, τις
στερήσεις, τους καταδιωγμούς, τα βάσανα του Αγ. Ανδρέου.

Στην Αμισό της Μαύρης θαλάσσης - Η δράση του στη Νίκαια
Μετέβη στην Αμισό και αργότερα στη Νίκαια. Εκεί κήρυττε τον Χριστό και βάπτιζε Χριαστιανούς.
Εν συνεχεία μετέβη στη Χαλκηδόνα, στην Προποντίδα, στο Σκούταρι της Κωνσταντινουπόλεως έως τα Νεόκαστρα. Από εκεί μετέβη στην Ποντοκράκλεια και την Αμάστριδα.
Ήσαν κι αυτές πόλεις της Βιθυνίας. Σ’ όλα αυτά τα μέρη δίδασκε, βάφτιζε και τους χειροτονούσε ιερείς για να τους εξυπηρετούν, στα Μυστήρια, στον αγιασμό τους και στο
κήρυγμα.

Στη Σινώπη βασανίζεται & φυλακίζεται
Προ του Αποστόλου Ανδρέα, είχε μεταβεί στη Σινώπη ο Απόστολος Ματθαίος, ο όποιος εξελέγη Απόστολος, αντί του Ιούδα. Μόλις όμως άρχισε να διδάσκει για τον Χριστό τους
Σινωπείς, εκείνοι τον συνέλαβαν και τον έρριψαν στις φυλακές. Όταν όμως ήρθε στη Σινώπη ο Ανδρέας και άκουσε, ότι ο Ματθαίος είναι στη φυλακή, αμέσως έκανε προσευχή
και την ίδια στιγμή έσπασαν τα δεσμά, άνοιξαν οι φύλακες και βγήκε ο Ματθαίος.
Οι Σινωπείς όμως, πού τον καιρό εκείνο ήταν άπιστοι και άγριοι, μόλις είδαν τον Ανδρέα, πού συνέτριψε και άνοιξε τις φυλακές. Τον κτύπησαν ανηλεώς και τον πέταξαν έξω,
από την πόλη στην κόπρο, διότι τον νόμισαν πεθαμένο.
Ο Χριστός όμως δεν άφησε το μαθητή του να βασανίζεται και να τιμωρείται έτσι, αλλά του παρουσιάστηκε, του έδωσε θάρρος και τον γιάτρεψε από τις πληγές. Ένας όμως
Σινωπαίος του είχε κόψει με τα δόντια του το δάκτυλο του χεριού του. Ο Κύριος το έκαμε γερό. Κατόπιν τον ευλόγησε, τον καθοδήγησε να μην αμελή την διδασκαλία Του. Ο
Απόστολος Ανδρέας πρωί - πρωί μπήκε πάλι στη Σινώπη υγιής και χωρίς πληγές, χαίρων και αγαλλόμενος. Βλέποντας αυτά μετανόησαν, έπεσαν στα ποδιά των Αγίων και
ζήτησαν συγχώρηση. Μετά ταύτα τους δίδαξε ο Άγιος την πίστη του Χριστού και τους βάφτισε στο όνομα της Αγίας Τριάδος.

Ανέστησε νεκρό
Μια γυναίκα είχε μονάκριβο παιδί. Κάποιος εχθρός της το φόνευσε και εξαφανίσθηκε εκείνος. Η μητέρα του παιδιού, πού δεν είχε άλλη παρηγοριά, έπεσε στα πόδια του Αγίου
και πίστεψε μ’ όλη της την καρδιά τον Χριστό.
Ο Απόστολος τη λυπήθηκε και, για να απόδειξη τον αληθινό Θεό, ανέστησε το παιδί της. Αυτό το θαύμα, όταν το είδαν οι κάτοικοι της Σινώπης, πίστεψαν όλοι σχεδόν συν
γυναιξί και τέκνοις.

Κηρύττει σε ημιαγρίους λαούς
Αναχώρησε στα ανατολικά μέρη της Μαύρης θαλάσσης, στους Αλανούς. τους Αβασγούς, και την Σεβαστούπολιν. Εκεί κήρυξε το Ευαγγέλιο και τράβηξε στη χριστιανική θρησκεία
πολλούς κατοίκους των πόλεων και των χωρών εκείνων.
Κατόπιν πέρασε από τους Ζικχούς, τους σημερινούς Τσερκέζους, τους Βοσποριανούς, το στένωμα του Καφά πού ήταν ο Κιμέριος Βόσπορος, ο πορθμός του Κέρτς. Όλα τα
μέρη αυτά ήσαν στην Σκυθία, την σημερινή Ουκρανική Ρωσία. Εκεί ο Άγιος έμεινε αρκετό καιρό. Δίδαξε, κήρυξε τον Χριστό στα μέρη εκεί να και βάπτισε όσους πίστεψαν.

Φθάνει εις το Βυζάντιο
Έπειτα ο Άγιος αναχώρησε και επήγε στο Βυζάντιο, την σημερινή Κωνσταντινούπολη. Έκαμε στην πόλη αυτή πολλά θαύματα και οδήγησε όλους σχεδόν τους κατοίκους στην
θεογνωσία. Ο Απ. Ανδρέας είναι ο πολιούχος της Κωνσταντινουπόλεως.

Κατεβαίνει στην Πελοπόννησο
Κατόπιν πέρασε όλη την Θράκη και την Μακεδονία και Θεσσαλία. Με την διδασκαλία και τα θαύματα του, πού έκανε τράβηξε πολλούς εις τον Χριστό από τους κατοίκους των
μερών εκείνων. Ακολούθως κατέβηκε στην Ελλάδα και στην Πελοπόννησο, τέλος κατέληξε εις τας Πάτρας.



Στην Πάτρα θεραπεύει ανίατο
Όταν μπήκε στην πόλη των Πατρών, φιλοξενήθηκε στο σπίτι ενός άρρωστου, πού ονομαζόταν Σώσιος. Επάνω του ο Άγιος Ανδρέας έβαλε το χέρι του και τον θεράπευσε
αμέσως από την ανίατη και επικίνδυνη ασθένεια του.
Αυτό το θαύμα το πληροφορήθηκε ένας άλλος ασθενής, πού ήταν αιχμάλωτος του ηγεμόνος Αιγεάτου και της γυναικός του Μαξιμίλλας. Πήγε σ’ αυτόν και του φώναξε ο
Απόστολος δυνατά: «Ἐν ὀνόματι τοῦ Κυρίου ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τόν ὅποιον ἐγώ κηρύττω, λάβε τήν ὑγείαν σου καί πήγαινε εἰς ὁδόν εἰρήνης».
Σε λίγες μέρες η Μαξιμίλα έπεσε σε βαρύτατη ασθένεια.. Έτρεξαν όλοι οι γιατροί, αλλά δεν μπόρεσαν με όλα τα μέσα, πού διέθεταν να την ωφελήσουν. Ο άνδρας της, ο
Αιγεάτης, διέθεσε σε γιατρούς και γιατρικά άφθονα χρήματα, αλλά στάθηκε αδύνατον να την θεραπεύσουν.
Ο Άγιος Ανδρέας επήγε, έβαλε το χέρι του επάνω της και αμέσως αυτή θεραπεύτηκε και σηκώθηκε από το κρεβάτι της.
Όταν είδε αυτό το θαύμα ο Αιγεάτης, πήρε με τα χέρια του πολύ θησαυρό και τον πέταξε στα πόδια του Αγίου, παρακαλώντας τον γονατιστός να λάβει τον θησαυρό, για αμοιβή
του; Αυτός επιθυμούσε την επιστροφή του λαού της Αχαΐας και των Πατρών και την μετάνοια του Αιγεάτου. Γι αυτό δεν δέχθηκε τους θησαυρούς, πού του προσέφεραν. Βρήκε
τότε ευκαιρία ο Άγιος και τους δίδαξε πολλά.
Το όνομα του Άγιου έγινε πια γνωστό στην Πάτρα και ιδίως μεταξύ των πτωχών, πού υπέφεραν από πολλές ασθένειες. Αυτοί έτρεχαν και έπεφταν στα πόδια του Άγιου Ανδρέου
και θεραπεύονταν. Αυτούς τους καθάριζε, τους θεράπευε και τους βάπτιζε στο όνομα της Άγιας Τριάδος.

Πώς πίστεψε ο σοφός Στρατοκλής
Ένας αδελφός του Αιγεάτη, ονόματι Στρατοκλής, σοφός και μαθηματικός των Αθηνών, πήγε στην Πάτρα, για να επιτροπεύσει τον Αιγεάτη, στον καιρό πού θα απουσίαζε.
Είχε μαζί του ένα πολύ έμπιστο υπηρέτη. Τον αγαπούσε σαν αδελφό του, διότι ήταν ειλικρινής και φρόνιμος. Αυτός σεληνιάστηκε τις ημέρες εκείνες και υπέφερε από τα
δαιμόνια. Ο Απόστολος ήλθε στο σπίτι του Στρατοκλή και αμέσως έφυγαν τα δαιμόνια από τον υπηρέτη εκείνον και έγινε τελείως υγιής.
Όταν είδαν το θαύμα αυτό ο Στρατοκλής και η Μαξιμίλλα αρνήθηκαν και αναθεμάτισαν την ειδωλολατρία και έγιναν χριστιανοί Βαπτίστηκαν από τον Απ. Ανδρέα και από κείνη
την ημέρα ήσαν αχώριστοι από τον Άγιο Ανδρέα. Κάθε μέρα τους δίδασκε τον λόγο του Θεού και την πίστη του Χριστού.



Ο Ηγεμών Αιγεάτης φυλακίζει τον Άγιο Ανδρέα
Ο Αιγεάτης όταν γύρισε έμαθε ότι η γυναίκα του Μαξιμίλλα περιφρονούσε τους θεούς και προσκυνούσε τον Χριστό και διδασκόταν από τον Απ. Ανδρέα. Τότε ο Αιγεάτης έγινε
έξω φρενών διέταξε αμέσως την φυλάκιση του και σκεπτόταν με ποιο θάνατο να τον θανατώσει.

Χειροτονεί τον Στρατοκλή Επίσκοπο Πατρών
Τα μεσάνυκτα ο Στρατοκλής πήρε την νύφη του Μαξιμίλλα και άλλους Χριστιανούς, από κείνους πού είχαν πιστέψει και βαπτιστεί και τρέξανε στην φυλακή, πού ήταν ο Άγιος.
Η φυλακή ήταν σφραγισμένη με την ιδιαίτερη σφραγίδα του Αιγεάτου και οι στρατιώτες φύλαγαν με ασφάλεια τον Άγιο. Όταν έφθασαν εκεί, κτύπησαν σιγά την πόρτα για να τους
ακούσει ο Άγιος. Όταν άκουσε ο Απ. Ανδρέας τον κτύπο της θύρας, προσευχήθηκε και άνοιξε η θύρα αυτομάτως. Μπήκαν μέσα και έπεσαν στα πόδια του Άγιου ο Στρατοκλής
και η Μαξιμίλλα. Τον παρακαλούσαν να τους στερεώσει και να τους δυναμώσει στην Αληθινή πίστη του Θεού.
Ο Αγ. Ανδρέας τους δίδαξε πολλά, τους συμβούλεψε και αμέσως κατόπιν χειροτόνησε τον Στρατοκλή επίσκοπο Παλαιών Πατρών. Αφού τους ευχήθηκε και τους ευλόγησε, τους
έστειλε εις όδο ειρήνης. Ο Άγιος Ανδρέας με προσευχή σφάλισε πάλι την θύρα της φυλακής, καθώς ήταν σφραγισμένη και καθόταν αναμένοντας την απόφαση του ασεβούς Αιγεάτου.



Τον σταυρώνουν χιαστί
Διέταξε, λοιπόν, τους στρατιώτες να πάνε τον Άγιο εις τον τόπον του Σαυρού και να τον σταυρώσουν κατωκέφαλα.
Όταν έφθασε ο Άγιος είδε τον σταυρόν, προσευχήθηκε και τον εγκωμίασε, διότι γινόταν αιτία ν’ ανεβεί στον ουρανό. Δίδαξε κατόπιν και ευλόγησε τους παρευρεθέντες
Χριστιανούς και χαίρων και αγαλλόμενοι ανέβηκε ατό σταυρό.

Ο Ηγεμόνας αυτοκτονεί
Ο Επίσκοπος Πατρών Στρατοκλής, μετά την σταύρωση πήγε να κατεβάσει από τον σταυρό τον Άγιο. Άλλα ο Αιγεάτης δεν τον άφησε. Μαζεύτηκαν όμως οι Χριστιανοί και
επέμεναν να ξεκαρφώσουν τον Άγιο από τον σταυρόν. Αλλά ο Άγιος, ζωντανός ακόμα επάνω στο σταυρό, παρακαλούσε το πλήθος να μην αντισταθεί κατά της αποφάσεως του
Αιγεάτου για να μη γίνει σύγχυσης και ταραχή. Άλλωστε αυτός επιθυμώντας τον υπέρ Χριστού θάνατον, πήγε θεληματικά στον σταυρό, Όταν είδε ο Αιγεάτης την αγανάκτηση και
την ορμή του λαού, έτρεξε να κατεβάσει τον Άγιο, αλλά ούτε αυτόν τον ασεβή άφησε ο Άγιος, λέγοντας του:
— Καλλίτερα είναι να λύσης τον εαυτό σου από τα νοητά δεσμά της απιστίας σου, παρά εμένα από τούτα τα αισθητά. Διότι εγώ μεν σε λίγο πηγαίνω εις Αιωνία ανάπαυσιν, συ
όμως εάν δεν μετανοήσεις και πιστέψεις στον Χριστό, μάθε ότι σε λίγες μέρες θα χάσης και την πρόσκαιρη και την αιώνια ζωή.
Εν συνεχεία ο Απ. Ανδρέας εν μέσω των φρικτών πόνων συμβούλεψε από τον σταυρόν τον λαό να επιμείνει στην πίστη του Θεού, τους ευχήθηκε και κατόπιν παρέδωσε την
αγία του ψυχή στα χέρια του Κυρίου εις ηλικία 80 ετών.
Ο δυστυχής Αιγεάτης, μη υποφέροντας την κατακραυγή του λαού των Πατρών, έγινε μανιακός. Είχε τύψεις για τον άδικο θάνατο του Αποστόλου και ιατρού της πόλεως. Ο
σατανάς τον οδήγησε σε αυτοκτονία, για να του πάρει την ψυχή για πάντα. Ανέβηκε σ’ ένα ψηλό γκρεμό, πού ονομάζεται Υψηλά Αλώνια και από κει έπεσε κάτω και συντρίφτηκε.

Ο ενταφιασμός του Αποστόλου
Τότε ο Στρατοκλής και η Μαξιμίλλα κατέβασαν το Τίμιον Σώμα του Αποστόλου από τον Σταυρό, το άλειψαν με μύρα και το ενταφίασαν σε επίσημο τόπο.

Πως το Άγιο Λείψανο του μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη
Βασιλεύς τότε ήταν ο γιός του Μ. Κωνσταντίνου ο Κωνστάντιος. Αυτός επιθύμησε να φέρει στην Κωνσταντινούπολη τα άγια λείψανα των ενδόξων Αποστόλων, Ανδρέου, Λουκά
και Τιμοθέου, για να τα καταθέσει στον ναό των Αγ. Αποστόλων. Έστειλε ο Άγιο Αρτέμιο αυτός μετέβη και εις τας Πάτρας και ζήτησε επιμόνως από τους Πατρινούς το λείψανο
του Αγ. Ανδρέου. Δεν μπόρεσε όμως να τους πείσει να υποχωρήσουν. Ο Άγιος Αρτέμιος όμως τους είπε:
— Εάν επιμείνετε, ο βασιλεύς θα το πάρει διά της βίας. Αλλά εσείς έχετε ανάγκη από νερό. Εγώ θα αναφέρω στον βασιλέα, ότι τότε μόνον συγκατατίθενται να δώσουν το Άγιο
Λείψανο, εάν ο βασιλεύς τους μεταφέρει, με υδραγωγείο το νερό του Παναχαϊκού μέσα στην πόλη των Πατρών.
Εκείνοι το δέχθηκαν και έτσι απέκτησε η Πάτρα άφθονο νερό και υδρεύεται μέχρι σήμερον. Μετά από αυτά οι Πατρινοί παρέδωσαν το τίμιο Λείψανο του Αγ. Ανδρέου. Η κατάθεση
αυτή του λειψάνου του εορτάζεται την 20ην Ιουνίου.

Η Αγία Κάρα του Αποστόλου Ανδρέου
Έπειτα από 500 χρόνια ο Βασίλειος ο Μακεδών (867 - 886) τους έστειλε πίσω την τίμια κάρα του Αγ. Ανδρέου, η όποια παρέμενε εκεί ως κειμήλιο και μέγα προπύργιο των
Πατρών.
Δυστυχώς το 1460 ο Δεσπότης του Μωρέως Θωμάς Παλαιολόγος φεύγοντας τον Μωάμεθ Β, πού κυρίευσε την Πελοπόννησο, πήγε στον Πάπα της Ρώμης Πίον Β. Πήρε μαζί
του την χαριτόβρυτη κάρα του Αγ. Ανδρέου και του την παρέδωσε.
Προ ολίγου όμως, το 1964, όταν οι σκοτεινές δυνάμεις αγωνίζονταν να μάς ενώσουν με τους Παπικούς, ο Πάπας, για να μας καλοπιάσει, έδωσε πάλι την αγία κάρα στην πόλη
των Πατρών.
Στην Πάτρα διασώζεται εκτός της αγίας κάρας του Αποστόλου και το δάκτυλο του Άγιου, πού κόπηκε από τον Συνωπέα.
Σέ ένα χωριό της Κεφαλλονιάς βρίσκεται ένα τμήμα από το πόδι του Άγιου Ανδρέου, Φαίνεται, μάλιστα και το μέρος, πού ήταν το καρφί, όταν τον σταυρώσανε. Έκεί γίνονται
πολλά θαύματα στους προσερχομένους πιστούς.
Εντύπωση προξενεί το, ότι η Αγ. Κάρα του Αποστόλου, καίτοι έχει τόσα χρόνια πού μας την έδωσε ο Πάπας, εντούτοις ουδέν θαύμα έκαμε! Ίσως διά την πονηριά του Πάπα.
Μας την επέστρεψε, για να μας καλοπιάσει και να ενωθούμε μαζί με τον αιρετικό αυτόν. Δεν θέλει να χρησιμοποιηθεί σαν όργανο η τίμια Κάρα του, διά να υποταχθεί η Ορθοδοξία.




Ἀπολυτίκιο ν. Ἦχος δ΄ Ἦχος β΄ τήν ἐν πρεσβείαις ἀκοίμητον.
Ὡς τῶν Ἀποστόλων Πρωτόκλητος, καί τοῦ κορυφαίου αὐτάδελφος, τῷ Δεσπότη τῶν ὅλων Ἀνδρέα ἱκέτευε, εἰρήνην τή οἰκουμένη δωρήσασθαι, καί ταῖς ψυχαῖς
ἠμῶν τό μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον.
Τόν τῆς ἀνδρείας ἐπώνυμον Θεηγόρον, καί Μαθητῶν τόν Πρωτόκλητόν του Σωτῆρος, Πέτρον τόν σύγγονον ὑφημήσωμεν, ὅτι ὡς πάλαι τούτω, καί νῦν ἠμίν
ἐκέκραζεν, Εὐρήκαμεν δεῦτε τόν ποθούμενον.

Μεγαλυνάριον.
Πρῶτος προσπελάσας τῷ Ἰησοῦ, Πρωτόκλητος ὤφθης, καί ἀκρότης τῶν Μαθητῶν, Ἀνδρέα Θεόπτα, ἐντεῦθεν διανύεις, παθῶν τάς ἀναβάσεις, τῆς ἀναστάσεως.


Πηγή από: http://xristianos.gr/
Διαβάστε περισσότερα...

Ὁ Προφήτης Ναούμ

Ημ. Εορτής: 1 Δεκεμβρίου
Ημ. Γέννησης:
Ημ. Κοιμήσεως:
Ημ. Ανακομιδής Λειψάνων:
Πολιούχος:
Λοιπές πληροφορίες:
Εορταζόμενο όνομα:
Εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα μικροὺς λεγομένους προφῆτες.
Ἔζησε τὸν 7ο αἰώνα πρὸ Χριστοῦ καὶ ἦταν ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ Συμεών. Πατρίδα εἶχε τὴν Ἐλκεσέμ, γι’ αὐτὸ ὀνομάστηκε καὶ Ναοὺμ ὁ Ἐλκεσαῖος.
Τὸ βιβλίο τῆς προφητείας του ἀποτελεῖται ἀπὸ τρία μικρὰ κεφάλαια καὶ ἀφορὰ τὴν τύχη τῆς πόλης Νινευῆ.
Στὸ Α’ κεφάλαιο, ὑμνεῖ τὸν Θεό.
Στὸ Β’ κεφάλαιο, προαναγγέλλει τὸν ὄλεθρο τῆς Νινευῆ μὲ τὰ ἅρματά της, τοὺς Ἱππεῖς καὶ τοὺς θησαυρούς της.
Στὸ Γ’ κεφάλαιο, χαρακτηρίζει τὴ Νινευὴ σὰν πόλη τῶν αἱμάτων, τοῦ ψεύδους, τῆς μεγάλης ἀδικίας καὶ πορνείας.
Ἂς δοῦμε, ὅμως, τί λέει γιὰ τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἀνθρώπους τέτοιας πόλης, καὶ τί γι’ αὐτοὺς ποὺ εἶναι κοντὰ στὸν Κύριο:
«Χριστὸς Κύριος τοῖς ὑπομένουσιν αὐτὸν ἐν ἡμέρᾳ θλίψεως καὶ γινώσκων τοὺς εὐλαβουμένους αὐτὸν καὶ ἐν κατακλυσμοὶ πορείας συντέλειαν ποιήσεται τοὺς ἐπεγειρομένους, καὶ τοὺς ἐχθροὺς αὐτοῦ διώξεται σκότος». Ναούμ, Α’ 7 – 8.
Δηλαδὴ ὁ Κύριος εἶναι εὐεργετικὸς γιὰ ἐκείνους ποὺ μένουν κοντά Του στὶς ἡμέρες τῶν θλίψεών τους.
Γνωρίζει ὁ Κύριος καὶ περιβάλλει μὲ συμπάθεια ἐκείνους ποὺ Τὸν σέβονται.
Ἐναντίον ὅμως τῶν ἁμαρτωλῶν, ποὺ ἀλαζονικὰ μὲ κάθε εἴδους ἁμαρτία ἐγείρονται ἐναντίον Του, θὰ ὁρμήσει σὰν κατακλυσμὸς γιὰ νὰ τοὺς ἐξαφανίσει τελείως. Θὰ καταδιώξει τοὺς ἐχθρούς Του καὶ θὰ τοὺς κυριεύσει τὸ σκοτάδι τοῦ θανάτου.
Ὁ Προφήτης Ναοὺμ πέθανε εἰρηνικὰ καὶ τάφηκε στὸν τόπο τῶν πατέρων του.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Νόμῳ ἔλαμψας, προαναγγέλλων, τὰς τῆς χάριτος, Ναοὺμ Προφῆτα, ὁμωνύμως παρακλήσεις ἐν Πνεύματι· δι’ ὧν ὁ Λόγος οὐσίαν τὴν βρότειον, ἐπιφανεὶς τοῖς ἀνθρώποις κατηύφρανεν· ὅθεν πρέσβευε, Τριάδι τῇ πανοικτίρμονι, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὡς πυρσὸς ἀκοίμητος Ναοὺμ Προφῆτα, φρυκτωρεῖς ἐν πέρασι, δι’ αἰνιγμάτων ἱερῶν, τὴν τῶν μελλόντων ἀλήθειαν, ὧν τὰς ἐκβάσεις ὁρῶντες τιμῶμέν σε.

Μεγαλυνάριον.
Φρόνημα οὐράνιον αἰσχηκώς, οὐρανίου δόξης, ἐχρημάτισας θεωρός, βίῳ τε τὸν λόγον, Ναοὺμ ἐπισημαίνων· διὸ σὲ ὡς Προφήτην, θεῖον γεραίρομεν.

Πηγή από: http://www.synaxarion.gr/
Διαβάστε περισσότερα...

Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ

1 Όλα τα καλά με την προσευχή τ΄αποκτάμε. Και όλα τα λυπηρά με την προσευχή τα ξεπερνάμε.

Γι΄αυτό ο Ιησούς είπε:

"Να μένετε άγρυπνοι και να προσεύχεστε αδιάκοπα"
Με την προσευχή θα νικήσεις κι εσύ τις θλίψεις,
με την προσευχή θ΄αποκτήσεις τις αρετές,
με την προσευχή θα ενωθείς με τον Κύριο,
με την προσευχή θα γίνεις μέτοχος της μακαριότητός Του.
"Ζήτησε τη βοήθειά μου στη θλίψη σου,
και θα σε γλυτώσω απ΄αυτήν" (Ψαλμ. 49:15)

Όταν αισθανθείς θλίψη, μη μικροψυχήσεις, μην ταραχθείς.

Στρέψε ικετευτικά τα μάτια σου στον ουρανό, και ζήτα ταπεινά τη θεία βοήθεια.

Αν συμφέρει την ψυχή σου και συμβάλλει στη σωτηρία σου η απαλλαγή από τη δοκιμασία, να μην έχεις αμφιβολία ότι ο Θεός θα εισακούσει την προσευχή σου και θα σε απαλλάξει.
Αν όμως αυτό είναι ασύμφορο για την ψυχή σου - πράγμα που μόνο Εκείνος, ο πάνσοφος, γνωρίζει- μήτ΄εσύ δεν θα πρέπει να το θέλεις.


Γι΄ αυτό αφέσου με εμπιστοσύνη Στα Χέρια Του Πανάγαθου Θεού ,

και το καράβι της Θείας Πρόνοιας θα σε οδηγήσει
Αμήν

Πηγή από:
http://www.agioritikovima.gr/
Διαβάστε περισσότερα...

ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΘΑΥΜΑΤΑ – Η ΔΥΝΑΜΙΣ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ!!!

1 Κάποτε, ένας χριστιανός, ενώ έσκαβε με πολλούς μαζί σ’ ένα νταμάρι, έπεσε βράχος και τους καταπλάκωσε η στοά. Η γυναίκα αυτού του χριστιανού, η κυρία Αργυρώ, έδωσε ό,τι είχε από το υστέρημά της σε έναν ιερέα να κάμη 40 Λειτουργίες για την ψυχή του άνδρα της σ’ ένα εξωκκλήσι κοντά στο μέρος όπου έγινε δυστύχημα, διότι επίστεψε ότι είναι νεκρός. Καθημερινά μάλιστα πήγαινε ένα πρόσφορο, ένα μπουκάλι με κρασί και μία λαμπάδα, σαν πτωχή που ήταν.

Όταν έφθασε ο ιερέας στις 20 Λειτουργίες, ο διάβολος φθόνησε την ευλάβεια της κυρά Αργυρώς και αφού μετασχηματίστηκε σε έναν γνωστό της χωρικό, την συνάντησε το πρωί στον δρόμο και της είπε: – Ξέρεις; Ο παπάς δεν πήγε στην Εκκλησία γιατί είχε δουλειά βιαστική και γι’ αυτό μην κοπιάζεις. Αύριο πηγαίνεις την προσφορά σου. Αυτό της το έκαμε ο διάβολος τρεις φορές στο διάστημα των 40 Λειτουργιών.


Εν τω μεταξύ, έγινε μεγάλη προσπάθεια ν’ ανοίξουν στοά στο ορυχείο, για να μπορέσουν να βγάλουν τα πτώματα, τα οποία ήσαν πάρα πολλά. Ήσαν όλοι τους νεκροί. Είχαν ήδη περάσει 40 ημέρες. Σκάβοντας ακόμη πιο βαθειά, έφθασαν σ’ ένα μέρος, όπου άκουσαν μία φωνή! Ανθρωπινή φωνή που τους έλεγε: – Προσέξτε, ζω! Σκάψτε με προσοχή, γιατί επάνω μου είναι δύο πέτρες, μην πέσουν και με θανατώσουν.


Αυτοί θαύμασαν και πράγματι, σκάβοντας με πολλή προσοχή από τα πλάγια, βρήκαν τον άνθρωπο ζωντανό και το ανήγγειλαν χαρούμενοι στην γυναίκα του. Απορούσαν όλοι πώς αυτός ο άνθρωπος έζησε επί 40 ημέρες χωρίς τροφή και χωρίς νερό. Κι αυτός τους είπε: – Κάθε μέρα μου έδινε κάποιος – αοράτως, δεν ξέρω πώς – ένα ψωμί και ένα μικρό δοχείο με κρασί, ενώ μία λαμπάδα αναμμένη ήταν μπροστά μου, και έτσι έτρωγα.


Εκτός από τρεις φορές, όπου δεν έφαγα τίποτε ούτε φως είδα και πικράθηκα πολύ, οδυρόμενος για τις αμαρτίες μου, γιατί νόμισα ότι έπαψε πλέον να με βοηθά αυτό το αόρατο χέρι του Θεού. Και ήμουν έτοιμος πλέον να πεθάνω από πείνα και δίψα.


Κατόπιν, είδα και πάλι την αναμμένη λαμπάδα, και δίπλα το ψωμί και το κρασί, όπως και πριν, και εδόξασα τον Θεό που δεν με εγκατέλειψε μέχρι τέλους και έτσι επέζησα και σώθηκα θαυματουργικά.


Όλοι βέβαια δοξολόγησαν τον Θεό, διότι ήσαν χριστιανοί και έμειναν με την απορία του μεγάλου αυτού θαυμαστού γεγονότος. Αυτή, χριστιανοί μου, είναι η πίστις μας! Αυτή είναι η ορθοδοξία μας: Η Θεία Λειτουργία!


Από το κήρυγμα του π. Στεφάνου Αναγνωστοπούλου στην Ιερά Μονή Βαρνάκοβας την Κυριακή, 17 Ιουλίου 2011


Πηγή από:
http://www.agioritikovima.gr/
Διαβάστε περισσότερα...

Θεία Κοινωνία χωρίς…νηστεία;

Θεία Κοινωνία χωρίς…νηστεία;

Μέσα στην Αγία Γραφή ακούγεται η πρόσκληση «υιέ μου δος μοι σην καρδίαν». Την καρδιά του ανθρώπου ζητά ο Θεός, για να ζει και να αναπνέει με το θέλημά Του.

Μέσα ακόμη όμως και στον χώρο των λεγομένων πιστών δεν κυριαρχεί, δυστυχώς, το θέλημα του Θεού, αλλά το ίδιον θέλημα. Εδώ τα πράγματα γίνονται τραγικά, διότι ενώ γνωρίζουν το λόγο του
Θεού, όμως τον διαμορφώνουν σύμφωνα με τα μέτρα τους.

Πνευματικοί «γέροντες» κόβουν και ράβουν όπως βολεύει στην άνεση και την ευκολία των τέκνων τους, μόνο και μόνο για να μη τους χάσουν και να ονομάζονται οι ίδιοι καλοί και άγιοι και όχι για
να καθοδηγούν αυτούς που τους εμπιστεύτηκε ο Θεός προς την σωτηρία τους. Νομοθετούν δικές τους γνώμες και παραθέτουν παραδόσεις που έλαβαν χωρίς να ελέγξουν αν είναι η Παράδοση της
Εκκλησίας, άσχετα αν είναι κάτι το παλαιικό.

Κάθε παλαιικό δεν είναι και παράδοση του Ευαγγελίου. Το θέλημα του Θεού αντικαθίσταται με ένα «έτερον ευαγγέλιον» και γίνεται ένας σκοτεινός ανελεύθερος γεροντισμός με παραδόσεις ανίερες
και εντάλματα ανθρώπων χάριν επιβολής εξουσίας πνευματικής και αιχμαλωσίας ψυχών.

Έτσι π.χ. για το θέμα της Θείας Κοινωνίας δεν επικρατεί το θέλημα του Θεού, αλλά η παράδοση των ανθρώπων. Φορτώνουν τους χριστιανούς με δυσβάστακτα βάρη και «παραδόσεις» και αυτό
γίνεται έμμεσα η αιτία να απομακρύνονται από την Θεία Κοινωνία. Επιβάλλουν δηλαδή νηστείες του λαδιού και του αλάδωτου με έντονο τον καταναγκασμό και τον φόβο. Ορίζουν χρόνους και
διαστήματα προσέλευσης στο Μυστήριο, αγνοώντας το λόγο του Χριστού και την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας περί συνεχούς Θείας Κοινωνίας.

Απαιτούν την νηστεία ως απαραίτητο γεγονός πριν από την μετοχή τους στο Μυστήριο, πράγμα που δεν υπάρχει πουθενά γραμμένο ή παραδεδομένο. Όλα εστιάζονται στο τι θα φάγουν και τι θα
πιουν και πότε και μέχρι ποια ώρα, και αφήνουν την κύρια καλλιέργεια της πνευματικής προετοιμασίας
που συγκεκριμενοποιείται στην πρόσκληση: «μετά φόβου Θεού, πίστεως και
αγάπης προσέλθετε»
.

Πολλοί χριστιανοί λοιπόν απέχουν της Θείας Κοινωνίας, διότι δεν νήστεψαν παρ’ όλον που ο πόθος τους είναι ασυγκράτητος και η μετάνοια ενεργή και ζώσα…αντιθέτως πολλοί θρησκευόμενοι
έρχονται και κοινωνούν επειδή νήστεψαν με ένα άγριο κυνηγητό αποχής του φαγητού, ικανοποιημένοι με το έργο τους αυτό, διότι ζει μέσα τους φαρισαϊκά ένας εσωτερικός
αυτοηδονισμός του δήθεν αγίου και αξίου
.



Για να προσέλθουμε λοιπόν στο Μέγα Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι, έχοντας βεβαίως πάρει και την ευλογία του πνευματικού μας πατέρα ο οποίος
βλέποντας την μετάνοιά μας, αναγνωρίζοντας την διάθεσή μας να μεταμορφωθούμε σε καινούς ανθρώπους μας προτρέπει μετά φόβου πίστεως και αγάπης να προσέλθουμε στο Μέγα Μυστήριο.

Για να μην παρεξηγηθούμε λοιπόν, ο κάθε χριστιανός θα πρέπει να προετοιμάζεται ορθά για να λάβει τον ίδιο τον Κύριο μέσα του. Όμως όσον αναφορά την αποχή από τις τροφές (νηστεία),
πουθενά η Εκκλησία δεν έχει βάλει κάποιον τέτοιον κανόνα, αλλά η Εκκλησία λέγει: ο Χριστιανός θα πρέπει να νηστεύει την Τετάρτη και την Παρασκευή, την Σαρακοστή Χριστουγέννων και
Πάσχα, Δεκαπενταύγουστο κ.τ.λ.
Η Εκκλησία λοιπόν έχει συγκεκριμένες ημέρες μέσα στο έτος και προτρέπει τους πιστούς να νηστέψουν.

Πουθενά η Εκκλησία δεν έχει πει ότι είναι κανόνας να νηστέψεις για να κοινωνήσεις. Νηστεύεις όλες τις καθορισμένες νηστείες της Εκκλησίας μας; Εάν ναι τότε δεν θα έπρεπε να σε απασχολεί
άλλο αυτό το θέμα. Όμως εάν ο πνευματικός σου πατέρας κρίνει ότι για την δική σου καλύτερη προετοιμασία καλό θα ήταν να νηστέψεις π.χ. μία ημέρα, θα το κάνεις για την υπακοή στον
πνευματικό σου και όχι διότι είναι κανόνας της Εκκλησίας μας.

Εάν δεν ίσχυε το παραπάνω τότε είναι παράλογο η Εκκλησία να θεσπίσει συγκεκριμένες νηστίσιμες ημέρες του έτους, αλλά θα έλεγε να νηστεύουμε 1,2,3 ημέρες πριν κοινωνήσουμε.
Επίσης τα μικρά παιδιάκια θα έπρεπε να νηστεύουν και αυτά, να κάνουν αλάδωτο!!! Νηστεία λοιπόν και Θεία Κοινωνία δεν συνδέονται άμεσα, ίσως έμμεσα υπό το πρίσμα του ασκητικού
φρονήματος που θα πρέπει να έχουμε όλοι.

Το παράλογο είναι ότι πολλές φορές επιμένουμε τόσο πολύ στην προετοιμασία μας πριν την Θεία Μετάληψη και όταν πλέον κοινωνήσουμε χαλαρώνουμε. Δηλαδή από την μία μεριά όταν δεν
έχουμε τον Χριστό μέσα μας, απέχουμε από τροφές, εγκρατευόμαστε κ.λ.π. (και καλά κάνουμε), όμως όταν έχουμε μέσα μας τον Χριστό όταν έχουμε κοινωνήσει το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου
μας το ασκητικό αυτό φρόνημα εξαφανίζεται, λες και δεν χρειάζεται πλέον μιας και ο σκοπός επιτεύχθηκε, κοινωνήσαμε!


Όμως πως είναι δυνατόν ενώ δεν έχω τον Χριστό μέσα μου να ασκούμε και όταν τον πάρω μέσα μου πλέον να γίνομαι απρόσεκτος όσον αναφορά πνευματικά θέματα; Όταν δηλαδή, πριν
κοινωνήσω μου «απαγορευόταν» να κάνω κάποια πράγματα, τώρα που κοινώνησα, τώρα που έγινα και εγώ χριστός να μην μου απαγορεύονται;

Άρα διαπιστώνουμε ότι το σκεπτικό πολλών αν όχι όλων των χριστιανών είναι λάθος. Δεν σημαίνει ότι αφού κοινώνησα μπορώ χωρίς καμία αναστολή να κάνω το οτιδήποτε, αντιθέτως αφού έχω
κοινωνήσει θα πρέπει ακόμα περισσότερο να είμαι προσεκτικός, σε πνευματική εγρήγορση ώστε όντως η Θεία Κοινωνία να ενεργήσει μέσα μου και να με μεταμορφώσει
, να με βοηθήσει να
ξεπεράσω αδυναμίες και να γίνει όντως το εφόδιο αυτό το οποίο θα με οδηγήσει στην Αιώνια Ζωή.
 
Αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος
Πηγή από: http://xristianos.gr/
Διαβάστε περισσότερα...

"Αγαπήσωμεν αλλήλους..."

ΕΙΠΕ ΓΕΡΩΝ

· Ὁ Ἀββᾶς Ἀγάθων ἔλεγε στά πνευματικά του παιδιά:

-Δέν ἔπεσα ποτέ νά κοιμηθῶ, παιδιά μου, ἔχοντας λύπη στήν καρδιά μου γιά κάποιον ἀδελφό γιά κάποιο συνάνθρωπό μου. Καί ἀπό τήν ἄλλη μεριά, ὅσο ἐξαρτᾶτο ἀπό μένα, δέν ἄφησα ἄνθρωπο νά κοιμηθῆ στενοχωρημένος ἐξ’ αἰτίας μου.

· Ἕνας ἄλλος, ἐπίσης, μεγάλος Γέροντας, ὁ Ἀββᾶς Ἰσαάκ, ἔλεγε χαρακτηριστικά:

-Δέν ἐπέτρεψα νά μπῆ ποτέ σ’αὐτό τό κελλί λογισμός ἐναντίον κάποιου ἀδελφοῦ μου, πού νά μέ στενοχώρησε. Ἀλλά φρόντισα καί νά μήν ἀφήσω καί κάποιον ἀδελφό νά πάη στό κελλί του ἔχοντας λογισμό ἐναντίον μου.


Σημείωσις: Πόσο διδακτικές εἶναι αὐτές οἱ Ἱστορίες ἀπό τό Γεροντικό, ἀδελφοί μου! Τί μεγαλεῖο ψυχῆς ἔκρυβαν αὐτοί οἱ ἄνθρωποι! Σέ ποιά μέτρα πνευματικά εἶχαν φτάσει! Εἶχαν ξεπεράσει τά μάταια καί φθαρτά, εἶχαν ὑπερβῆ τόν ἑαυτό τους. Ἡ ἀγάπη εἶχε κάνει κατοικητήριό της τήν καρδιά τους. Ζοῦσαν μέσα στό φῶς καί στή χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἄναλογιστεῖτε, ἀδελφοί, σέ ποιά πνευματική κατάσταση βρισκόμαστε ἐμεῖς. Πῶς θά φτάσωμε ἄραγε σ΄αὐτά τά μέτρα; Φρίττει κανείς ὅταν σκέπτεται, ὅτι πολλοί ἄνθρωποι ὄχι μόνο δέν δυσκολεύονται νά πλαγιάσουν γιά νά κοιμηθοῦν ἔχοντας μῖσος καί φθόνο καί δόλο στήν καρδιά τους ἀλλά καί ὥσπου νά τούς πάρη ὁ ὕπνος σκέπτονται τί κακό θά κάνουν τήν ἄλλη ἡμέρα στόν συνάνθρωπό τους. Γιατί ἐσκληρύνθησαν τόσο οἱ καρδιές τῶν ἀνθρώπων;Πόσο δίκηο εἶχε ὁ Ἱερός Χρυσόστομος ὅταν ἔλεγε γιά τούς σκληρόκαρδους,«καί αἱ καρδίαι αὐτῶν ἀναισθητότεραι τῶν λίθων γεγόνασι». Ὅποιος δέν ἔχει ἀγάπη στήν καρδιά του ὑποφέρει γιατί τό μῖσος εἶναι σαράκι πού κατατρώγει τήν ὕπαρξή μας.

Ὁ ἄνθρωπος εἶναι δημιουργημένος κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ. Εἶναι ἐκ φύσεως κοινωνικό ὄν. Ἡ ἔλλειψη τῆς ἀγάπης τοῦ στερεῖ τήν κοινωνικότητα καί ὡς ἐκ τούτου ζῆ μέσα στό σκοτάδι τῆς δαιμονικῆς μοναξιᾶς. Ἡ μοναξιά εἶναι «προνόμιο» τοῦ διαβόλου. Ἡ κοινωνία,εἶναι ἡ χαρά τῶν ἀνθρώπων. Αὐτή ἡ κοινωνία βιώνεται μέσα ἀπό τήν σταυρική διάσταση τῆς ἀγάπης. Ἀγάπη πρός τόν Θεό καί ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο. Μέσα ἀπό αὐτή τήν σταυρόσχημη ἀγαπητική καί θυσιαστική διάσταση τῆς ζωῆς,βιώνει κανείς τήν Ἀνάσταση.

Ἀδελφοί μου: «Ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους, ἵνα ἐν ὁμονοία ὁμολογήσωμεν».
Ι.Μ.Πατρών
Πηγή από: http://xristianos.gr/
Διαβάστε περισσότερα...

Ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Ἀπόστολος ὁ Πρωτόκλητος

Ημ. Εορτής: 30 Νοεμβρίου
Ημ. Γέννησης:
Ημ. Κοιμήσεως:
Ημ. Ανακομιδής Λειψάνων: 26 / 9 / 1964
Πολιούχος: Πάτρας
Λοιπές πληροφορίες:
Εορταζόμενο όνομα: Ἀνδρέας, Ἀνδριανή
Μορφὴ βιβλική. Φυσιογνωμία προνομιοῦχος καὶ διαλεχτή. Πρῶτος ἀπ’ ὅλους τοὺς ἀποστόλους γνώρισε τὸν Ἰησοῦ, ἀλλὰ καὶ πρῶτος κλήθηκε νὰ τὸν ἀκολουθήσει, γι’ αὐτὸ καὶ Πρωτόκλητος. Τὸ ὄνομά του τὸ ἱερὸ κατέχει ἰδιαίτερη θέση στὴν ψυχὴ τῶν Ἑλλήνων.
Αὐτὸς εἶναι ὁ Ἀνδρέας ὁ Πρωτόκλητος μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ καὶ ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους τοῦ Ἔθνους μας.

Ὁ Ἀνδρέας καταγόταν ἀπὸ τὴν Βηθσαϊδᾶ τῆς Γαλιλαῖας καὶ ἦταν γιὸς τοῦ Ἰωνᾶ καὶ ἀδελφὸς τοῦ πρωτοκορυφαίου Ἀποστόλου Πέτρου. Τὸ ἐπάγγελμά του ἦταν ψαράς.
Ἦταν ὅμως ἀπὸ τὶς εὐγενικὲς ἐκεῖνες ψυχές, ποὺ μελετοῦσαν τοὺς προφῆτες καὶ περίμεναν μὲ λαχτάρα τὴν ἐκπλήρωση τῶν ὑποσχέσεων τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ κόσμου.
Ὁ Ἀνδρέας μαζὶ μὲ τὸν Ἰωάννη τὸν Ἐὐαγγελιστὴ, ὑπῆρξαν στὴν ἀρχὴ μαθητὲς τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου. Κάποια μέρα μάλιστα, ποὺ βρισκόντουσαν στὶς ὄχθες τοῦ Ἰορδάνη καὶ ὁ Πρόδρομος τοὺς ἔδειξε τὸν Ἰησοῦ καὶ τοὺς εἶπε «ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου», οἱ δυὸ ἁπλοϊκοὶ ἐκεῖνοι ψαράδες συγκινήθηκαν τόσο πολύ, ποὺ χωρὶς κανένα δισταγμὸ καὶ ἐπιφύλαξη ἀφήκαν ἀμέσως τὸν δάσκαλό τους καὶ ἀκολούθησαν τὸν Ἰησοῦ. Τὸν ἀκολούθησαν μὲ προθυμία καὶ ζῆλο κι ἔμειναν κοντά του ἐκείνη τὴν ἡμέρα. Τί εἶδαν καὶ τί ἄκουσαν ὅλες ἐκεῖνες τὶς ἀξέχαστες ὧρες; Χωρὶς ἄλλο, λόγια ἅγια καὶ θεία. Ρήματα ζωῆς αἰωνίου. Λόγια, ποὺ τοὺς συνεπῆραν τὴν ψυχὴ καὶ τοὺς ἔκαμαν νὰ πιστέψουν πὼς στ’ ἀλήθεια ὁ Ἰησοῦς ἦταν Ἐκεῖνος ποὺ περίμεναν.
Ὁ Μεσσίας. Ὁ Σωτήρας καὶ Λυτρωτὴς τῶν ἀνθρώπων.

Τὸν ἐνθουσιασμὸ καὶ τὴν ἱκανοποίησή τους ἀπὸ τὴν ἐπικοινωνία καὶ ἐπαφή τους μὲ τὸν Κύριο τὴν βλέπουμε ἀπὸ τὴν ἐνέργεια τοῦ Ἀνδρέα. Μόλις χωρίστηκαν ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ, ἔτρεξε νὰ συναντήσει τὸν μεγαλύτερο ἀδελφό του Πέτρο καὶ νὰ τοῦ πεῖ μὲ χαρά: «Εὐρήκαμεν τὸν Μεσσίαν (ὁ ἐστὶ μεθερμηνευόμενον Χριστός) καὶ ἤγαγεν αὐτὸν πρὸς τὸν Ἰησοῦν». Πόση καλοσύνη. Πόση εὐγένεια ψυχῆς! Πόση ἀγάπη! Δὲν κράτησε μόνος τὴν χαρά του. Ἔσπευσε νὰ τὴν μοιραστεῖ μὲ τὸν ἀδελφό του. Καὶ εἶχε δίκαιο! Κεῖνος ποὺ γεύτηκε τὸ μέλι τοῦ Εὐαγγελίου δὲν μπορεῖ νὰ τὸ τρώει μόνος του. Ἡ πραγματικὴ χάρη, ὅταν φωτίσει τὴν ψυχή, βάνει τέρμα στὸ πνευματικὸ μονοπώλιο, λέει καὶ ἕνας μεγάλος ἱεραπόστολος τοῦ περασμένου αἰώνα.

Ἡ περίπτωση αὐτὴ εἶναι ἕνα ἔξοχο παράδειγμα ἀδελφικῆς ἀλληλεγγύης καὶ πνευματικότητας. Τὰ ἀδέλφια μας, οἱ γονεῖς μας, οἱ συγγενεῖς μας, οἱ οἰκεῖοι μας πρέπει νὰ εἶναι γιὰ μᾶς πρόσωπα προσφιλή. Πρόσωπα, μὲ τὰ ὁποῖα νὰ εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ μοιραστοῦμε κάθε στιγμὴ καὶ τὴν χαρὰ καὶ τὴν λύπη μας. Σ’ αὐτοὺς θὰ ποῦμε τὸν καλὸ τὸν λόγο. Θὰ δώσουμε τὸ χριστιανικὸ ἔντυπο. Θὰ τοὺς καλέσουμε σὲ μία χριστιανικὴ συγκέντρωση. Θὰ τοὺς ποῦμε σὲ μίαν ἐπίσκεψη: «Εὐρήκαμεν τὸν Μεσσίαν». Ἀδελφοί μας! Ἐλᾶτε στὸν Χριστό. Αὐτὸς εἶναι ἡ χαρά. Αὐτὸς ἡ ζωὴ καὶ τὸ φῶς. Αὐτὸς ἡ εἰρήνη τοῦ κόσμου. Μὴ σᾶς σκανδαλίζουν μερικὰ ἔκτροπα, ποὺ βλέπετε γύρω σας. Μὴ σᾶς σκανδαλίζει ἡ ζωὴ μερικῶν, ποὺ αὐτοκαλοῦνται χριστιανοὶ καὶ θέλουν τάχατες νὰ δείχνουν καὶ τὸν δρόμο στοὺς ἄλλους. Ἐσεῖς κοιτᾶτε μόνο τὸν Χριστό. Αὐτὸς καὶ μόνο αὐτὸς στὸν κόσμο τοῦτο δίνει τὴ χαρὰ καὶ τὴν εἰρήνη. Τὸ μαρτυρεῖ ἡ ζωὴ ὅλων τῶν ἁπλῶν, τῶν ἀληθινῶν χριστιανῶν. Τὸ βεβαιώνει ἡ ζωὴ καὶ τὸ παράδειγμα τοῦ μεγάλου ἀποστόλου μας.

Ὕστερα ἀπὸ τὸ ἐπεισόδιο, ποὺ ἀναφέραμε, τόσο ὁ Ἀνδρέας, ὅσο καὶ ὁ Πέτρος καὶ ὁ Ἰωάννης ξαναγύρισαν στὰ πλοῖα τους καὶ ἔπιασαν πάλι τὴν δουλειά τους. Δὲν εἶχε ἔρθει ἀκόμη ἡ εὐλογημένη ὤρα νὰ ἀρχίσει ὁ Κύριος τὸ ἔργο του. Αὐτὸ ἔγινε λίγες μέρες ἀργότερα. Ἐκεῖ στὴν λίμνη τῆς Γεννησαρὲτ οἱ δυὸ ἀδελφοὶ καταγίνονταν νὰ ρίψουν τὰ δίχτυα τους στὴν θάλασσα, ὅταν τοὺς ξαναβρῆκε ὁ Ἰησοῦς καὶ τοὺς κάλεσε νὰ τὸν ἀκολουθήσουν. «Δεῦτε ὀπίσω μου», τοὺς εἶπε, «καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων». Καὶ αὐτοὶ «εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῶ». «Εὐθέως», χωρὶς καμιὰ χρονοτριβή, χωρὶς καμιὰ ἀναβολὴ τὸν ἀκολούθησαν. Στὴν περίσταση αὐτὴ ἔμοιασαν μὲ τὸν σοφὸ καὶ συνετὸ ἐκεῖνο ἔμπορο τῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς, ποὺ ζητοῦσε νὰ βρεῖ καὶ ν’ ἀγοράσει μαργαριτάρια. Καὶ ὅταν βρῆκε κάποτε ἕνα σπουδαῖο καὶ «πολύτιμον μαργαρίτην», ἔσπευσε νὰ πωλήσει ὅλα ὅσα εἶχε καὶ νὰ τὸν ἀγοράσει. Αὐτὸ ἔκαμαν καὶ οἱ δύο ἀδελφοί.

Ὁ Ἀνδρέας ἀκολούθησε τὸν Κύριο πιστὰ καὶ πρόθυμα μέχρι τέλους. Κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ τῆς μαθητείας του δύο ἀπὸ τὰ πολλὰ ἐπεισόδια καταδεικνύουν τὴν ἰδιαίτερη θέση, ποὺ εἶχε ἀνάμεσα στοὺς ἄλλους μαθητὲς καὶ κοντὰ στὸν Ἰησοῦ. Τὸ πρῶτο συνέβηκε στὴν ἔρημο. Τὰ πλήθη, ποὺ εἶχαν πληροφορηθεῖ πὼς ὁ Κύριος βρισκόταν ἐκεῖ, μαζεύτηκαν ἀπ’ ὅλα τὰ μέρη γύρω, γιὰ νὰ ζητήσουν τὶς εὐεργεσίες του καὶ ν’ ἀκούσουν τὴ διδασκαλία του. Κόντευε νὰ δύσει ὁ ἥλιος καὶ κανένας δὲν ἔλεγε νὰ φύγει. Κάποια στιγμὴ ὁ Ἰησοῦς φώναξε κοντά του τὸν Φίλιππο καὶ τὸν ρώτησε: «Ἀπὸ ποῦ καὶ μὲ τί χρήματα θὰ ἀγοράσουμε ψωμιά, γιὰ νὰ φάγουν ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι;» Ὁ Κύριος φυσικὰ γνώριζε τί θὰ ἔκαμνε. Τὸ εἶπε ὅμως αὐτό, γιὰ νὰ δοκιμάσει τὸν Φίλιππο καὶ τοὺς ἄλλους μαθητές. Καὶ αὐτὸς ἀπὸ μέρους καὶ τῶν ἄλλων μαθητῶν γεμάτος ἀμηχανία ἀπήντησε: «Διακοσίων δηναρίων ἄρτοι οὐκ ἀρκούσιν αὐτοὶς ἵνα ἕκαστος αὐτῶν βραχὺ τί λαβή». Διακοσίων δηναρίων ψωμιὰ δὲν φτάνουν, ὄχι γιὰ νὰ χορτάσουν, ἀλλὰ γιὰ νὰ πάρει ὁ καθένας μιὰ μπουκιά. Τὴν στιγμὴ ἐκείνη πετάχτηκε ὁ Ἀνδρέας κι εἶπε. «Κύριε, εἶναι ἐδῶ ἕνα παιδάκι, ποὺ ἔχει πέντε κριθαρένια ψωμιὰ καὶ δυὸ ψαράκια» (Ἰωάν. στ’ 9). Φυσικὰ πέντε κριθαρένια ψωμιὰ καὶ δυὸ ψαράκια δὲν εἶναι τίποτα γιὰ τόσο κόσμο. Μὰ ἐσύ Κύριε, μπορεῖς νὰ τὰ εὐλογήσεις καὶ τότε, ὦ, ναί! Τότε μποροῦν νὰ φᾶνε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καὶ νὰ περισσέψουν. Πρόσωπο μὲ παρρησία καὶ μὲ μία λανθάνουσα πίστη στὸν Χριστό μας παρουσιάζει τὸ ἐπεισόδιο αὐτὸ τὸν Ἀνδρέα.

Πρόσωπο μὲ πλατιὰ καὶ μεγάλη καρδιὰ μᾶς τὸν παρουσιάζει τὸ δεύτερο ἐπεισόδιο. Συγχρόνως ὅμως καὶ ἄνθρωπο μὲ τόλμη, ποὺ δὲν διστάζει νὰ πάρει μία μεγάλη ἀπόφαση καὶ ν' ἀναλάβει συνάμα καὶ τὶς εὐθύνες του. Ἀφορμὴ γι’ αὐτὸ τὸ ἐπεισόδιο ἔδωκαν μερικοὶ συμπατριῶτες μας Ἕλληνες. Ἦταν οἱ μέρες τοῦ Πάσχα, τοῦ τελευταίου Πάσχα τοῦ Κυρίου μας. Μέσα στὰ πλήθη, ποὺ μαζεύτηκαν στὰ Ἱεροσόλυμα ἀπὸ τὰ διάφορα μέρη τοῦ κόσμου, ἦταν καὶ αὐτοί. Ἀσφαλῶς ἦταν ἄνθρωποι ποὺ εἶχαν προσηλυτισθεῖ στὸν ἰουδαϊσμό. Ἡ πνευματικὴ θρησκεία τοῦ Ἰσραὴλ τοὺς εἶχε τραβήξει μέσα στὴν καρδιά τους βαθὺ τὸν πόθο νὰ τὸν γνωρίσουν. Πλησίασαν λοιπὸν τὸν Φίλιππο – ἴσως τὸ ἑλληνικό του ὄνομα τοὺς ἔδωκε τὸ θάρρος – καὶ τοῦ ζήτησαν νὰ τοὺς ὁδηγήσει στὸν Χριστό. Ὁ Φίλιππος ὅμως ἔσπευσε νὰ ζητήσει τὴ γνώμη τοῦ Ἀνδρέα. Γιατί τοῦ Ἀνδρέα; Γιατί ἦταν συμπατριώτης του καὶ ἤξερε τὴν παρρησία του. Ἀλλὰ καὶ γιατί ὁ Ἀνδρέας ἦταν γνωστὸς σὰν ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν μεγάλη καρδιὰ καὶ τὸ θέμα θὰ τὸ ἀντίκριζε ὄχι μὲ τὴ στενὴ ἰουδαϊκὴ ἀντίληψη, πὼς ὁ Χριστὸς ἦλθε καὶ ἀνῆκε μόνο στοὺς Ἰουδαίους, ἀλλὰ καὶ στοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Καὶ πραγματικὰ ἡ στάση του δικαίωσε τὴν φήμη του.

Ὁ Ἀνδρέας, σὰν ἔμαθε ἀπὸ τὸν Φίλιππο τὸ περιστατικό, χωρὶς νὰ χάσει καιρό, πῆρε τοὺς Ἕλληνες καὶ μαζὶ μ’ αὐτὸν τοὺς ἔφερε στὸν Χριστὸ (Ἰωάν. ιβ’ 20 – 22). Τί φανερώνει καὶ τὸ ἐπεισόδιο αὐτό; Τὴν μεγάλη, τὴν πλατιά του καρδιά, μὰ καὶ τὴν οἰκειότητά του πρὸς τὸν Χριστό. Εὐτυχεῖς ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ μιμοῦνται τὸν Πρωτόκλητο καὶ βοηθοῦν καὶ ἄλλες ψυχὲς νὰ πλησιάσουν καὶ νὰ γνωρίσουν τὸν Κύριο.

Ἡ ζωὴ τοῦ Πρωτοκλήτου κατὰ τὰ τρία χρόνια τῆς μαθητείας εἶναι ἡ ἴδια μὲ τὴ ζωὴ τῶν ἄλλων μαθητῶν. Ἀχόρταγα καὶ αὐτὸς μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους ἀποστόλους ρουφοῦσε ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ θείου Διδασκάλου τὰ «ρήματα τῆς αἰωνίου ζωῆς». Μαζί του περιέτρεχε τὴν Ἅγια Γῆ καὶ ἔβλεπε τὶς εὐεργεσίες καὶ τὰ θαύματά του. Βαθιὰ ἦταν ἡ συγκίνησή του γιὰ τὴν ὑποδοχή, ποὺ ὁ περιούσιος λαὸς ἐπεφύλαξε στὸν Κύριό μας «πρὸ ἓξ ἡμερῶν τοῦ Πάσχα». Πιὸ βαθιὰ ἡ θλίψη του γιὰ τὴ σύλληψη τοῦ Διδασκάλου του καὶ γιὰ ὅσα ἀκολούθησαν αὐτή. Ἡ ἐπίσκεψη τοῦ Κυρίου ὅμως κατ’ αὐτὴν τὴν ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεώς Του καὶ ἐνῶ πιὰ εἶχε βραδιάσει καὶ οἱ πόρτες τοῦ σπιτιοῦ ἦταν κλειστὲς «διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων» ξανάφερε στὴν ψυχή του τὴν χαρὰ καὶ τὴν ἐλπίδα. Ὁ Ἀνδρέας παρευρέθηκε στὴν Ἀνάληψη καὶ ἔλαβε μέρος στὴν ἐκλογὴ τοῦ Ματθία.

Μετὰ τὴν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ὁ Ἀπόστολός μας, ὅπως ψάλλει καὶ ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος, ἀφοῦ «διεπέτασε τὸ ἱστίον τοῦ Πνεύματος, ὡς κύμα γαληνὸν πραέτω πνεύματι κινούμενον, πάσαν ἐπλούτισε τὴν γῆν τοῦ ἐνθέου κηρύγματος». Ὁ Ἀνδρέας ὑπῆρξε ὁ κατ’ ἐξοχὴν Ἀπόστολος τῶν Ἑλλήνων. Ἡ Σκυθία, δηλαδὴ ἡ σημερινὴ νότιος Ρωσία, ἡ Ἑλληνικὴ Βιθυνία, ὁ Πόντος, ἡ Θράκη, ἡ Μακεδονία, ἡ Ἤπειρος κι ἡ Ἀχαΐα ποτίστηκαν πλούσια μὲ τὸν τίμιο ἱδρώτα τοῦ Πρωτοκλήτου. Ἀλλὰ καὶ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Βυζαντίου, ποὺ ἀπετέλεσε καὶ ἀποτελεῖ τὸ κέντρο τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀπὸ τὸν Ἀπόστολό μας ἱδρύθηκε. Ἐδῶ ὁ Ἀνδρέας ἐγκατέστησε πρῶτο ἐπίσκοπο τὸν Ἀπόστολο Στάχυ κιαὶαὐτοῦ διάδοχος εἶναι ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης. Σὲ μία του περιοδεία, ἀναφέρεται ἀπὸ τὴν παράδοση, πὼς ὁ Ἅγιος μας ἦλθε καὶ στὸ νησί μας. Τὸ καράβι, ποὺ τὸν μετέφερε στὴν Ἀντιόχεια ἀπὸ τὴν Ἰόππη, λίγο πρὶν προσπεράσουν τὸ γνωστὸ ἀκρωτήρι τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέα καὶ τὰ νησιά, ποὺ εἶναι γνωστὰ μὲ τὸ ὄνομα Κλεῖδες, ἀναγκάστηκε νὰ σταματήσει ἐκεῖ σ’ ἕνα μικρὸ λιμανάκι, γιατί κόπασε ὁ ἄνεμος. Τὶς μέρες αὐτὲς τῆς νηνεμίας τοὺς ἔλειψε καὶ τὸ νερό. Ἕνα πρωί, ποὺ ὁ πλοίαρχος βγῆκε στὸ νησὶ καὶ ἔψαχνε νὰ βρεῖ νερό, πῆρε μαζί του καὶ τὸν Ἀπόστολο. Δυστυχῶς πουθενὰ νερό. Κάποια στιγμή, ποὺ ἔφτασαν στὴ μέση τῶν δυὸ ἐκκλησιῶν, ποὺ ὑπάρχουν σήμερα, τῆς παλαιᾶς καὶ τῆς καινούργιας, ποὺ εἶναι κτισμένη λίγο ψηλότερα, ὁ Ἅγιος γονάτισε μπροστὰ σ’ ἕνα κατάξερο βράχο καὶ προσευχήθηκε νὰ στείλει ὁ Θεὸς νερό. Ποθοῦσε τὸ θαῦμα, γιὰ νὰ πιστέψουν ὅσοι ἦταν ἐκεῖ στὸν Χριστό. Ὕστερα σηκώθηκε, σφράγισε μὲ τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ τὸν βράχο καὶ τὸ θαῦμα ἔγινε. Ἀπὸ τὴν ρίζα τοῦ βράχου βγῆκε ἀμέσως μπόλικο νερό, ποὺ τρέχει μέχρι σήμερα μέσα σ’ ἕνα λάκκο τῆς παλαιᾶς ἐκκλησίας καὶ ἀπ’ ἐκεῖ προχωρεῖ καὶ βγαίνει ἀπὸ μία βρύση κοντὰ στὴ θάλασσα. Εἶναι τὸ γνωστὸ ἁγίασμα. Τὸ εὐλογημένο νερό, ποὺ τόσους ξεδίψασε, μὰ καὶ τόσους ἄλλους, μυριάδες ὁλόκληρες, ποὺ τὸ πῆραν μὲ πίστη δρόσισε καὶ παρηγόρησε. Καὶ πρῶτα – πρῶτα τὸ τυφλὸ παιδὶ τοῦ καπετάνιου.

Ἦταν καὶ αὐτὸ ἕνα ἀπὸ τὰ πρόσωπα τοῦ καραβιοῦ ποὺ μετέφερε ὁ πατέρας. Γεννήθηκε τυφλὸ καὶ μεγάλωσε μέσα σὲ ἕνα συνεχὲς σκοτάδι. Ποτέ του δὲν εἶδε τὸ φῶς. Δένδρα, φυτά, ζῶα ἀγωνιζόταν νὰ τὰ γνωρίσει μὲ τὸ ψαχούλεμα. Ἐκείνη τὴν ἡμέρα, ὅταν οἱ ναῦτες γύρισαν μὲ τὰ ἀσκιὰ γεμάτα νερὸ καὶ ἐξήγησαν τὸν τρόπο ποὺ τὸ βρῆκαν στὸ νησί, ἕνα φῶς γλυκιᾶς ἐλπίδας ἄναψε στὴν καρδιὰ τοῦ δύστυχου παιδιοῦ. Μήπως τὸ νερὸ αὐτό, σκέφτηκε, ποὺ βγῆκε ἀπὸ τὸν ξηρὸ βράχο ὕστερα ἀπ’ τὴν προσευχὴ τοῦ παράξενου ἐκείνου συνεπιβάτη τους, θὰ μποροῦσε νὰ χαρίσει καὶ σ’ αὐτὸν τὸ φῶς του ποῦ ποθοῦσε; Ἀφοῦ μὲ θαυμαστὸ τρόπο βγῆκε, θαύματα θὰ μποροῦσε καὶ νὰ προσφέρει. Μὲ τούτη τὴν πίστη καὶ τὴν βαθιὰ ἐλπίδα ζήτησε καὶ τὸ παιδὶ λίγο νερό. Διψοῦσε. Καιγόταν ἀπ’ τὴν δίψα. Ὁ Ἀπόστολος, ποὺ ἦταν ἐκεῖ, ἔσπευσε καὶ ἔδωσε στὸ παιδὶ ἕνα δοχεῖο γεμάτο ἀπὸ τὸ δροσερὸ νερό. Ὅμως τὸ παιδὶ προτίμησε, ἀντὶ νὰ δροσίσει μὲ τὸ νερὸ τὰ χείλη του, νὰ πλύνει πρῶτα τὸ πρόσωπό του. Καὶ ὦ τοῦ θαύματος! Μόλις τὸ δροσερὸ νερὸ ἄγγιξε τοὺς βολβοὺς τῶν ματιῶν τοῦ παιδιοῦ, τὸ χρόνιο σκοτάδι ἄρχισε νὰ διαλύεται. Καὶ ἕνα φῶς, ἱλαρὸ φῶς, ἄρχισε νὰ λούζει τὰ γύρω πράγματα...

— Πατέρα, πατέρα, ἄρχισε νὰ φωνάζει τὸ παιδὶ πότε ψαχουλεύοντας καὶ πότε τρέχοντας νὰ βρεῖ τὸν πατέρα. Καὶ ὁ καπετάνιος ποὺ τρόμαξε ἀπ' τὶς φωνὲς τοῦ παιδιοῦ τρέχει καὶ αὐτὸς πρὸς τὸ μέρος ποὺ ἀκουόταν ἡ φωνή. Στὸ ἀντίκρισμα τοῦ παιδιοῦ του σταμάτησε, ἔσκυψε καὶ ἄνοιξε τὴν ἀγκαλιά του.
— Παιδί μου, τί σου συμβαίνει; ρώτησε μὲ τρόμο ὁ πατέρας.
— Βλέπω! Πατέρα μου, βλέπω! Γιὰ κοίτα με, βλέπω τὴν θάλασσα, τοὺς ἀνθρώπους, τὰ πανιὰ τοῦ καραβιοῦ μας ποὺ φουσκώνουν. Πατέρα, τὸ εὐλογημένο νερὸ ποὺ μοῦ ἔδωκε ἐκεῖνος ὁ παππούλης, γιὰ νὰ πιῶ καὶ νὰ πλυθῶ, αὐτό μου χάρισε ὅτι ποθούσαμε. Τὸ φῶς μου, πατέρα...

Ὕστερα ἀπὸ μικρὴ διακοπὴ ποὺ πέρασε μέσα σὲ δάκρυα καὶ ἀναφιλητὰ εὐγνωμοσύνης ὁ καπετάνιος σηκώθηκε καὶ εἶπε:
— Παιδί μου, πᾶμε νὰ βροῦμε τὸν παππούλη ποὺ λές, γιὰ νὰ τὸν εὐχαριστήσουμε γιὰ ὅτι μας χάρισε!
— Ὄχι ἐμένα, εἶπε ὁ Ἀπόστολος ποὺ πλησίασε. Τὸν Χριστὸ νὰ εὐχαριστήσουμε ὅλοι. Αὐτὸς μᾶς ἔδωκε τὸ νερό. Αὐτὸς γιάτρεψε καὶ τὸ παιδί. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός, ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος καὶ ἦρθε στὸν κόσμο γιὰ νὰ μᾶς σώσει!

Καὶ ὁ   Ἀπόστολος, ποὺ τὸν κοίταζαν ὅλοι μὲ θαυμασμό, ἄρχισε νὰ τοὺς μιλᾶ καὶ νὰ τοὺς διδάσκει τὴ νέα θρησκεία. Τὸ τέλος τῆς ὁμιλίας πολὺ καρποφόρο. Ὅσοι τὸν ἄκουσαν πίστεψαν καὶ βαφτίστηκαν. Τὴν ἀρχὴ ἔκανε ὁ καπετάνιος μὲ τὸ παιδί του, ποὺ πῆρε καὶ τὸ ὄνομα Ἀνδρέας. Καὶ ὕστερα ὅλοι οἱ ἄλλοι ἐπιβάτες καὶ μερικοὶ ψαράδες ποὺ ἤσαν ἐκεῖ. Πίστεψαν ὅλοι στὸν Χριστὸ ποὺ τοὺς κήρυξε ὁ Ἀπόστολός μας καὶ βαφτίστηκαν. Φυσικὰ τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ τυφλοῦ παιδιοῦ, ἀκολούθησαν καὶ ἄλλα, καὶ ἄλλα. Στὸ μεταξὺ ὁ ἄνεμος ἄρχισε νὰ φυσᾶ καὶ τὸ καράβι ἑτοιμάστηκε γιὰ νὰ συνεχίσει τὸ ταξίδι του. Ὁ Ἀπόστολος, ἀφοῦ κάλεσε κοντά του ὅλους ἐκείνους ποὺ πίστεψαν στὸν Χριστὸ καὶ βαφτίστηκαν, τοὺς ἔδωκε τὶς τελευταῖες συμβουλές του καὶ τοὺς ἀποχαιρέτησε. Ἔτσι στὸ εὐλογημένο νησὶ ὀργανώθηκε ἀκόμη μιὰ ὁμάδα, μία ἐκκλησία πιστῶν στὸν ἕνα ἀληθινὸ Θεό.

Ἀργότερα, μετὰ ἀπὸ χρόνια, κτίστηκε στὸν τόπο αὐτὸν ποὺ περπάτησε καὶ ἅγιασε μὲ τὴν προσευχή, τὰ θαύματα καὶ τὸν ἱδρώτα του ὁ Πρωτόκλητος μαθητής, τὸ μεγάλο μοναστήρι τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέα, ποὺ μὲ τὸν καιρὸ εἶχε γίνει παγκύπριο προσκύνημα. Κάθε χρόνο χιλιάδες προσκυνητὲς ἀπ’ ὅλα τὰ μέρη τῆς Κύπρου, ὀρθόδοξοι καὶ ἑτερόδοξοι κι ἀλλόθρησκοι ἀκόμη, συνέρεαν στὸ μοναστήρι, γιὰ νὰ προσκυνήσουν τὴ θαυματουργὸ εἰκόνα τοῦ Ἀποστόλου, νὰ βαφτίσουν ἐκεῖ τὰ νεογέννητα παιδιά τους καὶ νὰ προσφέρουν τὰ πλούσια δῶρα τους σὲ χρῆμα ἢ σὲ εἴδη, γιὰ νὰ ἐκφράσουν τὰ εὐχαριστῶ καὶ τὴν εὐγνωμοσύνη τους στὸν θεῖο Ἀπόστολο. Κολυμβήθρα Σιλωὰμ ἦταν ἡ ἐκκλησία του γιὰ τοὺς πονεμένους. Πλεῖστα ὅσα θαύματα γινόντουσαν ἐκεῖ σὲ ὅσους μετέβαιναν μὲ πίστη ἀληθινὴ καὶ συντριβὴ ψυχῆς.

Σὲ ὅλους τους ναοὺς τοῦ μαρτυρικοῦ νησιοῦ μας θὰ βροῦμε τὴν ἁγία εἰκόνα του καὶ τὸ ὄνομά του εἶναι τὸ πιὸ συνηθισμένο μεταξὺ τῶν κατοίκων (Ἀνδρέας ἢ Ἀδρεανὴ - Ἀνδρούλα) καὶ τὸ πιὸ διαδεδομένο. Γιὰ λόγους ποὺ μόνο ὁ Κύριος γνωρίζει, ἐδῶ καὶ μερικὰ χρόνια – ἀπὸ τὸ 1974 — τὸ ἅγιο μοναστήρι μαζὶ μὲ ὅλη τὴν Καρπασία, τὴ Μεσαορία καὶ τὴ Βόρειο Κύπρο ἔχει περιέλθει στὴν κυριαρχία τοῦ πιὸ βάρβαρου εἰσβολέα, τοῦ Τούρκου. Οἱ εὐλογημένες ἐκκλησίες ποὺ βρίσκονται στὰ μέρη αὐτὰ μένουν κανονικὰ ἀλειτούργητες. Καὶ οἱ καμπάνες σώπασαν ἀπὸ τότες νὰ κτυποῦν καὶ νὰ καλοῦν τοὺς πιστοὺς σὲ συναγερμὸ ψυχῆς. Τὸ ἁγίασμα ὅμως ποὺ βγῆκε ἀπ’ τὴν γῆ ὕστερα ἀπὸ τὴν προσευχὴ τοῦ μεγάλου Ἀποστόλου Ἀνδρέου μένει καὶ συνεχίζει τὸ κελάρυσμά του. Συνεχίζει τὸ κελάρυσμά του καὶ περιμένει τὴν ἁγία ὥρα, ποὺ οἱ πιστοὶ τοῦ νησιοῦ, πλυμένοι καὶ καθαρισμένοι μέσα στὰ δάκρυα μιᾶς εἰλικρινοῦς μετάνοιας, θὰ ἀξιωθοῦν ἐλεύθεροι καὶ πάλι νὰ ἐπισκεφθοῦν τὸ ὄμορφο μοναστήρι γιὰ νὰ ψάλουν τὰ εὐχαριστήρια στὸν Κύριο γιὰ τὴν λύτρωσή τους ἀπὸ τὰ δεινὰ τῆς πικρῆς δοκιμασίας καὶ νὰ πιοῦν καὶ νὰ δροσίσουν τὰ χείλη ἀπὸ τὸ γλυκὸ νερό. Ὁ Θεὸς νὰ δώσει, μὲ τὴν βοήθεια τῶν πρεσβειῶν τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου, μὰ καὶ τῶν ἄλλων Ἁγίων της Κύπρου μας, ἡ μέρα αὐτὴ νὰ ἔρθει τὸ γρηγορότερο.

Τὸ τέλος τοῦ Ἀποστόλου ὑπῆρξε ἀνάλογο τῆς ἱστορίας του. Μαρτύρησε στὴν Πάτρα, ὅπου εἶχε φτάσει, γιὰ νὰ μεταδώσει καὶ ἐδῶ τὸ μήνυμα τῆς λυτρώσεως καὶ νὰ σκορπίσει τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἐπίσκεψή του ἀπὸ τὴν πλευρὰ αὐτὴ ἔφερε πολλοὺς καρπούς. Σὲ λίγες μέρες τὸ κήρυγμά του μαζὶ μὲ τὰ πολλά του θαύματα συγκλόνισε κυριολεκτικὰ τὰ θεμέλια τῆς εἰδωλολατρίας στὴν Ἀχαΐα. Ἀνάμεσα στοὺς πρώτους, ποὺ πίστεψαν, ἦταν αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ ἀνθύπατος. Ἔτσι λεγόνταν κατὰ τοὺς ρωμαϊκοὺς χρόνους οἱ Ρωμαῖοι ἄρχοντες, ποὺ διοικοῦσαν μία ἀπὸ τὶς ἐπαρχίες τοῦ κράτους. Τῆς πόλεως, ὁ Λέσβιος ὅπως λεγόταν, ποὺ εἶχε ἀρρωστήσει ἄξαφνα βαριὰ καὶ τὸν εἶχε γιατρέψει ὁ Ἀπόστολός μας. Τὸ παράδειγμα τοῦ ἀνθύπατου ἔσπευσαν ν’ ἀκολουθήσουν καὶ ἄλλοι εἰδωλολάτρες. Μὰ τὸ πράγμα ἔγινε γνωστὸ στὴν Ρώμη. Ὁ αὐτοκράτορας Νέρων λύσσαξε ἀπ’ τὸ κακό του καὶ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ ἀντικατασταθεῖ ἀμέσως ὁ Λέσβιος ἀπὸ κάποιο Αἰγεάτη, πολὺ φανατικὸ εἰδωλολάτρη καὶ πολὺ σκληρό.

Ὁ Πρωτόκλητος ἔχοντας συνοδὸ τὸν Λέσβιο συνεχίζει καθημερινὰ τὰ κηρύγματά του καὶ τὶς θαυματουργικές του θεραπεῖες. Πλήθη λαοῦ ἀπ’ ὅλη τὴν Ἀχαΐα τὰ παρακολουθοῦν μὲ ἐνδιαφέρον καὶ πολλοὶ κάθε μέρα πυκνώνουν τὶς τάξεις τῶν πιστῶν. Μέσα σ’ αὐτοὺς προστίθενται τώρα καὶ ἡ σύζυγος τοῦ Αἰγεάτη, ἡ Μαξιμίλλα, ὁ ἀδελφός του Στρατοκλῆς, σοφὸς μαθηματικός, καὶ ἄλλοι πολλοὶ ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς του καὶ τὴ συνοδεία του.



Ὁ ἀνθύπατος Αἰγεάτης, ἂν καὶ εἶδε τὴν γυναίκα του Μαξιμίλλα νὰ σώζεται ἀπὸ βέβαιο θάνατο μὲ τὴν ἐπέμβαση τοῦ Πρωτοκλήτου, ἂν καὶ εἶδε τὸν ἀδελφό του Στρατοκλῆ, ποὺ τὸν ἐκτιμοῦσε τόσο, νὰ προσχωρεῖ στὴ νέα πίστη, ἐν τούτοις ὁ ἴδιος ἔμεινε ἀσυγκίνητος. Κάτι περισσότερο. Πείσμωσε μὲ τὴ γυναίκα του καὶ ἀξίωσε ἀπ’ αὐτὴν νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό. Ἡ Μαξιμίλλα ὅμως δὲν δέχτηκε ν’ ἀκούσει.

– Προτιμῶ, τοῦ εἶπε, νὰ χωριστῶ ἀπὸ σένα παρὰ ἀπὸ τὸν Χριστό μου.

Καὶ αὐτός, τυφλωμένος ἀπ’ τὸ πάθος του, διατάσσει νὰ συλλάβουν τὸν Πρωτόκλητο καὶ νὰ τὸν ρίξουν στὴ φυλακή. Γιὰ νὰ ἐκβιάσει δὲ περισσότερο τὴν ἀφοσιωμένη στὸν Χριστὸ γυναίκα, τὴν ἀπειλεῖ πώς, ἂν δὲν ἐπιστρέψει στὴν θρησκεία τῶν πατέρων της, τὴν εἰδωλολατρία, θὰ βασανίσει τρομερὰ τὸν γέροντα Ἀπόστολο καὶ στὸ τέλος θὰ τὸν σταυρώσει. Ἀνήσυχη ἡ Μαξιμίλλα τρέχει στὴ φυλακή, γιὰ νὰ μεταφέρει στὸν Ἀπόστολο τὶς ἀπειλὲς τοῦ συζύγου της. Τρέμει ἡ καλὴ γυναίκα, μήπως πάθει κανένα κακὸ ὁ εὐεργέτης καὶ σωτήρας της.
— Μὴ φοβᾶσαι, κόρη μου, γιὰ τὴν ζωή μου, τῆς εἶπε ὁ Πρωτόκλητος. Κράτησε σταθερὰ τὴν πίστη σου. Θὰ εἶναι τιμὴ καὶ εὔνοια τοῦ Θεοῦ σὲ μένα ν’ ἀξιωθῶ νὰ φύγω ἀπ’ τὸν κόσμο αὐτὸ κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο, ποὺ ἔφυγε ὁ Λυτρωτής μας. Ἂς κάμει, ὅτι θέλει ὁ Αἰγεάτης. Ἂς μὲ κάψει στὴν φωτιά. Ἂς μὲ κατακάψει μὲ τὰ μαχαίρια. Ἂς μὲ καρφώσει στὸν Σταυρό. «Οὐκ ἄξια τὰ παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρὸς τὴν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι εἰς ἡμᾶς». Ὁ Στρατοκλής, ποὺ βρισκόταν ἐκεῖ, λούστηκε στὸ κλάμα.
1 – Μὴν κλαῖς, τοῦ εἶπε ὁ Ἀπόστολος. Κάποια μέρα θὰ φύγουμε ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτό. «Οὐκ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν». Πρόσεξε μόνο τὸν σπόρο τοῦ Εὐαγγελίου, ποὺ ἔσπειρα στὴν καρδιά σου. Κράτησέ τον προσεκτικὰ καὶ σπεῖρέ τον καὶ ἐσὺ παρακάτω.

Τὰ λόγια τοῦ Ἀποστόλου τόνωσαν τὸ θάρρος τῆς Μαξιμίλλας καὶ τοῦ Στρατοκλῆ καὶ ἀτσάλωσαν τὴν θέληση τοὺς ν’ ἀγωνιστοῦν ὡς τὸ τέλος. Ὁ Αἰγεάτης ξαναφώναξε τὴν γυναίκα του καὶ προσπάθησε μὲ λόγια γλυκὰ καὶ κολακευτικὰ νὰ τὴν μεταπείσει ἀπὸ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ.
— Εἶμαι ἕτοιμος νὰ κάμω τὸ καθετὶ γιὰ τὴν ἀγάπη σου, τῆς εἶπε. Ἂν πεισθεῖς νὰ ἀφήσεις τὸν Χριστό, θὰ σ’ ἔχω βασίλισσα στὸ σπίτι μου. Ἀλλιῶς θὰ καρφώσω σ’ ἕνα σταυρὸ τὸν γέρο, πού σου πῆρε τὰ μυαλά, καὶ θὰ σκοτώσω καὶ ἐσένα.
Ἡ ἀπάντηση τῆς Μαξιμίλλας ὑπῆρξε ἀληθινὰ ἡρωική.
— Προτιμῶ χίλιες φορὲς τὸν θάνατο παρὰ τὴ ζωὴ μ’ ἕνα εἰδωλολάτρη σὰν καὶ σένα.

Τὰ λόγια τῆς ἡρωίδας χριστιανῆς ἄναψαν τὸν θυμὸ τοῦ συζύγου της, ποὺ ἔδωκε ἐντολὴ νὰ βασανίσουν σκληρὰ τὸν Ἅγιο καὶ στὸ τέλος νὰ τὸν ὑψώσουν πάνω σ’ ἕναν σταυρό, ποὺ εἶχε τὸ σχῆμα τοῦ γράμματος Χ καὶ ποὺ εἶχε στηθεῖ στὸ «χεῖλος τῆς θαλάσσιας ἀμμουδιᾶς». Πάνω στὸν Σταυρὸ αὐτό, ποὺ ἦταν φτιαγμένος ἀπὸ ξύλα ἐλιᾶς, ἔδεσαν τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια τοῦ Ἀποστόλου, χωρὶς νὰ τὸν καρφώσουν. Καὶ αὐτὸ ἔγινε, γιατί ὁ Ἀνθύπατος ἤθελε νὰ κρατήσει πολὺν καιρὸ τὸν Ἅγιο στὴ ζωή, γιὰ νὰ τὸν βασανίσει.

Ἀπὸ μία θάλασσα, τὴν ὄμορφη θάλασσα τῆς Γαλιλαίας, κάλεσε ὁ Κύριος τὸν μεγάλο Ψαρὰ νὰ τὸν ἀκολουθήσει γιὰ νὰ γίνει μαθητής του καὶ νὰ ψαρεύει ἀνθρώπους. Ἀπὸ μία ἄλλη θάλασσα κοντά, τὴν θάλασσα τῆς ἱστορικῆς πόλεως τῶν Πατρών, κάλεσε καὶ πάλι ὁ Χριστὸς τὸν μαθητὴ καὶ Ἀπόστολό του Ἀνδρέα, ὕστερα ἀπὸ σκληρὴ ἐργασία σπορᾶς τοῦ λόγου του, νὰ μεταπηδήσει στὴν οὐράνια πατρίδα μας, γιὰ νὰ λάβει τὸν ἄφθαρτο στέφανο τῆς δικαιοσύνης. Ὁ ἀπόστολος ἔφυγε ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτὸν σὲ ἡλικία 80 περίπου χρόνων.

Οἱ χριστιανοὶ τῆς Ἀχαΐας θρήνησαν βαθιὰ τὸν θάνατό του. Ὁ πόνος τους ἔγινε ἀκόμη πιὸ μεγάλος, ὅταν ὁ ἀνθύπατος Αἰγεάτης ἀρνήθηκε νὰ τοὺς παραδώσει τὸ ἅγιο λείψανό του, γιὰ νὰ τὸ θάψουν. Ὁ Θεὸς ὅμως οἰκονόμησε τὰ πράγματα. Τὴν ἴδια μέρα, ποὺ πέθανε ὁ Ἅγιος, ὁ Αἰγεάτης τρελάθηκε καὶ αὐτοκτόνησε. «Θάνατος ἁμαρτωλῶν πονηρός». Οἱ χριστιανοὶ τότε μὲ τὸν ἐπίσκοπό τους τὸν Στρατοκλῆ, πρῶτο Ἐπίσκοπο τῶν Πατρών, παρέλαβαν τὸ σεπτὸ λείψανο καὶ τὸ ἔθαψαν μὲ μεγάλες τιμές. Ἀργότερα, ὅταν στὸν θρόνο τοῦ Βυζαντίου ἀνέβηκε ὁ Κωνστάντιος, ποὺ ἦταν γιὸς τοῦ Μ. Κωνσταντίνου, μέρος τοῦ ἱεροῦ λειψάνου μεταφέρθηκε ἀπὸ τὴν πόλη τῶν Πατρὼν στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ κατατέθηκε στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων «ἔνδον τῆς Ἁγίας Τραπέζης». Ἡ ἁγία Κάρα τοῦ Πρωτοκλήτου φαίνεται πὼς ἀπέμεινε στὴν Πάτρα. Ὅταν ὅμως οἱ Τοῦρκοι ἐπρόκειτο νὰ καταλάβουν τὴν πόλη τὸ 1460, τότε ὁ Θωμᾶς Παλαιολόγος, ἀδελφὸς τοῦ τελευταίου αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου τοῦ Παλαιολόγου καὶ τελευταῖος Δεσπότης τοῦ Μοριᾶ, πῆρε τὸ πολύτιμο κειμήλιο καὶ τὸ μετέφερε στὴν Ἰταλία. Ἐκεῖ ἐναποτέθηκε στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Πέτρου τῆς Ρώμης, ὅπου ἔμεινε μέχρι τοῦ 1964. Τὴν 26η τοῦ Σεπτέμβρη († Ἀνακομιδὴ Τιμίας Κάρας) τοῦ ἔτους αὐτοῦ ἀντιπροσωπεία τοῦ πάπα Παύλου μετέφερε ἀπὸ τὴν Ρώμη τὸν πολύτιμο θησαυρὸ καὶ τὸν παρέδωσε στὸν νόμιμο κάτοχο, τὴν Ἐκκλησία τῶν Πατρέων. Ἡ ἁγία Κάρα τοῦ Πρωτοκλήτου ὕστερα ἀπὸ ἐνέργειες τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς μεταφέρθηκε καὶ στὴν Κύπρο τὸ 1967 γιὰ μερικὲς μέρες καὶ ἐξετέθηκε σὲ εὐλαβικὸ προσκύνημα. Χιλιάδες Κύπριοι τότε, μικροὶ καὶ μεγάλοι, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, ξεκίνησαν ἀπὸ τὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ νησιοῦ μας καὶ πῆγαν καὶ προσκύνησαν τὴν ἅγια Κάρα τοῦ Πρωτοκλήτου καὶ μπροστά της κατέθεσαν τὸν βαθὺ σεβασμὸ καὶ τὴν εὐλαβικὴ εὐγνωμοσύνη τους γιὰ τὰ ὅσα ἡ χάρη του πρόσφερε καὶ προσφέρει στὸ νησί μας.

Στὴ μνήμη τοῦ μεγάλου ἀποστόλου ἂς κλίνει τακτικὰ μὲ εὐλάβεια τὸ γόνυ τῆς ψυχῆς κάθε Ἑλληνικὴ καρδιά. Εἶναι ἕνας ἀπ’ τοὺς Ἀποστόλους ποὺ ἀγάπησαν τὴν πατρίδα μας καὶ ἀγωνίστηκαν νὰ τῆς μεταδώσουν τὸ ἀνέσπερο φῶς τοῦ Χριστοῦ. Τὸ μήνυμά του δὲ, «εὐρήκαμεν τὸν Μεσσίαν» ἂς γίνει καὶ γιὰ μᾶς σύνθημα ζωῆς.
 
«Εὐρήκαμεν τὸν Μεσσίαν» φωνάζει καὶ σ’ ἐμᾶς ὁ Πρωτόκλητος μαθητής. Ὁ Χριστὸς ἦταν καὶ εἶναι ὁ μοναδικὸς Σωτήρας καὶ Λυτρωτὴς τῶν ἀνθρώπων. Ἔτσι τὸν γνωρίσαμε ἐμεῖς. Ἔτσι θὰ τὸν γνωρίσετε καὶ ἐσεῖς, ἂν τὸν ἀναγνωρίσετε Ἀρχηγὸ καὶ Κύριό σας κι ἂν βάλετε τὸ θέλημα καὶ τὸν νόμο του ὁδηγὸ στὴν ζωή σας. Ναί! ἂν βάλετε τὸ ἅγιο θέλημα καὶ τὸν νόμο του ὁδηγὸ καὶ σύντροφο στὴ ζωή σας. Γιατί ὁ Χριστὸς ἦταν καὶ εἶναι «χθὲς καὶ σήμερον ὁ Αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰώνας». Τὸ σωστικὸ αὐτὸ μήνυμα ἂς ἀγκαλιάσουμε μὲ πίστη φλογερὴ ὅλοι ἀνεξαίρετα ὅσοι ποθοῦμε νὰ δοῦμε στὸν μαρτυρικὸ αὐτὸ τόπο καλύτερες μέρες. Ὅτι γκρεμίζει ἡ ἁμαρτία ἀνορθώνει καὶ ξαναφτιάχνει μόνο μιὰ εἰλικρινὴς μετάνοια. Μὲ μία γνήσια μετάνοια καὶ συντριβὴ ψυχῆς ἂς καταφύγουμε καὶ πάλι ὅλοι στὸν Σωτήρα Χριστὸ καὶ ἃς τοῦ ζητήσουμε νὰ συγχωρήσει καὶ ἐμᾶς ὅπως κάποτε τοὺς Νινευΐτες καὶ νὰ μᾶς ξαναδώσει τὴ λευτεριά μας. Καὶ θὰ μᾶς ἀκούσει ὁ Κύριος. Ὁπωσδήποτε θὰ μᾶς ἀκούσει. Μᾶς τὸ βεβαιώνει μὲ τὰ ἅγια λόγια Του: «Ἐπικάλεσαι με, ἐν ἡμέρᾳ θλίψεώς σου καὶ ἐξελοῦμαι σε καὶ δοξάσεις με». Παιδί μου, ὅπου καὶ νὰ εἶσαι, φώναξέ με στὸν πόνο σου. Καὶ θὰ σὲ ἀκούσω. Καὶ θὰ σοῦ δώσω αὐτὸ ποὺ μοῦ ζητᾶς, μιὰς καὶ εἶναι γιὰ τὸ καλό σου. Καὶ θὰ μὲ δοξάσεις. Ἀκοῦς; Θὰ στὸ δώσω καὶ θὰ μὲ δοξάσεις.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’.
Ὡς τῶν Ἀποστόλων πρωτόκλητος, καὶ τοῦ κορυφαίου αὐτάδελφος, τὸν Δεσπότην τῶν ὅλων Ἀνδρέα ἱκέτευε, εἰρήνην τῇ οἰκουμένῃ δωρήσασθαι, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τὸν Δεσπότην τῶν ὅλων ἰδὼν Ἀπόστολε, σωματωθέντα ἀτρέπτως εἰς σωτηρίαν ἡμῶν, πρῶτος ἔδραμες αὐτῷ Ἀνδρέα πάνσοφε· ὅθεν ηὐγάσθης παρ’ αὐτοῦ, ὡς ἀστὴρ ἀειφανής, καὶ ἔλαμψας τοῖς ἐν κόσμῳ, τῆς εὐσεβείας τὸ φέγγος, φωταγωγῶν τὰς διανοίας ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὴν ἐν πρεσβείαις.
Τὸν τῆς ἀνδρείας ἐπώνυμον θεηγόρον, καὶ Μαθητῶν τὸν πρωτόκλητον τοῦ Σωτῆρος, Πέτρου τὸν σύγγονον εὐφημήσωμεν· ὅτι ὡς πάλαι τούτῳ καὶ νῦν ἡμὶν ἐκέκραγεν· Εὐρήκαμεν δεῦτε τὸν ποθούμενον.

Μεγαλυνάριον.
Πρῶτος προσπελάσας τῷ Ἰησοῦ, πρωτόκλητος ὤφθης, καὶ ἀκρότης τῶν Μαθητῶν, Ἀνδρέα θεόπτα· ἐντεῦθεν προσεπάγης, Σταυρῷ ὡς ὁ Δεσπότης, μεθ’ οὗ δεδόξασαι.

Πηγή από: http://www.synaxarion.gr/
Διαβάστε περισσότερα...