Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ Του Θεού, Ελέησόν Με Τον Αμαρτωλόν!!!

ΠΡΙΝ ΑΡΧΙΣΕΤΕ ΝΑ ΜΑΣ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΝΩΡΙΖΕΤΕ ΤΑ ΕΞΗΣ...

* ΕΔΩ ΣΤΟ ''ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ;'' ΔΕΝ ΑΣΧΟΛΟΥΜΑΣΤΕ ΜΕ ΘΕΜΑΤΑ ΕΚΤΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ.
* ΕΙΜΑΣΤΕ ΚΑΘΑΡΑ ΕΝΑΣ ΧΩΡΟΣ ΓΕΜΑΤΟ ΧΡΙΣΤΟ, ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ.
* ΣΚΟΠΟΣ ΜΑΣ...ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΒΛΕΠΟΥΜΕ ΤΑ ΧΑΛΙΑ ΜΑΣ ΚΑΙ ΝΑ ΔΥΝΑΜΩΣΟΥΜΕ ΟΣΟ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΜΑΣ.
* ΑΥΤΑ ΜΑΣ ΑΦΟΡΟΥΝ ΚΑΙ ΜΕ ΑΥΤΑ ΜΟΝΟ ΑΣΧΟΛΟΥΜΑΣΤΕ.
* Ο ΧΩΡΟΣ ΕΔΩ...ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΨΥΧΙΚΗ & ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΩΦΕΛΕΙΑ.
* ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΝΟΗΤΑ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ.

Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2012

Η προσευχή ως ατελεύτητη δημιουργία




Υπάρχει διαφορά μεταξύ προσευχής και λατρείας;

Με άλλα λόγια, όταν προσευχόμαστε, λατρεύουμε τον Θεό, και όταν Τον λατρεύουμε, προσευχόμαστε, ή μπορεί να υπάρχει μεταξύ τους διαφορά; Αναφέρατε επίσης ότι με τα παθήματα ανταποδίδουμε την
αγάπη μας στον Θεό. Ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί πρέπει να εννοήσουμε ότι, όταν δεν πάσχουμε ή όταν περνάμε περιόδους που φθάνουμε να δοκιμάζουμε ακόμη και απολαύσεως, τότε δεν ανταποδίδουμε
αγάπη στον Θεό ή δεν ασκούμε πλήρως την πίστη μας;

Είναι δύο πολύ μεγάλα ερωτήματα. Θα χρειαστούμε άλλη μία ομιλία για να τα απαντήσουμε!

Ας ξεκινήσουμε από το πρώτο: προσευχή και λατρεία.

Η λατρεία είναι πιο γενικός όρος και ζωή περιεκτική, ενώ η προσευχή είναι μια λατρευτική δραστηριότητα. Η λατρεία είναι μάλλον σαν την ανταλλαγή της ανθρώπινης ζωής με τη θεία, που συντελείται
στη Θεία Λειτουργία, για παράδειγμα. Η Θεία Λειτουργία είναι λατρεία σε αυτήν εμπεριέχεται προσευχή και ολόκληρη ζωή, η ζωή του Χριστού. Στη Θεία Ευχαριστία ολοκληρώνεται η ανταλλαγή της
περιορισμένης και πρόσκαιρης ζωής μας με την απεριόριστη και άπειρη ζωή του Θεού. Προσφέρουμε στον Θεό ένα κομμάτι άρτο και λίγο οίνο, άλλα μέσα τους βάζουμε όλη μας την πίστη, την αγάπη, την
ταπείνωση, την προσδοκία Του, όλη μας τη ζωή. Και λέμε στον Θεό: «Τα Σα εκ των Σων Σοι προσφέρομεν κατά πάντα και διά πάντα». Προσφέρουμε στον Θεό όλη μας τη ζωή, αφού προετοιμασθήκαμε να
έλθουμε και να παρασταθούμε ενώπιον Του, για να επιτελέσουμε αυτή την πράξη. Και ο Θεός κάνει το ίδιο: Δέχεται την προσφορά του ανθρώπου και εναποθέτει και Αυτός τη ζωή Του -το Άγιο Πνεύμα- στα
δώρα. Τα μεταβάλλει σε Σώμα και Αίμα Του, μέσα στα οποία περιέχεται όλο το πλήρωμα της Θεότητας, και λέει στον άνθρωπο: «Τα Άγια τοις αγίοις». Ο Θεός δέχεται τα δώρα μας, τα γεμίζει με τη ζωή Του και
μας τα επιστρέφει. Συνεπώς μπορούμε να πούμε ότι η λατρεία έχει μεγαλύτερη πληρότητα. Στην προσευχή επίσης κάνουμε αυτή την ανταλλαγή, αλλά είναι φαινομενικά απαρατήρητη.

Η δεύτερη ερώτησή σας είναι κάπως πιο δύσκολη. Ο Θεός φανέρωσε την αγάπη Του για μας υπομένοντας για χάρη μας θάνατο και μας δίνει τη δυνατότητα, διά μέσου των παθημάτων, να Του δείξουμε τη
δική μας αγάπη. Σε αυτό τον κόσμο ο Χριστός είναι παθητός, λέει ο Απόστολος Παύλος, και αν είμαστε μέλη του Σώματός Του, δεν μπορούμε να ζούμε χωρίς πόνο, όταν η Κεφαλή του Σώματος φέρει
ακάνθινο στεφάνι. Αν αυτό το κατανοούμε, τότε τα παθήματα γίνονται προνόμιο για όσους ανήκουν σε αυτό το Σώμα: το προνόμιο της αποδείξεως της αρμονικής ενότητάς τους με το Σώμα. Γι’ αυτό άλλωστε ο
Απόστολος Πέτρος γράφει στην επιστολή του: «Καιρός του άρξασθαι το κρίμα από του οίκου του Θεού... Και ει ο δίκαιος μόλις σώζεται, ο ασεβής και αμαρτωλός που φανείται;», Όπως ο Θεός παρέδωσε τον
Μονογενή Του Υιό σε θάνατο, ομοίως παραδίδει και τους ανθρώπους Του, τους εκλεκτούς Του, σε παθήματα, για να αποδειχθεί ότι είναι «οίκος Του», δηλαδή, κατοικητήριό Του, αφού ζει μέσα τους. Έτσι, αν
αντιλαμβανόμαστε τα παθήματα μέσα από αυτή την προοπτική, αποβαίνουν μεγάλο προνόμιο και τιμή. Είναι σημείο της εκλογής μας από τον Ουράνιο Πατέρα μας να υπομείνουμε το ίδιο κρίμα που βάστασε
και ο Παις Του Ιησούς στον κόσμο αυτό και να παραδοθούμε επίσης σε εκούσιο θάνατο. Ο εκούσιος θάνατος χάριν του Θεού και των εντολών Του καταδικάζει τον ακούσιο θάνατο που έχει προπομπό την
αμαρτία, όπως ακριβώς ο άδικος θάνατος του Κυρίου καταδίκασε και κατέλυσε το κράτος του δίκαιου θανάτου μας, λόγω της αμαρτίας που προηγήθηκε. Όλοι οι Άγιοι παραδόθηκαν σε τέτοια εκούσια
παθήματα. Πολλές φορές, σύμφωνα με την πρόνοια του Θεού, ο Κύριος παραχώρησε να γευθούν ακόμη και την κόλαση, όχι για να απολεσθούν, αλλά για να εξιχνιάσουν το μυστήριο της καθόδου του
Χριστού στον Άδη, ώστε να τους γίνει γνωστός ο όλος Χριστός (totus Christus) και η οδός Του, που εκτείνεται από τον Ουρανό των Ουρανών ως τα κατώτατα μέρη της γης. «Το δε ανέβη τί έστιν ει μη ότι και
κατέβη πρώτον εις τα κατώτερα μέρη της γης;» λέει ο απόστολος Παύλος με θαυμασμό. Αυτή είναι η οδός του Χριστού πρώτα κατέβηκε και υστέρα ανέβηκε- και όλοι οι Άγιοι έχουν το προνόμιο διά των
παθημάτων να αποδειχθούν οίκος του Θεού και να γνωρίσουν όλο το μήκος της οδού του Χριστού. Κατά συνέπεια, όταν τα παθήματα θεωρούνται μέσα από αυτό το πρίσμα, γίνονται θαυμαστά και αποδεκτά
ως μεγαλειώδης τιμή και υπερφυσική δωρεά. Γι’ αυτό τον λόγο δεν μας εντυπωσιάζουν οι φαινομενικά ωραίες βουδιστικές θεωρίες που προσπαθούν να επινοήσουν τρόπους αποδεσμεύσεως από τα
παθήματα, γιατί εμείς έχουμε τη δυνατότητα, μέσω των παθημάτων, να γίνουμε υιοί Θεού, να μοιρασθούμε τη νίκη του Υιού του Θεού επί του θανάτου.



Σημασία έχει, όπως λέει ο απόστολος Πέτρος στην επιστολή του, να υποφέρουμε «αγαθοποιούντες» και όχι αμαρτάνοντας. Στη Νικομήδεια, είκοσι χιλιάδες μάρτυρες βάδιζαν προς το μαρτύριο. Όλοι
επρόκειτο να θανατωθούν χάριν του Χριστού, Καθ’ όδόν όμως, ένας από αυτούς έσκισε το πορτραίτο του αυτοκράτορα, με αποτέλεσμα η Εκκλησία να μην τον συγκαταριθμήσει μεταξύ των μαρτύρων. Είχε
διαπράξει παράβαση για την οποία μπορούσε να τιμωρηθεί από τον νόμο του κράτους, ενώ οι υπόλοιποι οδηγούνταν ως πρόβατα επί σφαγήν και το μαρτύριό τους αναγνωρίσθηκε και δοξάσθηκε. Εκείνος
που έσκισε το πορτραίτο καταδικάσθηκε σε θάνατο μαζί με τους υπόλοιπους, και πιθανόν ο Κύριος να δέχθηκε το μαρτύριό του. Επειδή όμως στην πράξη του αυτή ενυπήρχε κάποια αντίσταση εναντίον του
πονηρού, η Εκκλησία δεν τον συγκατέλεξε με τους άλλους.

Ο Χριστός εντέλλεται «μη αντιστήναι τω πονηρώ», και ο Ίδιος μας έδωσε υπόδειγμα. Οδηγήθηκε ως «πρόβατον επί σφαγήν και ως αμνός εναντίον του κείροντος αυτόν άφωνος», όπως λέει ο προφήτης
Ησαΐας, και μισήθηκε δωρεάν. Είναι πολύ σημαντικό να διδαχθούμε το ήθος, τον τρόπο ζωής που εμπνέει η Θεία Λειτουργία. Εμείς οι ιερείς αρχίζουμε την Προσκομιδή λέγοντας: «Ως πρόβατον επί σφαγήν
ήχθη και ως αμνός εναντίον του κείροντος αυτόν άφωνος, ούτως ουκ ανοίγει το στόμα. Εν τη ταπεινώσει η κρίσις αυτού ήρθη». Αυτό το ήθος εμπνέει η Θεία Λειτουργία αυτό το ήθος υπερνικά τον θάνατο! Με
αυτό τον τρόπο ο Κύριος καταπάτησε τον θάνατο στη θέση μας και κυρίευσε αυτό τον κόσμο, τον πεπτωκότα στην αμαρτία. Δεν πρέπει να ελκυόμαστε από το πνεύμα αυτού του κόσμου και να εκδικούμαστε
ή να αγωνιζόμαστε για τη δικαίωσή μας. Ωφελεί μάλλον να υπομένουμε την αδικία. Όπως λέει ο απόστολος Παύλος: «Γιατί δεν προτιμάτε να αδικείσθε, αντί να καταφεύγετε στα πολιτικά δικαστήρια;».
Προτιμούσε να αδικούνται οι μαθητές του παρά να αγωνίζονται να δικαιωθούν, ακόμη και αν ανθρωπίνως είχαν δίκαιο. Αυτή την τέλεια αρχή εμπνέει η οδός του Κυρίου. Ασφαλώς, εφόσον ζούμε σε αυτό τον
κόσμο, οφείλουμε να ενεργούμε κατά το μέτρο μας σε κάθε περίσταση. Για μας το υψηλότερο πρότυπο και σημείο αναφοράς είναι το υπόδειγμα που μας παρέδωσε ο Κύριος Ιησούς.

Θα μπορούσα να πω ακόμη περισσότερα, αν θέλετε, για να απαντήσω στο δεύτερο ερώτημα. Για παράδειγμα, η Θεομήτωρ δεν θα έπρεπε να γνωρίσει θάνατο, σύμφωνα με την παράδοση των Αγίων, διότι
ποτέ δεν αμάρτησε ούτε με έναν λογισμό, και όποιος δεν αμαρτήσει δεν πρέπει να πεθαίνει. Παρ’ όλα αυτά γεύθηκε θάνατο μόνο για τρεις ημέρες, μετά αναλήφθηκε και μετατέθηκε στον ουρανό. Πέρασε
από τον θάνατο, για να ακολουθήσει την οδό του Υιού Της, ούτως ώστε και ο δικός Της αθώος θάνατος, χάρη στην αναμαρτησία Της, να γίνει κατάκριμα του θανάτου. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής λέει ότι
όσοι δεν αμαρτήσουν μετά το βάπτισμα, δεν πρέπει κανονικά να πεθάνουν ούτε και με φυσικό θάνατο. Ωστόσο ο Θεός επιτρέπει τον θάνατό τους, ο οποίος όμως γίνεται κατάκριμα του θανάτου, όπως
ακριβώς και ο θάνατος του Χριστού.

 
«Ο κρυπτός της καρδίας άνθρωπος»,
Αρχιμ. Ζαχαρία
Πηγή από: http://xristianos.gr/
Διαβάστε περισσότερα...

Γέροντας Παΐσιος - Πως λειτουργούν οι πνευματικοί νόμοι

- Γέροντα, ποιοι νόμοι λέγονται πνευματικοί;
- Θα σου εξηγήσω: Όπως στην φύση υπάρχουν οι φυσικοί νόμοι, έτσι και στην πνευματική ζωή υπάρχουν οι πνευματικοί νόμοι. Ας πούμε, όταν πετάη κανείς ένα βαρύ αντικείμενο ψηλά, με όσο περισσότερη
ορμή και όσο πιο ψηλά το πετάξη, με τόσο μεγαλύτερη δύναμη θα πέση κάτω και θα συντριβή. Αυτός είναι φυσικός νόμος. Στην πνευματική ζωή, όσο περισσότερο υψώνεται κανείς με την υπερηφάνειά του,
τόσο μεγαλύτερη θα είναι και η πνευματική του πτώση και ανάλογα με το ύψος της υπερηφανείας του θα συντριβή. Γιατί ο υπερήφανος ανεβαίνει, φθάνει σε ένα σημείο και μετά πέφτει και σπάζει τα μούτρα
του – «ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται». Αυτός είναι πνευματικός νόμος.

Υπάρχει όμως μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στους φυσικούς και στους πνευματικούς νόμους:
Ενώ οι φυσικοί νόμοι δεν έχουν σπλάχνα και ο άνθρωπος δεν μπορεί να τους αλλάξη, οι πνευματικοί νόμοι έχουν σπλάχνα και ο άνθρωπος μπορεί να τους αλλάξη, γιατί έχει να κάνη με τον Δημιουργό
και Πλάστη του, τον Πολυεύσπλαχνο Θεό. Αν δηλαδή καταλάβη αμέσως το ανέβασμα της υπερηφανείας του και πη: «Θεέ μου, εγώ δεν έχω τίποτε δικό μου και υπερηφανεύομαι συγχώρεσέ με!», αμέσως τα
σπλαχνικά χέρια του Θεού τον αρπάζουν και τον κατεβάζουν απαλά κάτω, χωρίς να γίνη αντιληπτή η πτώση του.

Έτσι δεν συντρίβεται, αφού προηγήθηκε η καρδιακή συντριβή με την μετάνοια που έδειξε. Το ίδιο ισχύει και για το «μάχαιραν έδωκας, μάχαιραν θα λάβης», που λέει το Ευαγγέλιο. Αν δηλαδή «έδωσα
μάχαιρα», κανονικά πρέπει να ξοφλήσω με μάχαιρα. Όταν όμως συναισθάνωμαι το σφάλμα μου, με μαχαιρώνη η συνείδησή μου και ζητάω συγχώρηση από τον Θεό, τότε πλέον παύουν να λειτουργούν οι
πνευματικοί νόμοι και δέχομαι από τον Θεό την αγάπη Του σαν βάλσαμο. Μέσα δηλαδή στα κρίματα του Θεού, που είναι άβυσσος, βλέπουμε να αλλάζη ο Θεός, όταν αλλάζουν οι άνθρωποι. Όταν το άτακτο
παιδί συνέρχεται, μετανοή και δέρνεται από την συνείδησή του, τότε ο Πατέρας του το χαϊδεύει με αγάπη και το παρηγορεί. Δεν είναι μικρό πράγμα να μπορή ο άνθρωπος να αλλάξη την απόφαση του
Θεού!
Κάνεις κακό; Ο Θεός σου δίνει σκαμπιλάκι. Λές «ήμαρτον»; Σου δίνει ευλογίες.


Από το βιβλίο: «Οικογενειακή ζωή» Λόγοι Δ'
Πηγή από: http://xristianos.gr/
Διαβάστε περισσότερα...

ΣΚΕΨΕΙΣ ΣΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 30 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ

15 Του Πρωτ. Γεωργίου Δορμπαράκη
“Ταύτας ούν έχοντες τάς επαγγελίας, αδελφοί, καθαρίσωμεν εαυτούς από παντός μολυσμού σαρκός καί πνεύματος, επιτελούντες αγιωσύνην εν φόβω Θεού”

Τό μικρό αποστολικό ανάγνωσμα τής σημερινής Κυριακής από τήν Β´ πρός Κορινθίους επιστολή τού αποστόλου Παύλου συμπυκνώνει σέ λίγες μόνο γραμμές τίς υποσχέσεις τού Θεού γιά τόν άνθρωπο, τήν μεγαλειώδη δηλαδή προοπτική πού τού έχει ορίσει, αλλά καί τό πώς ο άνθρωπος θά μπορέσει νά φτάσει αυτό τό όριο... δεδομένου ότι η σωτηρία ως πραγμάτωση τού τεθειμένου σ᾽ αυτόν σκοπού από τόν Δημιουργό απαιτεί καί τήν δική του συμμετοχή, τήν δική του συνέργεια. ῾῎Εχοντας αυτές τίς υποσχέσεις τού Θεού, αδελφοί, άς καθαρίσουμε τούς εαυτούς μας από κάθε τι πού μολύνει τό σώμα καί τήν ψυχή. ῎Ας ζήσουμε μία αγία ζωή μέ φόβο Θεού᾽.

1. ῾Ο απόστολος Παύλος δέν παύει σέ κάθε
ευκαιρία πού τού δίνεται νά δείχνει στούς πιστούς χριστιανούς τόν σκοπό γιά τόν οποίο μάς δημιούργησε ο Θεός. Καί ο σκοπός αυτός δέν είναι νά είμαστε οι χριστιανοί απλώς οι καθώς πρέπει άνθρωποι, οι καλοί καί νομοταγείς πολίτες, εκείνοι πού θά σκύβουν τό κεφάλι στούς εκάστοτε άρχοντες τού κόσμου τούτου, προκειμένου νά επιτελούν αυτοί τά όποια δίκαια ή άδικα σχέδιά τους. Ούτε βέβαια είναι νά γίνει ο χριστιανός ένας ηθικός άνθρωπος, κατά τόν τύπο τού ῾καλού καγαθού᾽ ανθρώπου πού συνιστούσε τήν προοπτική τής αρχαιοελληνικής ανθρωπολογίας. Τέτοια οράματα καί τέτοιοι τύποι ανθρώπων μπορεί νά εξυπηρετούν μία κοινωνία πού κατανοεί τόν εαυτό της οριζόντια καί επίπεδα, αλλά πόρρω απέχει από τήν μεγαλειώδη προοπτική, όπως είπαμε, πού ο ίδιος ο Θεός έχει θέσει γιά τόν άνθρωπο, ο οποίος ζεί βεβαίως μέσα στόν κόσμο τούτο, αλλά ταυτοχρόνως υπέρκειται αυτού, διότι έχει βάθος αιώνιο.

2. Η προοπτική τού ανθρώπου, κατά τόν απόστολο πού εκφράζει την εμπειρία τής ᾽Εκκλησίας, είναι ο άνθρωπος νά γίνει ένα μέ τόν αιώνιο καί παντοδύναμο Θεό. Αυτός πού φαίνεται τόσο αδύναμος καί μικρός έχει κληθεί νά είναι ο βασιλέας τής κτίσης, εκείνος πρός τόν οποίο κατατείνουν τά υπόλοιπα δημιουργήματα, κι αυτό γιατί ο ίδιος ο Θεός θέλησε νά τόν δημιουργήσει ῾κατ᾽ εικόνα καί καθ᾽ ομοίωσιν᾽ ᾽Εκείνου, πού σημαίνει ότι στά όρια τής δικής του ύπαρξης ο άνθρωπος μπορούσε νά φανέρωνε τόν ίδιο τόν Δημιουργό του. Καί ναί μέν, ως γνωστόν, η απαρχής αυτή προοπτική χάθηκε, λόγω τής πτώσης του στήν αμαρτία, ο ενανθρωπήσας όμως Θεός,
ο Κύριος ᾽Ιησούς Χριστός, ερχόμενος στόν κόσμο, τού ξανάνοιξε αυτήν τήν προοπτική, ενσωματώνοντάς τον στόν ίδιο Του τόν εαυτό, κάνοντάς τον συνεπώς μέλος τού ίδιου τού σώματός Του.

Μέσα στήν ᾽Εκκλησία, τό σώμα τού Χριστού, ο άνθρωπος γίνεται ένα μέ τόν Χριστό, διά τού αγίου βαπτίσματος, τού αγίου χρίσματος, τής συμμετοχής του στήν Θεία Ευχαριστία, κι αρχίζει νά λειτουργεί κατά τά ίχνη ᾽Εκείνου.
Ο απόστολος λοιπόν Παύλος τονίζει γιά μία ακόμη φορά στούς Κορινθίους ότι αυτή είναι η κλήση τους: ῾῾Υμείς γάρ ναός Θεού εστε ζώντος᾽, συνεπώς αυτό πού ο Θεός είχε υποσχεθεί απαρχής τώρα βρίσκει τήν εκπλήρωσή του: ο ίδιος θά κατοικήσει μέσα τους καί θά περπατήσει στήν ύπαρξή τους. ῾᾽Ενοικήσω εν αυτοίς καί εμπεριπατήσω, καί έσομαι αυτών Θεός καί αυτοί έσονταί μοι λαός᾽. Μέ άλλα λόγια, ο χριστιανός κατανοεί τόν εαυτό του χαρισματικά: συνιστά προέκταση τού Χριστού, νιώθει ως κλήμα στήν άμπελο ᾽Εκείνου, λίθος στό οικοδόμημα τού Χριστού. Μπορεί καί αυτός νά πεί, σάν τόν απόστολο, ῾ζώ δέ ουκέτι εγώ, ζή εν εμοί Χριστός᾽.

3. Είναι ευνόητο ότι η αυτοσυνειδησία αυτή τού χριστιανού τόν καθιστά στόν κόσμο ῾εν σαρκί περιπολούντα Θεόν᾽. Κανείς καί τίποτε δέν υπέρκειται αυτού, πέραν τού ίδιου τού Χριστού καί τού σώματός Του.
Ο χριστιανός ζεί μέσα στήν ατμόσφαιρα τής ελευθερίας τής χάρης τού Πνεύματος τού Θεού. Μπορεί τό σώμα του νά τό δεσμεύσουν καί ίσως νά τό σκοτώσουν, αλλά τό πνεύμα του παραμένει πάντοτε ελεύθερο. ῾Μή φοβηθήτε από τών αποκτεννόντων τό σώμα, τήν δέ ψυχήν μή δυναμένων τι ποιήσαι᾽, κατά τόν λόγο τού Κυρίου. ῞Οπως θά τό διατυπώσει καί αλλού ο απόστολος Παύλος, πού δίνει τήν ορθή ιεράρχηση στή ζωή τού πιστού:

῾Τά πάντα υμών εστι, υμείς δέ Χριστού, Χριστός δέ Θεού᾽. ᾽Από τήν άποψη αυτή ο χριστιανός είναι μέν κομμάτι αυτού τού κόσμου, προσδιοριζόμενος από αυτόν σ᾽ έναν βαθμό, υποτάσσεται βεβαίως στήν κοσμική εξουσία, πού ως θεσμός είναι μέ τό θέλημα τού Θεού, δέν καθορίζεται όμως από τόν κόσμο καί τήν εξουσία ως πρός αυτό πού συνιστά τόν βαθύτερο εαυτό του.
Ο χριστιανός ζεί όπως καί ο Χριστός, γιατί ακριβώς σ᾽ αυτό κλήθηκε.

4. ῎Αν όμως η ενότητα μέ τόν Χριστό εν ᾽Εκκλησία αποτελεί τήν πραγματικότητα καί τήν προοπτική τού κάθε πιστού, αυτό δέν υπάρχει χωρίς προϋποθέσεις. Οι υποσχέσεις καί οι δωρεές τού Θεού στόν άνθρωπο απαιτούν καί τή δική του συγκατάθεση καί συνέργεια. Χωρίς αυτήν τήν συνέργεια οι δωρεές τού Θεού παραμένουν ανενέργητες, κι αυτό σημειώνει επίσης ο απόστολος Παύλος στό κείμενό του.
῾Μπροστά στίς υποσχέσεις πού μάς έδωσε ο Θεός, άς καθαρίσουμε τόν εαυτό μας από κάθε τι πού μολύνει τό σώμα καί τήν ψυχή᾽. Προκειμένου δηλαδή νά ενεργοποιείται η ενότητα τού χριστιανού μέ τόν Χριστό, απαιτείται ο χριστιανός νά αγωνίζεται γιά τήν κάθαρση τού εαυτού του, καί τής ψυχής καί τού σώματός του.

Διότι η ζωή στόν κόσμο τούτο, παρ᾽ όλη τή δύναμη πού πήρε ο πιστός από τό βάπτισμα ώστε νά μή αμαρτάνει, κατά τόν λόγο τού αγίου ᾽Ιωάννου τού Θεολόγου (῾πάς ο γεγεννημένος εκ τού Θεού αμαρτίαν ου ποιεί, ότι σπέρμα αυτού εν αυτώ μένει᾽(Α´ ᾽Ιωάν. 3, 9) είναι γεμάτη παγίδες πού καθιστούν ευάλωτο τόν χριστιανό, άν λίγο χαλαρώσει τήν ένταση τού πνευματικού του αγώνα. Θέλουμε νά πούμε ότι ναί μέν τό βάπτισμα, ως ενσωμάτωση στό σώμα τού Χριστού, μάς δίνει τή δύναμη τής αναμαρτησίας, όμως δέν μάς παγιώνει καί σ᾽ αυτήν.
Η τρεπτότητα τής ελεύθερης βούλησής μας στό καλό ή στό κακό εξακολουθεί καί υφίσταται – στόν βαπτισμένο δέν υπάρχει αναγκαστική ροπή πρός τήν αμαρτία - πού σημαίνει ότι άν κανείς ξεχαστεί, εμπλεκόμενος στίς μέριμνες τού κόσμου τούτου, οπωσδήποτε θά αμαρτήσει, συνεπώς θά χάσει τή χάρη τής ενότητάς του μέ τόν Κύριο. Κι επειδή υπάρχουν αμαρτίες πού ανάγονται στό πνεύμα τού ανθρώπου καί αμαρτίες πού ανάγονται στό σώμα του, ό,τι χαρακτηρίζουν οι άγιοι ψυχικά καί σωματικά πάθη, γι᾽ αυτό καί η λησμοσύνη τού Θεού θά φέρει τόν μολυσμό καί στό πνεύμα καί στό σώμα.

Γιά παράδειγμα: η κενοδοξία καί η υπερηφάνεια συνιστούν μολυσμό τού πνεύματος, η γαστριμαργία καί η πορνεία καί η μοιχεία συνιστούν μολυσμό τού σώματος. ᾽Εννοείται βεβαίως ότι λόγω τής ενότητας τού ανθρώπου ως ψυχοσωματικής οντότητας η κάθε αμαρτία μολύνει καί τά δύο στοιχεία του ταυτόχρονα: ο μολυσμός τής ψυχής αντανακλά καί στό σώμα – η γαστριμαργία γιά παράδειγμα σημαίνει ότι πρωτίστως τό πνεύμα τού ανθρώπου αλώθηκε από τά σαρκικά πάθη - ο τόνος όμως είτε στήν ψυχή είτε στό σώμα πέφτει ανάλογα μέ τό είδος τής αμαρτίας.
Γι᾽ αυτό ακριβώς καί η ᾽Εκκλησία μας επιμένει πάντοτε στήν άσκηση τού πιστού καί πνευματικά καί σωματικά. Βεβαίως δηλαδή θά κάνει ο πιστός άσκηση γιά ταπείνωση, προκειμένου νά κρατήσει καθαρή τήν ψυχή του από τήν υπερηφάνεια, αλλά χωρίς τήν παράλληλη άσκηση στή νηστεία καί τήν εγκράτεια, γιά τήν υπέρβαση τών σωματικών παθών, δέν πρόκειται τελικώς νά καταφέρει τίποτε.

5. ῾Ο απόστολος όμως επιμένει στήν άσκηση γιά τή διακράτηση τής καθαρότητας τού ανθρώπου από τόν μολυσμό τών ψυχικών καί τών σωματικών παθών.
῾῎Ας ζήσουμε αγία ζωή – λέει – μέ φόβο Θεού᾽. Μέ άλλα λόγια τότε κανείς μπορεί νά κρατήσει τήν καθαρότητα τού αγίου βαπτίσματος, νά κρατήσει δηλαδή τή χάρη τού αγίου Πνεύματος ενεργούσα στήν καρδιά του, όταν αγωνίζεται νά επιτελεί τήν αγιωσύνη: νά ζεί αγία ζωή εν φόβω Θεού. Κι αυτό σημαίνει: ο πνευματικός αγώνας δέν έχει χαρακτήρα αρνητικό – νά μήν κάνω απλώς κάτι αμαρτωλό - αλλά χαρακτήρα θετικό.

Τότε δηλαδή δέν αμαρτάνω καί δέν μολύνομαι από τά ψυχικά καί τά σωματικά πάθη, όταν είμαι προσανατολισμένος στήν αγία ζωή πού φέρνει η υπακοή στίς εντολές τού Κυρίου. Στόν βαθμό πού μέ τή χάρη τού Θεού ως μέλος τής ᾽Εκκλησίας τηρώ τίς εντολές ᾽Εκείνου, φανερώνοντας έτσι ότι Τού ανήκω καί Τόν αγαπώ -
῾εάν αγαπάτε με τάς εντολάς τάς εμάς τηρήσατε᾽, είπε – στόν βαθμό αυτό είμαι ενωμένος μαζί Του καί νιώθω τή ζωντανή παρουσία Του στήν ύπαρξή μου. Δέν πυροβολώ τό σκοτάδι γιά νά φύγει, αλλά ανάβω τό φώς, όπως σημείωνε τόσο όμορφα ο αγιασμένος Γέροντας Πορφύριος, θέλοντας ακριβώς νά τονίσει μέ τόν απλό αυτόν τρόπο τόν θετικό χαρακτήρα, όπως είπαμε, τής πνευματικής ζωής.

Τό πρόβλημα ημών τών χριστιανών, από ό,τι φαίνεται, είναι ότι δέν πιστεύουμε τό τί ο Θεός μάς έχει δώσει καί τί ακόμη μάς έχει ετοιμάσει. Τίς υποσχέσεις Του τίς αντιμετωπίζουμε ως κάτι θεωρητικό καί ῾παραμυθένιο᾽.
Γι᾽ αυτό καί μένουμε στή μιζέρια τών παθών καί τών αδυναμιών μας. Κάνουμε τό λάθος – καρπό τής ολιγοπιστίας κι ίσως τής απιστίας μας – νά βλέπουμε τή δική μας μικρότητα κι όχι τή μεγαλωσύνη τού δωρεοδότου. ᾽

Αλλά ο Χριστός μάς δίνει άλλη όραση. Μάς προσανατολίζει στήν αγάπη Του πού τήν εξέφρασε έμπρακτα κυρίως μέ τόν Σταυρό Του καί τή συνεχίζει αδιάκοπα στήν ᾽Εκκλησία Του, κατεξοχήν μέσα από τό μυστήριο τής Ευχαριστίας, όπου συνεχίζει νά μελίζεται καί νά προσφέρεται στόν κάθε εν μετανοία προσερχόμενο πιστό.
Τού Θεού τήν αγάπη μάς υπενθυμίζει σήμερα καί ο απόστολος Παύλος, τίς άπειρες δωρεές Του στά πλάσματά Του καί τίς χωρίς όριο υποσχέσεις Του: νά γίνουμε κι εμείς ένα μ᾽ Εκείνον. Είναι ήδη δοσμένα αγαθά, αρκεί νά θελήσουμε νά τά πάρουμε καί νά τά κρατήσουμε. Αυτή είναι καί η έννοια τού πνευματικού αγώνα γιά κάθαρσή μας στήν ᾽Εκκλησία. 


Πηγή από: http://www.agioritikovima.gr/
Διαβάστε περισσότερα...

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 30 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ

15 (Λουκ. στ´ 31-36)
Είπεν ο Κύριος• Καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, καί υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως.
Καί ει αγαπάτε τούς αγαπώντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; καί γάρ οι αμαρτωλοί τούς αγαπώντας αυτούς αγαπώσι. Καί εάν αγαθοποιήτε τούς αγαθοποιούντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; καί γάρ οι αμαρτωλοί τό αυτό ποιούσι. Καί εάν δανείζητε παρ᾿ ών ελπίζετε απολαβείν, ποία υμίν χάρις εστί; καί γάρ αμαρτωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν ίνα απολάβωσι τά ίσα. Πλήν αγαπάτε τούς εχθρούς υμών καί αγαθοποιείτε καί δανείζετε μηδέν απελπίζοντες, καί έσται ο μισθός υμών πολύς, καί έσεσθε υιοί υψίστου, ότι αυτός χρηστός εστιν επί τούς αχαρίστους καί πονηρούς. Γίνεσθε ούν οικτίρμονες, καθώς καί ο πατήρ υμών οικτίρμων εστί.

Απόδοση σε απλή γλώσσα:

Είπε ο Κύριος• «῞Οπως θέλετε νά σάς συμπεριφέρονται οι άνθρωποι, έτσι ακριβώς νά συμπεριφέρεστε κι εσείς σ’ αυτούς.
Γιατί, άν αγαπάτε αυτούς πού σάς αγαπούν, ποιά εύνοια περιμένετε από τόν Θεό; ᾿Αφού καί οι αμαρτωλοί αγαπούν αυτούς πού τούς αγαπούν. Κι άν κάνετε καλό σ’ αυτούς πού σάς κάνουν καλό, ποιά εύνοια περιμένετε από τόν Θεό; Καί οι αμαρτωλοί τό ίδιο κάνουν. ῍Αν δανείζετε σ’ όσους ελπίζετε νά σάς τά επιστρέψουν, ποιά εύνοια περιμένετε από τόν Θεό; Καί οι αμαρτωλοί δανείζουν στούς ομοίους τους γιά νά τά πάρουν πίσω. ᾿Αντίθετα, εσείς ν’ αγαπάτε τούς εχθρούς σας, νά κάνετε τό καλό καί νά δανείζετε, χωρίς νά περιμένετε νά πάρετε πίσω τίποτα. ῎Ετσι, ο Θεός, πού είναι καλός ακόμα καί μέ τούς αχάριστους καί τούς κακούς, θά σάς ανταμείψει μέ τό παραπάνω καί θά σάς κάνει παιδιά του. Νά είστε λοιπόν σπλαχνικοί, όπως σπλαχνικός είναι κι ο Θεός Πατέρας σας».


Πηγή από: http://www.agioritikovima.gr/
Διαβάστε περισσότερα...

Ὁ Ὅσιος Ῥωμανὸς ὁ Μελῳδὸς


Οἱ πληροφορίες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ὁσίου Ῥωμανοῦ δυστυχῶς εἶναι λίγες.
Ἔζησε, κατὰ μία ἐκδοχὴ τὸν 8ο αἰῶνα ἐπὶ τοῦ βασιλέως Ἀναστασίου τοῦ Β’. Ἀρχικὰ εἶχε χρηματίσει διάκονος στὴν ἐκκλησία τῆς Βηρυτοῦ. Κατόπιν μετέβη στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἔμεινε στὰ κελιὰ τοῦ Ναοῦ τῆς Θεοτόκου. Ὁ Ῥωμανὸς εἶχε μέτρια παιδεία καὶ τὸ ποιητικὸ ταλέντο του ἦταν ἀκόμα ἄγνωστο. Διεκατέχετο ὅμως ἀπὸ μία βαθιὰ πίστη στὴν σεπτὴ μνήμη τῆς Παναγίας τῆς Παρθένου καὶ τακτικὰ παρακολουθοῦσε στὸν Ναὸ τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν τὶς κατανυκτικὲς ὁλονυκτίες.
Σὲ μία τέτοια, στὴν γιορτὴ τῶν Χριστουγέννων ποὺ παραβρέθηκε, ἡ ψυχὴ του γέμισε μὲ κατάνυξη καὶ ὅταν γύρισε στὸ κελί του εἶδε ὄνειρο τὴν Παναγία νὰ τοῦ προσφέρει ἕνα βιβλίο καὶ νὰ τοῦ λέει νὰ τὸ καταφάει. Ὁ Ῥωμανὸς ἀπὸ τὴν ἐπίδραση τοῦ ὀνείρου συνέθεσε γιὰ τὴν γέννηση τοῦ Χριστοῦ τὸ τροπάριο «Ἡ Παρθένος σήμερον τὸν ὑπερούσιον τίκτει».
Ἀπὸ τὴν στιγμὴ αὐτὴ ἡ ποιητικὴ ἐπιφοίτηση τοῦ Ὁσίου Ῥωμανοῦ ἔμεινε ἄσβεστη καὶ ἀναδείχτηκε ὁ ἐξωχότερος καὶ μεγαλύτερος μελῳδὸς τῆς Ἐκκλησίας μας.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς σάλπιγξ θεόληπτος, τῶν οὐρανίων ᾠδῶν, ἐνθέως ἐφαίδρυνας, τὴν Ἐκκλησίαν Χριστοῦ, τοῖς θείοις σου ᾄσμασι· σὺ γὰρ τῆς Θεοτόκου, ἐμπνευσθεὶς τῇ ἐλλάμψει, ἔνθεος ὑμνηπόλος, ἐγνωρίσθης ἐν κόσμῳ· διό σε πόθῳ τιμῶμεν, Ῥωμανὲ Ὅσιε.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ὤσπερ κιθάραν τῆς σοφίας παναρμόνιον
Καὶ ὑποφήτην θεοπνεύστων ἀναβάσεων
Εὐφημοῦμεν Ῥωμανέ σε ᾀσμάτων ὕμνοις.
Ἀλλ’ ὡς φόρμιγξ δωρεῶν τῶν ὑπὲρ ἔννοιαν
Πρὸς ἐγρήγορσιν ἡμᾶς θείαν διέγειρον
Τοὺς βοῶντάς σοι, χαίροις Πάτερ Θεόληπτε.

Μεγαλυνάριον.
Ἄνωθεν τὸ δῶρον ἀπειληφῶς, ἐκ τῆς Θεοτόκου, παμμακάριστε Ῥωμανέ, ὕμνησας πανσόφως, τὰ θεῖα μεγαλεῖα, κενώσεως τοῦ Λόγου, ὡς ἔμπνουν ὄργανον.

Πηγή από: http://www.synaxarion.gr/ 
Διαβάστε περισσότερα...

Ὁ Ἅγιος Ἀνανίας ὁ Ἀπόστολος

Ημ. Εορτής: 1 Οκτωβρίου
Ημ. Γέννησης:
Ημ. Κοιμήσεως:
Ημ. Ανακομιδής Λειψάνων:
Πολιούχος:
Λοιπές πληροφορίες:
Εορταζόμενο όνομα: Ἀνανίας
Ὑπακούετε «ἐκ καρδίας εἰς ὂν παρεδόθητε τύπον διδαχῆς». Κάνετε ὑπακοὴ μὲ ὅλη τὴν καρδιά σας στὸν ἀκριβὴ κανόνα τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας.
Τέτοιος ἄνθρωπος ὑπακοῆς στὸν Θεὸ ἦταν καὶ ὁ ἀπόστολος Ἀνανίας. Διότι, ὅταν ὁ Θεὸς τοῦ εἶπε μὲ ὅραμα νὰ συναντήσει τὸ Σαῦλο, ποὺ ἦταν ὁ φόβος καὶ ὁ τρόμος τῶν χριστιανῶν, ἔκανε ὑπακοὴ στὰ λόγια τοῦ Κυρίου. Ἀμέσως πῆγε στὴν Εὐθεῖα ὁδὸ καὶ ἀναζήτησε τὸ σπίτι τοῦ Ἰούδα, ὅπου ἦταν ὁ Σαῦλος. Τὸν θεράπευσε, τὸν βάπτισε χριστιανό, καὶ ἔπειτα αὐτός, μὲ τὸ ὄνομα Παῦλος, ἔγινε ὁ μέγας Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν.
Κατόπιν ὁ Ἀνανίας πῆγε στὴν Ἐλευθερούπολη, ὅπου μὲ τὴ διδασκαλία του εἵλκυσε στὸν Χριστὸ πολυάριθμες ψυχές. Ὁ θόρυβος ὅμως ποὺ δημιούργησε ἡ ἀποστολική του δράση, ἔκανε τὸν ἡγεμόνα Λουκιανὸ νὰ τὸν συλλάβει. Χρησιμοποίησε πολλοὺς καὶ ποικίλους τρόπους προκειμένου νὰ ἀλλαξοπιστήσει ὁ Ἀνανίας. Ἀλλὰ ὁ Ἀνανίας ἔμεινε ἀμετακίνητος στὰ χριστιανικά του φρονήματα.
Τότε ὁ Λουκιανὸς τὸν μαστίγωσε μὲ νεῦρα βοδιῶν. Ἔπειτα, μὲ σιδερένια νύχια τοῦ ξέσχισε τὰ πλευρὰ καὶ ἔκαψε τὶς πληγές του μὲ ἀναμμένες λαμπάδες. Τέλος, ἀφοῦ τὸν ἔβγαλε ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, τὸν λιθοβόλησε.
Ἔτσι, ὁ Ἀνανίας πῆρε τὸ ἁμαράντινο στεφάνι τῆς ὑπακοῆς στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς ἔμπλεως χάριτος, τοῦ Τρισηλίου φωτός, τὸ σκεῦος ἐφώτισας, τῆς ἐκλογῆς τοῦ Χριστοῦ, Ἀνανία Ἀπόστολε· ὅθεν ἀνακηρύξας, εὐσέβειας τὸν λόγον, ἄθλοις ἐβεβαιώσω, τὴν σωτήριον χάριν· δι’ ἧς τοῖς σὲ εὐφημοῦσι, δίδου τὰ πρόσφορα.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὴν ἐν πρεσβείαις.
Ὁ ἐν πρεσβείαις, θερμότατος ἀντιλήπτωρ, καὶ τοῖς αἰτοῦσι, ταχύτατα ἐπακούων, δέξαι τὴν δέησιν Ἀνανία ἡμῶν, καὶ τὸν Χριστὸν δυσώπει, τοῦ ἐλεῆσαι ἡμᾶς, τὸν μόνον ἐν Ἁγίοις δοξαζόμενον.

Μεγαλυνάριον.
Δι’ ἀποκαλύψεως θεϊκῆς, τῷ Σαύλῳ βραβεύεις, τὸν οὐράνιον φωτισμόν· ὅθεν Ἀνανία, ὡς Μάρτυρά σε θεῖον, Ἀπόστολόν τε ἅμα, Χριστὸς ἐδόξασε.

Πηγή από: http://www.synaxarion.gr/
Διαβάστε περισσότερα...

Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2012

Απόδειξέ μου ότι υπάρχει Θεός...

Με ρώτησες πώς μπορώ να σου αποδείξω ότι υπάρχει Θεός. Και, αν υπάρχει, πώς ξέρω ότι ο δικός μου Θεός είναι ο αληθινός.
Και σου απάντησα με μια ερώτηση: Σε νοιάζει η απάντηση; Ή απλά το ρωτάς από φιλολογικό ενδιαφέρον; Ή απλά για να με πικάρεις;

Πόσο δύσκολα ερωτήματα… Μα και πόσο αληθινά, υπαρκτά, καθημερινά, αλλά με διαστάσεις αιώνιες…

Και σου είπα -το θυμάσαι- ότι ο Θεός δεν είναι θέμα φιλοσοφικών σκέψεων και επιχειρημάτων. Ο Θεός είναι κάτι που το ζεις. Τον ζεις. Τον βιώνεις, τον αισθάνεσαι, τον νιώθεις μέσα σου βαθιά.

Η πίστη μας στον αληθινό Θεό είναι εμπειρία και βίωμα. Αν θες να σου λυθούν οι απορίες πρέπει να διώξεις τον εγωισμό από μέσα σου. Να γονατίσεις και να προσευχηθείς. Να Του πεις: «Θεέ μου,
έλα στην καρδιά μου. Έλα, Θεέ μου, και δείξε μου ότι υπάρχεις. Σε ψάχνω και το ξέρεις ότι σε ψάχνω στ’ αλήθεια».

Αλλά και πάλι μη νομίσεις ότι επειδή έκανες μια προσευχή, θα φανερωθεί ο Θεός σαν με μαγικό τρόπο. Ο Θεός γνωρίζει εσένα καλύτερα απ’ τον καθένα. Ακόμα και απ’ τον εαυτό σου. Και θα σου
φανερωθεί όταν εκείνος το θελήσει. Εσύ, μονάχα μείνε σταθερός στην προσευχή σου, στην ελπίδα. Κάθε μέρα και κάθε ώρα. Γιατί ο Θεός ακούει... Πάντα ακούει... Εμείς, όμως, έχουμε τις προϋποθέσεις να
τον ακούσουμε;

 
Πηγή από: http://xristianos.gr/
Διαβάστε περισσότερα...

Γέροντας Παΐσιος - Τα αρχοντόπουλα του Θεού

Μερικοί άνθρωποι, παρόλο που μετάνιωσαν για κάποιο σφάλμα τους και ο Θεός τους συγχώρεσε, οπότε έπαψαν να λειτουργούν οι πνευματικοί νόμοι, αυτοί δεν ξεχνούν το σφάλμα τους. Ζητούν επίμονα
από τον Θεό να τιμωρηθούν σ’ αυτήν την ζωή για το σφάλμα τους, για να εξοφλήσουν.

Αφού λοιπόν επιμένουν, ο Καλός Θεός εκπληρώνει αυτό το φιλότιμο αίτημά τους, τους κρατάει όμως τοκισμένη την πληρωμή στο Ουράνιο Ταμιευτήριό Του, στον Παράδεισο. Αυτοί είναι τα αρχοντόπουλα του
Θεού, είναι τα πιο φιλότιμα παιδιά του Θεού. Στο Λειμωνάριο λ.χ. αναφέρεται το εξής για τον αββά Ποιμένα τον βοσκό: Μια φορά τον επισκέφθηκε κάποιος και ζήτησε να τον φιλοξενήση στο κελλί του. Επειδή
ο αββάς δεν είχε ιδιαίτερο χώρο για φιλοξενία, τακτοποίησε τον επισκέπτη στο κελλί του και αυτός πήγε να διανυκτερεύση σε μια σπηλιά. Το πρωί που επέστρεψε, τον ρώτησε ο επισκέπτης: «Πως τα
πέρασες, αββά; Μήπως κρύωσες;». «Όχι, πέρασα καλά. Μπήκα σε μια σπηλιά και βρήκα μέσα ένα λιοντάρι να κοιμάται. Ξάπλωσα κι εγώ και ακούμπησα την πλάτη μου στην χαίτη του. Από τα χνώτα του η
σπηλιά ήταν σαν φούρνος και δεν κρύωσα». «Καλά, δεν φοβήθηκες μήπως σε φάη το λιοντάρι;» τον ρώτησε ο επισκέπτης. «Όχι, του λέει ο αββάς, αλλά, να ξέρης, εμένα θα με φάνε τα θηρία». «Πως το
ξέρεις αυτό;». «Εγώ στον κόσμο ήμουν βοσκός, του λέει ο αββάς, και κάποτε που βοσκούσα το κοπάδι μου οι σκύλοι μου καταξέσχισαν κάποιον περαστικό και, ενώ μπορούσα να τον σώσω, αδιαφόρησα.
Από τότε ζητάω από τον Θεό συνέχεια να με φάνε τα θηρία. Πιστεύω να μου κάνη ο Θεός αυτό το χατίρι». Και πράγματι αυτόν τον αββά τον έφαγαν τα θηρία. Στην άλλη όμως ζωή αυτοί οι άνθρωποι θα είναι
στον πιο εκλεκτό τόπο.

- Γέροντα, διάβασα σε σχόλια κάποιου πατερικού βιβλίου ότι ο άνθρωπος, όταν κάνη κάποια αμαρτία, πρέπει να τιμωρηθή, για να πληρώση για το κακό που έκανε.
- Όχι, δεν είναι έτσι. Ο άνθρωπος, αν μετανοιώση, δεν τιμωρείται τον ελεεί ο Χριστός. Χρειάζεται πολλή προσοχή στα σχόλια, γιατί μπορεί ένας σχολιαστής να είναι αρκετά καλός, αλλά καμμιά φορά να κάνη
λανθασμένες ερμηνείες. Αν κανείς δεν είναι σίγουρος ότι ο σχολιαστής είναι καλός, καλύτερα να διαβάση μόνον το κείμενο. Και σ’ εμένα είπε κάποιος ότι τον Προφήτη Ησαΐα τον πριόνισαν, γιατί έπρεπε
να πριονισθή για τις αμαρτίες του κόσμου. Ενώ ο ίδιος παρακάλεσε τον Θεό να πριονισθή για τις αμαρτίες του κόσμου και ο Θεός υπέκυψε στην πολλή αγάπη που είχε για τον λαό. Αλλά για κάθε πριονιά ο
Θεός θα του δώση και ένα στεφάνι. Είναι απαραίτητο να ξέρη κανείς μερικά πράγματα, για να καταλάβη κάποια άλλα. Ο αββάς Ποιμήν, για τον οποίο ανέφερα προηγουμένως, μπορούσε να καταλάβη τον
Προφήτη Ησαΐα – αν και η περίπτωση του ενός διέφερε από του άλλου, γιατί στην περίπτωση του Προφήτη Ησαΐα υπήρχε η θυσία για τον κόσμο.



- Έχουμε, Γέροντα, και στην εποχή μας τέτοια περιστατικά;
- Ναι, βέβαια. Θυμάμαι κάποιο γεγονός που συνέβη, όταν ήμουν στην Μονή Φιλοθέου. Κάποιος μοναχός, όταν ήταν στον κόσμο, είχε κάψει έναν Τούρκο στον φούρνο, επειδή είχε σφάξει τον πατέρα του.
Μετά μετανόησε, ήρθε στο Άγιο Όρος, έγινε μοναχός και είχε βάλει μια καλή σειρά. Μέρα-νύχτα όμως παρακαλούσε τον Θεό να επιτρέψη να καή και ο ίδιος. Μια φορά έπιασε πυρκαγιά στο Μοναστήρι. Εγώ
τότε ήμουν δοχειάρης. Ετοίμασα δοχεία με νερό και τρέξαμε όλοι και σβήσαμε τη φωτιά. Τελικά αυτόν τον μοναχό τον βρήκαμε καμένο. Θα μου μείνη αλησμόνητη η σκηνή... Τι είχε γίνει; Αυτός τότε ήταν
ογδόντα πέντε χρονών και τον διακονούσε ένας μοναχός που ήταν εβδομήντα πέντε. Εκείνη την ημέρα, για να τον ανακουφίση λίγο από τους πόνους των ρευματισμών, του έτριψε τα πόδια του με πετρέλαιο
και τον κουκούλωσε κοντά στο τζάκι. Πετάχθηκε όμως μια σκανδαλήθρα από τα ξύλα της καστανιάς, πήρε φωτιά, κάηκε εκείνος και έπιασε φωτιά και όλο το μοναστήρι. Εγώ στενοχωρήθηκα πολύ για το
γεγονός δεν μπορούσα να ησυχάσω! Ύστερα μου είπε ο Πνευματικός: «Μην στενοχωριέσαι αυτός ζητούσε από τον Θεό να καή, για να εξιλεωθή αυτό ήταν δώρο Θεού».

 
Από το βιβλίο: «Οικογενειακή ζωή» Λόγοι Δ'
Πηγή από: http://xristianos.gr/
Διαβάστε περισσότερα...

ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΟΥΜΕΛΑ: Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΩΝ ΠΟΝΤΙΩΝ (VIDEO)

15 Παναγία! Το  πρόσωπό Της  αποτελεί  καταφύγιο  για όλους  τους  ανθρώπους  σε  καιρούς δύσκολους  και  χαλεπούς, όπως  αυτοί  που  διανύουμε τώρα. Όλοι  προστρέχουμε  σ’  αυτήν για να  ζητήσουμε βοήθεια, συμβουλή  και πνευματική  ενθάρρυνση.

Υπάρχουν  πολλές  μορφές  της   Παναγίας  σε  διάφορες  περιοχές  της  Ελλάδας, που  η  κάθε  μία  τους  περικλείει  ιδιαίτερα  χαρακτηριστικά  και  αποτυπώνει  βασικά  στοιχεία  του  τόπου  που  βρίσκεται  και  των ανθρώπων  που  ζουν  εκεί.
Μία  από  τις  σημαντικότερες  μορφές  της  είναι  η  Παναγία  Σουμελά...

Ονομάζεται  και  Παναγία  των  Ποντίων, μιας  και  ο  αρχικός  τόπος  που  βρίσκονταν  η  πρώτη  εκκλησία-μοναστήρι  ήταν  ο  Πόντος.


Τα  παρακάτω  είναι  λίγα  λόγια  για  την  δύσκολη,  σκληρή  και  συνάμα  μυθική  πορεία  στους  αιώνες  αυτής  της  εικόνας! Η Μονή  Παναγίας  Σουμελάς  είναι αποτελεί  σύμβολο του Ελληνισμού   και του Χριστιανισμού στον  Πόντο για 16  αιώνες. Ακόμα και τώρα  που δεν λειτουργεί  πια, παραμένει ισχυρό  σημείο  αναφοράς  για όλους.
Η  πρώτη  εκκλησία  κτίστηκε  περίπου  το  386μ.χ.  από  τους  μοναχούς  Βαρνάβα  και  Σωφρόνιο, οι  οποίοι  έφθασαν  στα  απάτητα  ποντιακά  βουνά  ύστερα  από  ονειρική  αποκάλυψη  της Παναγίας  για  την  ύπαρξη  εικόνας  της  εκεί.

Με  το  πέρας  των  αιώνων  η  Μονή  επεκτάθηκε  και  απέκτησε  πολλά  προνόμια, δοσμένα  από  τους Βυζαντινούς  αυτοκράτορες, τους  αυτοκράτορες  της  Τραπεζούντας  και  τους  Οθωμανούς  σουλτάνους.
Θαύματα  πολλά  συνοδεύουν  την  πορεία  της  Μονής, όπως  η  ύδρευση  της  με  την  ανάβλυση  αγιάσματος  μέσα  από  το  γρανιτένιο  βράχο (την  προέλευση  του  αδυνατούν  ακόμα  να  εντοπίσουν  οι  επιστήμονες)  και  διάφορα  ακόμα.

Το  1922, με  το  μεγάλο  διωγμό  των  Ελλήνων  από  τις   εκεί  περιοχές, οι  βάρβαροι  τούρκοι  επιτέθηκαν  στη  Μονή  και  κατέκλεψαν  πολλά  από  τα  κειμήλια, ενώ  παράλληλα  έβαλαν  φωτιά  για  να  καλύψουν  τα  εγκλήματά  τους  καίγοντας  ταυτόχρονα  την  ανεκτίμητη  σε  αξία  χειρογράφων  βιβλιοθήκη.
Με  κίνδυνο  της  ζωής  τους  οι  μοναχοί  μετέφεραν  και  έκρυψαν  στο  παρεκκλήσι  της  Αγίας  Βαρβάρας  την  εικόνα  της  Παναγίας, το  ευαγγέλιο  του  Οσίου  Χριστοφόρου  και  τον  πολύτιμο  σταυρό  του  αυτοκράτορα  Μανουήλ  Κομνηνού.


 
Το  1930  ο  Ελευθέριος  Βενιζέλος  πέτυχε  συμφωνία  με  τον  τούρκο  πρωθυπουργό  Ισμέτ  Ινονού  ώστε  να  μπορέσει  να  φέρει  στην  Ελλάδα  τα  κρυμμένα  κειμήλια  της  Σουμελάς.  Με  ειδική  συστατική  επιστολή  πήγε  στην  Τουρκία  ό  ένας  εκ  των  δύο  τελευταίων  εν  ζωή  μοναχών  της  Μονής  και  τα  έφερε. Για  χρονικό  διάστημα  20  περίπου  χρόνων η εικόνα  φυλάχθηκε στο Βυζαντινό Μουσείο, μέχρι  να  βρεθεί  ο  κατάλληλος  τόπος  για  τη  θεμελίωση  ενός  νέου  μοναστηριού.  Από  το  1931  ο  Λεωνίδας  Ιασωνίδης  ( υπουργός  Προνοίας  του  Βενιζέλου), υποστήριζε  ότι  χρειάζεται  να  βρεθεί  ένα  τέτοιο  σημείο.

Μόλις  το  1951  βρέθηκε  αυτός  ο  τόπος  στις  πλαγιές  του  όρους  Βέρμιο, πάνω  από  το  χωριό  Καστανιά. Τότε  ο  Φίλων  Κτενίδης  έβαλε  τα  θεμέλια  της  νέας  Μονής  Σουμελά. 
Στις  15  Αυγούστου  του  1951, ανήμερα  της  γιορτής  της, μεταφέρθηκε  πανηγυρικά  η  εικόνα  της  Παναγίας  στο  νέο  της  σπίτι! Από  τότε  και  κάθε  15  Αυγούστου, χιλιάδες  Πόντιοι  και  άλλοι  προσκυνητές  συρρέουν  στο  χώρο για να  τιμήσουν  τη  μνήμη της.

Ο Ιασωνίδης   είχε  πει  το  1931  και   με  αφορμή  την  έλευση  της   εικόνας  στην  Ελλάδα  ότι:

"Εν  Ελλάδι  υπήρχαν   οι  Πόντιοι, αλλά  δεν  υπήρχεν   ο  Πόντος. Με  την  εικόνα  της  Παναγίας  Σουμελά  ήλθε  και  ο  Πόντος!".
  Ζώντας  αυτή  την  άσχημη  κατάσταση  γύρω  μας  και  βλέποντας  την  κατάφορη  προδοσία  Ελλάδας  και  Ελλήνων  από  τους  πολιτικούς  και  οικονομικούς  παράγοντες  του  τόπου, μήπως  πρέπει  να  δανειστούμε  τα  λόγια  του  και  αλλάζοντας  τα  να  κάνουμε  έκκληση  στην  Αγία  Μητέρα των Ποντίων " Εν  Ελλάδι  δεν υπάρχει μόνο  γη  που πουλιέται, αλλά  και άνθρωποι  που δεν ξεπουλιούνται! Δώσε  μας φώτιση  και δύναμη  να  πράξουμε  τα  δέοντα  για την αποκατάσταση  της  Ελληνικής  τιμής!...!!!" 



Πηγή από: http://www.agioritikovima.gr/
Διαβάστε περισσότερα...

Παρακλητικός Κανών Αγίας Ακυλίνας Ζαγκλιβερίου

ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΩΝ ΑΓΙΑΣ ΑΚΥΛΙΝΑΣ ΖΑΓΚΛΙΒΕΡΙΟΥ

Ὁ Ἱερεύς ἄρχεται τῆς Παρακλήσεως μέ τήν δοξολογικήν ἐκφώνησιν:
Εὐλογητός ὁ Θεός ἡμῶν, πάντοτε, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ὁ χορός: Ἀμήν.
Ἤ μή ὑπάρχοντος Ἱερέως, ἡμεῖς τό:
Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς, Ἀμήν.

Ψαλμός ρμβ’ (142).
Κύριε εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τήν δέησίν μου ἐν τῇ ἀληθείᾳ Σου, εἰσάκουσον μου ἐν τῇ δικαιοσύνῃ Σου καί μή εἰσέλθης εἰς κρίσιν μετά τοῦ δούλου Σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν Σου, πᾶς ζῶν. Ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρός τήν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τήν ζωήν μου. Ἐκάθισέ με ἐν σκοτεινοῖς, ὡς νεκρούς αἰῶνος καί ἠκηδιάσεν ἐπ’ ἐμέ τό πνεῦμα μου, ἐν ἐμοί ἐταράχθη ἡ καρδία μου. Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις Σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν Σου ἐμελέτων. Διεπέτασα πρός Σέ τάς χείρας μου, ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρός Σοι. Ταχύ εἰσακουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τό πνεῦμα μου. Μή ἀποστρέψης τό πρόσωπόν Σου ἀπ’ ἐμοῦ καί ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. Ἀκουστόν ποίησόν μου τό πρωΐ τό ἔλεός Σου, ὅτι ἐπί Σοί ἤλπισα. Γνώρισόν μοι, Κύριε, ὁδόν ἐν ἧ πορεύσομαι, ὅτι πρός Σέ ἦρα τήν ψυχήν μου. Ἐξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, πρός Σέ κατέφυγον, δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τό θέλημά Σου, ὅτι Σύ εἶ ὁ Θεός μου. Τό Πνεῦμα Σου τό ἀγαθόν ὁδηγήσει με ἐν γῇ εὐθείᾳ, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός Σου, Κύριε, ζήσεις με. Ἐν τῇ δικαιοσύνῃ Σου ἐξάξεις ἐκ θλίψεως τήν ψυχήν μου καί ἐν τῷ ἐλέει Σου ἐξολοθρεύσεις τούς ἐχθρούς μου. Καί ἀπολεῖς πάντας τούς θλίβοντας τήν ψυχήν μου, ὅτι ἐγώ δοῦλος Σου εἰμί.

Καί εὐθύς ψάλλεται τετράκις ἐξ’ ὑπαμοιβῆς, μετά τῶν οἰκείων στίχων:
Θεός Κύριος καί ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχ. α’. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ καί ἐπικαλεῖσθε τό ὄνομα τό Ἅγιον Αὐτοῦ.
Θεός Κύριος καί ἐπέφανεν ἡμῖν…
Στίχ. β’. Πάντα τά ἔθνη ἐκύκλωσάν με καί τό ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς.
Θεός Κύριος καί ἐπέφανεν ἡμῖν…
Στίχ. γ’. Παρά Κυρίου ἐγένετο αὕτη καί ἔστι θαυμαστή ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν.Θεός Κύριος καί ἐπέφανεν ἡμῖν…

Εἶτα τὸ τροπάριον. Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς ἀθληφόρος εὐκλεὴς τοῦ Σωτῆρος, Παρθενομάρτυς Ἀκυλίνα θεόφρον, τοὺς προσιόντας πίστει τῇ πρεσβείᾳ σου, σκέπε καὶ διάσωζε, ἀπὸ πάσης ἀνάγκης, ἴασιν καὶ λύτρωσιν, αἰτουμένη θεόθεν, καὶ τῶν πταισμάτων λύσιν παρασχεῖν, τοῖς τὴν ἁγίαν σου, μέλπουσιν ἄθλησιν.
Δόξα. Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.
Οὐ σιωπήσομέν ποτε Θεοτόκε, τὰς δυναστείας Σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι, εἰμὴ γὰρ Σὺ προΐστασο πρεσβεύουσα, τίς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων; Τίς δὲ διεφύλαξεν, ἕως νῦν ἐλευθέρους; Οὐκ ἀποστῶμέν Δέσποινα ἐκ Σοῦ, Σοὺς γὰρ δούλους σώζεις ἀεί, ἐκ παντοίων δεινῶν.

Ψαλμός ν’ (50).
Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός Σου καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν Σου, ἐξάλειψον τό ἀνόμημά μου. Ἐπί πλεῖον πλῦνόν με ἀπό τῆς ἀνομίας μου καί ἀπό τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με. Ὅτι τήν ἀνομίαν μου ἐγώ γινώσκω καί ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστι διά παντός. Σοί μόνῳ ἥμαρτον καί τό πονηρόν ἐνώπιόν Σου ἐποίησα, ὅπως ἄν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις Σου καί νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί Σε. Ἰδοῦ γάρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην καί ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου. Ἰδοῦ γάρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, τά ἄδηλα καί τά κρύφια τῆς σοφίας Σου ἐδήλωσάς μοι. Ῥαντιεῖς μέ ὑσσώπῳ καί καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς με καί ὑπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ἀκουτιεῖς μοι ἀγαλλίασιν καί εὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. Ἀπόστρεψον τό πρόσωπόν Σου ἀπό τῶν ἁμαρτιῶν μου καί πάσας τάς ἀνομίας μου ἐξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί ὁ Θεός καί πνεῦμα εὐθές ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου. Μή ἀπορρίψῃς με ἀπό τοῦ προσώπου Σου καί τό Πνεῦμα Σου τό Ἅγιον μή ἀντανέλῃς ἀπ’ ἐμοῦ. Ἀπόδος μοι τήν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου Σου καί πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με. Διδάξω ἀνόμους τάς ὁδούς Σου καί ἀσεβεῖς ἐπί σέ ἐπιστρέψουσιν. Ῥῦσαι με ἐξ αἱμάτων ὁ Θεός, ὁ Θεός τῆς σωτηρίας μου, ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσα μου τήν δικαιοσύνην Σου. Κύριε, τά χείλη μου ἀνοίξεις καί τό στόμα μου ἀναγγελεῖ τήν αἴνεσίν Σου. Ὅτι, εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἄν, ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις. Θυσίᾳ τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ὁ Θεός οὐκ ἐξουδενώσει. Ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ Σου τήν Σιών καί οἰκοδομηθήτω τά τείχη Ἱερουσαλήμ. Τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφοράν καί ὁλοκαυτώματα. Τότε ἀνοίσουσιν ἐπί τό θυσιαστήριόν Σου μόσχους.

Εἶτα, ὁ Κανὼν τῆς Ἁγίας, οὗ ἡ ἀκροστιχίς: Δίδου ἡμῖν βοήθειαν Μάρτυς. Γερασίμου.
Ωδὴ α΄. Ἦχος πλ. δ΄. Ὑγρὰν διοδεύσας.
Δυνάμει ἀθλήσασα θεϊκῇ, σεμνὴ Ακυλίνα, τῆς ψυχῆς μου τὸ ἀσθενές, δυνάμωσον θείαις σου πρεσβείαις, ἵνα ῥυσθῶ τῆς ἀπάτης τοῦ ὄφεως.
Ἱλέωσαι Μάρτυς ταῖς σαῖς λιταῖς, Χριστὸν τὸν Σωτῆρα, τοῖς προστρέχουσιν εὐλαβῶς, τῇ σῇ Ἀκυλίνα προστασίᾳ, καὶ χαλεπῶν πειρασμῶν ἡμᾶς λύτρωσαι.

Διάρασα Μάρτυς ὑπερ ἡμῶν, τὰς θείας σου χείρας, καθικέτευε ἐκτενῶς, σεμνὴ Ἀκυλίνα τὸν Σωτῆρα, ὡς ἂν δεινῶν λυτρωθείημεν θλίψεων.
Θεοτοκίον.
Ὁλόφωτον σκήνωμα τοῦ Θεοῦ, Κεχαριτωμένη, παντευλόγητε Μαριάμ, φωτὶ τῆς θερμῆς ἐπισκοπῆς Σου, τὴν τῶν παθῶν ἡμῶν νύκτα διάλυσον.

Ωδὴ γ΄. Οὐρανίας ἀψίδος.
Ὑποστᾶσα ἀνδρείως, τοὺς ῥαβδισμοὺς πάνσεμνε, πᾶσαν ἀποῤῥάπισον βλάβην, καὶ πᾶσαν ἔφοδον, τοῦ πολεμήτορος, τὴν καθ’ ἡμῶν κινουμένην, Ἀκυλίνα ἔνδοξε, ταῖς ἱκεσίαις σου.

Ἡ θερμή σου πρεσβεία, πρὸς τὸν Χριστὸν γένοιτο, τεῖχος ἀσφαλείας παρθένε, καὶ ἱλαστήριον, καὶ σκέπη ἄμαχος, τῇ σὲ τιμώσῃ πατρίδι, Ἀκυλίνα πάνσεμνε, νύμφη τοῦ Κτίσαντος.

Μαρτυρίου τοὺς ἄθλους, περιφανῶς ἤνυσας, ὅθεν πρὸς ὁδὸν μαρτυρίων, τοὺς σὲ δοξάσαντος, ἡμᾶς ὁδήγησον, ἵνα ζωὴν εἰρηναίαν, Ἀκυλίνα ζήσωμεν, φόβῳ τῷ κρείττονι.
Θεοτοκίον.
Ἰησοῦν τὸν Σωτῆρα, καὶ Ποιητὴν τέτοκας, Ὃν ἡ εὐκλεὴς Ἀκυλίνα, ὁμολογήσασα, Παρθένε Δέσποινα, θεοπρεπῶς ἐδοξάσθη, αἶνον θεῖον ᾄδουσα, τοῖς μεγαλείοις Σου.

Διάσωσον, Παρθενομάρτυς πανεύφημε Ἀκυλίνα, τῶν ἐν βίῳ ἐπιφορῶν καὶ κακώσεων, τοὺς ἐκζητοῦντας τὴν θείαν σου προστασίαν.
Ἐπίβλεψον, ἐν εὐμενείᾳ πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν, καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.

Κάθισμα. Ἦχος β΄. Πρεσβεία θερμή.
Πρεσβείᾳ τῇ σῇ, προστρέχοντες ῥυσθείημεν, ἐκ πάσης ἀργῆς, καὶ βλάβης τοῦ ἀλάστορος, καὶ νόσων τε καὶ θλίψεων, Ἀκυλίνα Μαρτύρων ὡράϊσμα, σὲ γὰρ μεσῖτιν θερμὴν πρὸς Χριστόν, ἀεὶ οἱ τιμῶντές σε κεκτήμεθα.

Ωδὴ δ΄. Εἰσακήκοα Κύριε.
Νοσημάτων καὶ θλίψεων, καὶ πολυειδῶν σκανδάλων τοῦ ὄφεως, ἀνωτέρους διαφύλαττε, τοὺς σὲ Ἀκυλίνα μακαρίζοντας.
Βοηθὸς ἔσο πάντοτε, Μάρτυς ἐν κινδύνοις καὶ περιστάσεσιν, Ἀκυλίνα τῇ πατρίδι σου, τῇ ἐγκαυχωμένῃ τῇ ἀθλήσει σου.

Ὁδυνώμενοι πάθεσι, τῇ σῇ Ἀκυλίνα σκέπῃ προστρέχομεν, ἵνα λάβωμεν τὴν ἴασιν, καὶ τῶν ὀδυνῶν τὴν ἀπολύτρωσιν.
Θεοτοκίον.
Ἡλιόμορφε Δέσποινα, τῶν ἐσκοτισμένον με πλημμελήμασι, καὶ ἐννοίαις τοῦ ἀλάστορος, τῷ φωτὶ τῆς δόξης Σου καταύγασον.

Ωδὴ ε΄. Φώτισον ἡμᾶς.
Θραῦσον τὴν ἰσχήν, τοῦ δολίου πολεμήτορος, τοῦ δεινῶς ὡρυομένου καθ’ ἡμῶν, Ἀκυλίνα Νεομάρτυς καλλιπάρθενε.

Ἔχουσα πολλήν, παῤῥησίαν τῷ Νυμφίῳ σου, καθικέτευε ἀεὶ ὑπὲρ ἡμῶν, Ἀκυλίνα τῶν ζητούντων τὴν πρεσβείαν σου.

Ἴδε συμπαθῶς, Ἀκυλίνα τὴν πατρίδα σου, τὴν τιμῶσάν σου τοὺς ἄθλως εὐλαβῶς, καὶ παράσχου ταύτῃ ἄνωθεν τὴν χάριν σου.
Θεοτοκίον.
Ἄχραντε ἁγνή, τὴν χρανθεῖσάν μου διάνοιαν, πονηραῖς τοῦ δυσμενοῦς ἐπιβουλαῖς, ἀποκάθαρον τοῖς ῥείθροις τοῦ ἐλέους Σου.

Ωδὴ στ΄. Τὴν δέησιν.
Νεκρώσασα, τῇ στεῤῥᾷ σου ἐνστάσει, τὸν πολύμορφον ἐχθρὸν Ἀκυλίνα, τὴν καθ’ ἡμῶν ὀλεθρίαν μανίαν, τούτου εἰς τέλος σεμνὴ ἀπενέκρωσον, καὶ καθοδήγησον ἡμᾶς, πρὸς λιμένας τοῦ θείου θελήματος.

Μεγίστην, τὸ Ζαγκλιβέριον Μάρτυς, ἐκδεχόμενον ἀεὶ προστασίαν, ἐκ τῆς θερμῆς σου προστασίας προστρέχει, ὑπὸ τὴν σκέπην σου κράζων ἑκάστοτε· σύ μου εἶ δόξα καὶ χαρά, Ἀκυλίνα καὶ θεία ἀντίληψις.

Ἁπάσης, ἐπιφορᾶς καὶ ἀνάγκης, καὶ στενώσεων καὶ πόνων καὶ νόσων, τῇ σῇ θερμῇ πρὸς Χριστὸν ἱκεσίᾳ, ῥύου ἡμᾶς Ἀκυλίνα δεόμεθα, καὶ δίδου πάντοτε ἡμῖν, εἰρηναίαν ἐν πᾶσι κατάστασιν.
Θεοτοκίον.
Ῥοαῖς Σου, τῶν οἰκτιρμῶν Θεοτόκε, καταδρόσισον δεινῶς ξηρανθεῖσαν, τὴν ταπεινήν μου ψυχὴν ἐπηρείᾳ, τοῦ τὴν ἀπάτην τῷ κόσμῳ τεκτήναντος, καὶ δίδου μου καθαρτικόν, μετανοίας ἀείρυτον δάκρυον.




Διάσωσον, Παρθενομάρτυς πανεύφημε Ἀκυλίνα, τῶν ἐν βίῳ ἐπιφορῶν καὶ κακώσεων, τοὺς ἐκζητοῦντας τὴν θείαν σου προστασίαν.
Ἄχραντε, ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύτως, ἐπ’ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα δυσώπησον, ὡς ἔχουσα μητρικὴν παῤῥησίαν.

Κοντάκιον. Ἦχος β΄. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Μαρτυρικῶς ἀριστεύσα πάνσεμνε, τῆς τῶν Μαρτύρων εὐκλείας ἠξίωσαι, μεθ’ ὧν Ἀκυλίνα ἱκέτευε, τὸν σὸν Νυμφίον Χριστὸν καλλιπάρθενε, διδόναι ἡμῖν θεῖον ἔλεος.

Προκείμενον: Ὑπομένων ὑπέμεινα τὸν Κύριον, καὶ προσέσχε μοι καὶ εἰσήκουσε τῆς φωνῆς τῆς δεήσεώς μου.
Στ.: Καὶ ἔστησεν ἐπὶ πέτραν τοὺς πόδας μου, καὶ κατεύθυνε τὰ διαβήματά μου.

Εὐαγγέλιον κατὰ Ματθαῖον.
Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· Ὡμοιώθη ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν δέκα παρθένοις, αἵτινες λαβοῦσαι τὰς λαμπάδας αὐτῶν, ἐξῆλθον εἰς ἀπάντησιν τοῦ νυμφίου. Πέντε δὲ ἦσαν ἐξ αὐτῶν φρόνιμοι, καὶ αἱ πέντε μωραί· αἵτινες μωραί, λαβοῦσαι τὰς λαμπάδας ἑαυτῶν, οὐκ ἔλαβον, μεθ’ ἑαυτῶν ἔλαιον. Αἱ δὲ φρόνιμοι, ἔλαβον ἔλαιον ἐν τοῖς ἀγγείοις μετὰ τῶν λαμπάδων αὐτῶν. Χρονίζοντος δὲ τοῦ νυμφίου, ἐνύσταξαν πάσαι, καὶ ἐκάθευδον. Μέσης δὲ τῆς νυκτός, κραυγὴ γέγονεν· Ἰδοὺ ὁ νυμφίος ἔρχεται, ἐξέρχεσθε εἰς ἀπάντησιν αὐτοῦ. Τότε ἠγέρθησαν πᾶσαι αἱ παρθένοι ἐκεῖναι, καὶ ἐκόσμησαν τὰς λαμπάδας αὐτῶν. Αἱ δὲ μωραί, ταῖς φρονίμοις εἶπον· Δότε ἡμῖν ἐκ τοῦ ἐλαίου ὑμῶν, ὅτι αἱ λαμπάδες ἡμῶν σβέννυνται. Ἀπεκρίθησαν δὲ αἱ φρόνιμοι, λέγουσα· Μήποτε οὐκ ἀρκέση ἡμῖν καὶ ὑμῖν, πορεύεσθε δὲ μᾶλλον πρὸς τοὺς πωλοῦντας καὶ ἀγοράσατε ἑαυταῖς. Ἀπερχομένων δὲ αὐτῶν ἀγοράσαι, ἦλθεν ὁ νυμφίος, καὶ αἰ ἕτοιμοι, εἰσῆλθον μετ’ αὐτοῦ εἰς τοὺς γάμους, καὶ ἐκλείσθη ἡ θύρα. Ὕστερον δὲ ἔρχονται καὶ αἱ λοιπαὶ παρθένοι λέγουσαι· Κύριε, Κύριε, ἄνοιξον ἡμῖν. Ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· Ἀμὴν λέγων υμῖν, οὐκ οἶδα ὑμᾶς. Γρηγορεῖτε οὖν, ὅτι οὐκ οἴδατε τὴν ἡμέραν, οὐδὲ τὴν ὥραν, ἐν ᾗ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται.
Δόξα: Ταῖς τῆς Ἀθληφόρου...

Καὶ νῦν: Ταῖς τῆς Θεοτόκου...

Στ.: Ἐλεῆμον, ἐλέησόν με ὁ Θεός..




Προσόμοιον.

Ἦχος πλ. β΄. Ὅλην ἀποθέμενοι.

Ἄνθος εὐωδέστατον, νεοθαλὲς καὶ ὡραῖον, ἐν ὑστέροις ἔτεσιν, ὤφθης ἐναθλήσασα θείῳ ἔρωτι, ὅθεν νῦν σκέδασον, θείᾳ εὐωδίᾳ, καὶ ὀσμῇ Ἁγίου Πνεύματος, πάθη ἀκάθαρτα, καὶ δυσώδεις νόσους δεόμεθα, ὑγείαν τε καὶ ἴασιν, ταῖς ψυχαῖς ὁμοῦ καὶ τοῖς σώμασιν, ἡμῶν χορηγοῦσα, καὶ βίον εὐπραγῆ καὶ εὐσταθῆ, Παρθενομάρτυς θεόληπτε, ταῖς σαῖς ἀντιλήψεσι.

Ωδὴ ζ΄. Οἱ ἐκ τῆς Ἰουδαίας.
Τὸν Νυμφίον σου Μάρτυς, δυσωποῦσα μὴ παύσῃ διδόναι ἅπασι, δεινῶν παντοίων λύσιν, χαρὰν καὶ εὐφροσύνην, καὶ πταισμάτων συγχώρησιν, τοῖς προσιοῦσι θερμῶς, τῇ θείᾳ σου πρεσβείᾳ.

Ὑπὲρ ἔννοιαν πέλει, ἡ δοθείσα σοι χάρις, θεόθεν πάνσεμνε, προφθάνεις γὰρ ταχέως, καὶ χείρα βοηθείας, ἐπορέγεις τοῖς κράζουσι· ῥῦσαι ἡμᾶς πειρασμῶν, θεόφρον Ἀκυλίνα.

Σωτηρίας σε τεῖχος, Ζαγκλιβέριον κέκτηται καλλιπάρθενε, ἐντεῦθεν ὁλοψύχως, τὴν σὴν ἐπιβοᾶται, προστασίαν θεόληπτε, ἣν δίδου τούτῳ ἀεί, ὡς Μάρτυς στεφηφόρος.
Θεοτοκίον.
Γεωργεῖν με Παρθένε, ἐν τῷ φόβῳ Κυρίου, ζωὴν τὴν κρείττονα, ἐν ἤθεσιν ἀμέμπτοις, τῇ σῇ ἐπικουρίᾳ, ἐνδυνάμωσον δέομαι, ἵνα ῥυσθῶ τῶν δεινῶν, παγίδων τοῦ βελίαρ.

Ωδὴ η΄. Τὸν Βασιλέα.
Ἔλαμψε Μάρτυς, φῶς τῷ ἁγίῳ σου τάφῳ, οὗ τῇ χάριτι διάλυσον τὴν νύκτα, τῶν ἐπικειμένων, ἡμῖν πειρατηρίων.

Ῥῶσιν παράσχου, κατὰ ψυχήν τε καὶ σῶμα, ταῖς πρεσβείαις σου θεόφρον Ἀκυλίνα, καὶ εἰρήνην θείαν, ἡμῖν τοῖς σὲ τιμῶσι.

Ἁρωματίζον, τὸ σὸν σεπτὸν ὤφθη σῶμα, ὅθεν χάριτι τῆς ἐν σοὶ εὐωδίας, εὔφρανον Ἁγία, ἡμῶν τὰς διανοίας.
Θεοτοκίον.
Σύντριψον Κόρη, τῇ κραταιᾷ Σου πρεσβείᾳ, τοῦ ἀλάστορος τὴν καθ’ ἡμῶν μανίαν, μόνη Θεοτόκε, ἡμῶν ἡ προστασία.

Ωδὴ θ΄. Κυρίως Θεοτόκον.
Ἰάτρευσον Ἁγία, τῇ σῇ μεσιτείᾳ, τοὺς τρυχωμένους πικροῖς ἀῤῥωστήμασι, καὶ εὐφροσύνην παράσχου ἡμῖν τὴν κρείττονα.
Μαρτύρων ταῖς χορείαις, νῦν συνηδομένη, σὺν τούτοις πρέσβευε, ῥύεσθαι πάντοτε, ἐκ χαλεπῶν Ἀκυλίνα ἡμᾶς συμπτώσεων.

Ὁλόφωτον παστάδα, ἤδη κατοικοῦσα, τῷ φωτισμῷ τῆς σῆς χάριτος φώτισον, ὦ Ἀκυλίνα ψυχῆς μου τὰς κόρας δέομαι.
Θεοτοκίον.
Ὑπέρφωτε λυχνία, τῆς ἀΰλου δόξης, εὐλογημένη Παρθένε πανάχραντε, τὴν σκοτισθεῖσαν ψυχήν μου λάμπρυνον δέομαι.

Μεγαλυνάρια.
Ἄξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν Σε τήν Θεοτόκον, τήν ἀειμακάριστον καί παναμώμητον καί μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Τήν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ καί ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, τήν ἀδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκοῦσαν, τήν ὄντως Θεοτόκον Σέ μεγαλύνομεν.
Χαίροις Ἀκυλίνα νύμφη Χριστοῦ, ἡ χρόνοις ὑστέροις, ἐναθλήσασα ἀνδρικῶς, καὶ στεφάνῳ δόξης, ἀξίως κοσμηθεῖσα, ὡς Μάρτυς καὶ παρθένος ἀξιοθαύμαστος.
Λόγοις τῆς μητρός σου ὡς πίων γῆ, σεμνὴ ἀρδευθεῖσα, ἐγεώργησας μυστικῶς, ἄθλοις μαρτυρίου, καρποὺς ἀθανασίας, θεόφρον Ἀκυλίνα, στεῤῥῶς ἀθλήσασα.
Ἤσχυνας πατρός σου τὸ ἀσεβές, καὶ τῶν παρανόμων, κατεπάτησαν τὴν ἰσχύν, τῇ σῇ ἀνενδότῳ, ἐνστάσει Ἀκυλίνα, καὶ ἤθλησας νομίμως ἐνθέῳ ἔρωτι.
Ἤνεγκας μαστίγων πεῖραν πολλῶν, καὶ ἀνδρισαμένη, ἠγωνίσω ἀθλητικῶς, ὅθεν σου τὸ σωμα, ἔπνευσεν Ἀκυλίνα, τὴν εὐωδίαν πᾶσι τὴν ὑπερκόσμιον.
Φῶς ἐν τῷ σῷ τάφῳ ἀπ’ οὐρανοῦ, κατελθὼν Ἁγία, πᾶσιν ἔδειξεν ἐμφανῶς, τὴν σὴν Ἀκυλίνα, λαμπρότητα καὶ δόξαν, δι’ ἧς παθῶν διώκεις, δεινὴν σκοτόμαιναν.
Σκέπε τῆς πατρίδος σου ὦ σεμνή, Μάρτυς Ἀκυλίνα, πάσης βλάβης τε καὶ ὀργῆς, καὶ τοῖς προσιοῦσι, τῇ θείᾳ σου πρεσβείᾳ, αἴτει πταισμάτων λύσιν, καὶ θεῖον ἔλεος.
Πᾶσαι τῶν Ἀγγέλων αἱ στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς, οἱ Ἅγιοι Πάντες μετά τῆς Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν εἰς τό σωθῆναι ἡμᾶς.

Τὸ Τρισάγιον. Τὰ συνήθη τροπάρια. Εἶτα ὁ Ἱερεύς τήν Ἐκτενῆ Δέησιν, ἡμῶν ψαλλόντων τό λιτανευτικόν Κύριε ἐλέησον. Ὑπό τοῦ Ἱερέως Ἀπόλυσις.




Καί τῶν Χριστιανῶν ἀσπαζομένων τήν Εἰκόνα καί χριομένων δι’ ἁγίου ἐλαίου, ψάλλονται τά παρόντα Τροπάρια:

Ἦχος β’. Ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου.

Πάντας, τοὺς τιμῶντας εὐλαβῶς, τὴν σὴν Ἀκυλίνα θεόφρον, ἁγίαν ἄθλησιν, καὶ τὴν χάριν βρύουσαν, εἰκόνα πάνσεμνε, προσκυνοῦντας ἐκ πίστεως, ἀβλαβεῖς συντήρει, πάσης περιστάσεως, καὶ πάσης θλίψεως, λύσιν αἰτουμένην πταισμάτων, καὶ ἀπαλλαγὴν παντὸς πόνου, τοὺς εἰλικρινῶς σὲ μακαρίζουσι.

Δέσποινα πρόσδεξαι τὰς δεήσεις τῶν δούλων Σου, καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς, ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως.
Τήν πᾶσαν ἐλπίδα μου, εἰς Σέ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξόν με ὑπό τήν σκέπην Σου.
Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς, Ἀμήν.


Πηγή από: http://xristianos.gr/
Διαβάστε περισσότερα...

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος

Ημ. Εορτής: 30 Σεπτεμβρίου
Ημ. Γέννησης:
Ημ. Κοιμήσεως:
Ημ. Ανακομιδής Λειψάνων:
Πολιούχος:
Λοιπές πληροφορίες:
Εορταζόμενο όνομα:
Ἔζησε καὶ μαρτύρησε ἐπὶ αὐτοκρατορίας Διοκλητιανοῦ.
Ἦταν γιὸς τοῦ Ἀνάκ, ὁ ὁποῖος ἦταν συγγενὴς τοῦ βασιλιὰ τῆς Ἀρμενίας Κουσαρῶ. Ὁ πατέρας τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς ὑπεύθυνους γιὰ τὴ δολοφονία τοῦ βασιλιὰ τῆς Ἀρμενίας. Οἱ Ἀρμένιοι γιὰ νὰ ἐκδικηθοῦν σκότωσαν τὸν Ἀνὰκ καὶ τὴν οἰκογένειά του, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Γρηγόριο καὶ ἕναν ἀδελφό του. Μετὰ ἀπὸ χρόνια ὁ γιὸς τοῦ Κουσαρῶ, ὁ Τηριδάτης, συνέλαβε τὸν Γρηγόριο ἐπειδὴ ἦταν χριστιανὸς καὶ τὸν βασάνισε σκληρά. Ὅταν δὲ ἔμαθε ὅτι πρόκειται γιὰ τὸ γιὸ τοῦ Ἀνάκ, ὁ ὁποῖος εὐθυνόταν γιὰ τὴ δολοφονία τοῦ πατέρα του, διέταξε νὰ τὸν ρίξουν σὲ λάκκο μὲ φίδια καὶ ἄλλα ἑρπετά. Ὁ Γρηγόριος ὄχι μόνο δὲν ἔπαθε τίποτα ἀλλὰ ἐπέζησε γιὰ 15 χρόνια τρεφόμενος μὲ τὸ ψωμὶ ποὺ τοῦ πήγαινε κρυφὰ μιὰ χήρα.
Κάποια στιγμὴ ὁ Τηριδάτης παραφρόνησε. Ἡ ἀδελφή τοῦ βασιλιὰ ἄκουσε μία μέρα φωνή, ἡ ὁποία τῆς ἔλεγε πὼς ἂν ἤθελε νὰ θεραπευτεῖ ὁ ἀδελφός της θὰ ἔπρεπε νὰ ἐλευθερώσουν τὸν Γρηγόριο. Πράγματι ὅταν βγῆκε ἀπὸ τὸν λάκκο ὁ Ἅγιος θεράπευσε τὸν βασιλιά.
Ἐξεδήμησε εἰς Κύριον ἐν εἰρήνῃ.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείας πίστεως, τῇ γεωργίᾳ, ἐνεούργησας, βροτῶν καρδίας, κατασπείρας τὴν τοῦ Λόγου ἐπίγνωσιν, καὶ λαμπρυνθεὶς μαρτυρίου τοῖς στίγμασιν, ἱεραρχίᾳ Γρηγόριε ἔφανας. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοὺς ἀσφαλεῖς.
Τὸν εὐκλεῆ καὶ Ἱεράρχην ἅπαντες, ὡς Ἀθλητὴν τῆς ἀληθείας σήμερον, οἱ πιστοὶ θείοις ἐν ᾄσμασι, καὶ ὑμνῳδίαις εὐφημήσωμεν, Γρηγόριον ποιμένα, καὶ διδάσκαλον, τὸν ἔκλαμπρον φωστῆρα καὶ παγκόσμιον· Χριστῷ γὰρ πρεσβεύει, ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

Μεγαλυνάριον.
Γρήγορος τοῖς τρόποις ἀναδειχθείς, πρὸς θεογνωσίας, διεγείρεις τὸν φωτισμόν, τοὺς τῇ δυσσεβείᾳ, ὑπνώττοντας ἀθλίως,  Γρηγόριε τρισμάκαρ, ἀξιοθαύμαστε.

Πηγή από: http://www.synaxarion.gr/
Διαβάστε περισσότερα...

Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2012

Γέροντας Πορφύριος - «Το μέρος που είναι η καρδιά επήγαινε να πετάξει»




Στο «Μετά φόβου Θεού» πολλοί πατέρες κοινώνησαν. Έβαλα κι εγώ μετάνοια και μετέλαβα. Από τη στιγμή που μετέλαβα, μου ήλθε μια χαρά υπερβολική, ένας ενθουσιασμός. Μετά την ακολουθία έφυγα
στο δάσος μόνος μου, γεμάτος χαρά και αγαλλίαση. Τρέλα! Νοερώς έλεγα την Ευχαριστία πηγαίνοντας για την Καλύβα. Με πάθος έτρεχα μες στο δάσος, πηδούσα απ' τη χαρά μου, άνοιγα σ' έκταση τα
χέρια μ' ενθουσιασμό, δυνατά και φώναζα: «Δόξα Σοι ο Θεοοοός! Δόξα Σοι ο Θεοοοός!»

Ναι, τα χέρια μου μείνανε ξερά, γίνανε κόκκαλο, ξύλο κι ανοιγμένα ίσια σχημάτιζαν με το σώμα μου σταυρό. Δηλαδή, αν με έβλεπες απ' το πίσω μέρος, θα έβλεπες ένα σταυρό. Το κεφάλι μου σηκωμένο προς
τον ουρανό, το στέρνο ετέντωνε με τα χέρια να φύγει για τον ουρανό. Το μέρος που είναι η καρδιά επήγαινε να πετάξει.

Αυτό που σας λέω είναι αλήθεια, το είχα πάθει. Πόση ώρα ήμουν σ' αυτή την κατάσταση δεν ξέρω. Όταν συνήλθα, έτσι όπως ήμουν, κατέβασα τα χεράκια μου και σιωπηλός με δάκρυα προχώρησα πάλι
με βρεγμένα τα μάτια μου.

 «Βίος και Λόγοι Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου»
Πηγή από: http://xristianos.gr/
Διαβάστε περισσότερα...

ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΑΟΡΑΤΩΝ ΑΣΚΗΤΩΝ

15 Ένας προσκυνητής ανερχόμενος τον ανηφορικό δρόμο από την παραλία προς την Μικρή Αγιάννα, συνάντησε τούτους τους Αγίους περιπλανηθείς στο δάσος και θέλησε να τους ακολουθήσει, αλλά εκείνοι του είπαν ότι «Εσύ αδελφέ προορίζεσαι για την Σκήτη του Ξενοφώντος» και του έδειξαν τον δρόμο για να πάει στον πνευματικό Παπα - Σάββα να του πει εκείνος τι θα κάνει.
Ο προσκυνητής, αφού απομακρύνθηκε λίγο από τους Αγίους αυτούς μετανόησε, ότι άφησε και έφυγαν τέτοιοι άγιοι. Γύρισε πίσω και για πολλή ώρα τους αναζητούσε, αλλά δεν τους βρήκε πουθενά. Τότε πήγε στον Παπα - Σάββα και του ανέφερε την υπόθεση. Ο Παπα - Σάββας του είπε:

«Εσύ παιδί μου δεν είσαι για να τους ακολουθήσεις, αλλά θα είχες καμία αμφιβολία, αν υπάρχουν τέτοιοι άγιοι σήμερα στο Άγιον Όρος και για τούτο ο Θεός σου τους φανέρωσε, εσύ θα εγκαταβιώσεις στην Σκήτη του Ξενοφώντος» . Και πράγματι τούτο έγινε, διότι ο αδελφός αυτός έγινε στην Σκήτη του Ξενοφώντος Μοναχός.

Το γεγονός αυτό διηγήθηκε ο πνευματικός Παπα - Ακάκιος από την Καψάλα, άνθρωπος πολύ ενάρετος και φιλαλήθης, ο οποίος και τον άνθρωπο που είδε τους αγίους αυτούς γνώρισε, και ο οποίος του διηγήθηκε την υπόθεση αυτή όπως λεπτομερώς έγινε.

Τρία χρόνια άρρωστος ή τρεις μέρες στην κόλαση

Ο συνασκητής του Γέροντος Δαμάσκηνου στον Αγιοβασίλη πάτερ Ιωάννης, υποτακτικός του Γέροντος Ιωσήφ, διηγήθηκε το ακόλουθο γεγονός, που έλαβε χώρα πριν από 70 χρόνια στην Ρωσική Σκήτη του Αγίου Ανδρέου στο λεγόμενο «Σεράγιον» ως εξής:

Ένας αδελφός της Σκήτης αυτής Ρώσος Μοναχός, αρρώστησε βαριά και τον θέριζαν δριμύτατοι πόνοι και παρακαλούσε το θεό να τον θεραπεύσει, οπόταν βλέπει επάνω από το κρεβάτι του έναν Άγγελο, ο οποίος του είπε: «Πάτερ, τι προτιμάς; Θέλεις να μείνεις στο κρεβάτι που είσαι με τους πόνους αυτούς άρρωστος τρία χρόνια; Ή προτιμάς να μείνεις στην Κόλαση τρεις μέρες και να γίνεις καλά;

Ο άρρωστος του είπε: «Αφού είναι για τρεις μέρες μόνο, καλύτερα προτιμώ την Κόλαση».

Αμέσως βρέθηκε σε τόπο « αφάτου οδύνης και ανυπόφορων βασάνων», εκεί ήταν τρομερά τα κολαστήρια, διότι μετά από λίγη ώρα βλέπει πάλι τον Άγγελο, ο οποίος τον ρώτησε: «Πώς είσαι Γέροντα; είναι καλά εδώ;» Κι ο Μοναχός απεκρίθη: «Με ρωτάς πώς περνώ που αντί τρεις ημέρες πού μου είπες ότι θα μείνω στην Κόλαση και τώρα έχω τριακόσια ολόκληρα χρόνια με φριχτά και ανυπόφορα βάσανα;» Και τότε ο Άγγελος του είπε: «Αδελφέ ακόμη δεν πέρασε μισή ώρα και λες πώς έχεις τριακόσια χρόνια;»

Φανταστείτε τριακόσια χρόνια, ούτε για μισή ώρα δεν λογαριάστηκαν, οι τρεις ημέρες πόσοι αιώνες θα ήταν;

Και ο Μοναχός είπε στον Άγγελο, «γρήγορα σε παρακαλώ να με πάς στο κρεβάτι του πόνου καλύτερα εκεί να βασανίζομαι τρία χρόνια παρά εδώ στην φοβερή αυτή Κόλαση τρεις μέρες».

Τότε ο Άγγελος έκανε την επιθυμία του Μονάχου και τον επανέφερε στο κρεβάτι του, όπου έμεινε επί τρία χρόνια άρρωστος.

Επειδή μερικοί άνθρωποι είναι δυνατόν να φάνουν κάπως δύσπιστοι στο διήγημα αυτό, για τούτο κρίναμε σκόπιμο να καταχωρήσουμε στη συνέχεια επιστολή του θεσπέσιου Κυρίλλου Πατριάρχου Αλεξανδρείας, την οποίαν μετέφρασε ο Διδάσκαλος Αγάπιος ο Κρής στην απλή διάλεκτο, η οποία έχει ως έξης: «Διήγατε ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας εις μίαν επιστολή, όπου γράφει εις τον ιερόν Αυγουστίνο, και λέγει ότι τρεις άνθρωποι ανέστησαν εκ νεκρών, οίς κρίμασιν ό Θεός οίδεν, ό τα πάντα προς το ημών συμφέρον οικονόμων.

Ένα από τους οποίους επήγα καί ηύρηκα, όστις θρηνεί, απαρηγόρητα, καί ερωτών αυτόν, δεν μου απεκρίνατο τίποτε, μόνον έκλαιε. Τέλος πάντων αφού εβαρέθη την αυθάδειάν μου, διατί τον ωρκισα εις τον Θεόν, να ειπεί λόγον τινά εις ώφέλειαν των παρισταμένων, μου άπεκρίθη ούτως. Εάν ήξερες τάς τιμωρίας του Αδου δεν ήθελες δυνηθεί να κράτηση το πένθος ούτε ποσώς. 'Αλλά ποταπά κολαστήρια θαρρείς να είναι ητοιμασμένα τοις αμαρτάνουσι; Λέγω σου να είναι μεγαλύτερα από όλα αυτά ταύτα τα πρόσκαιρα. Ό δε στενάξας βαρέως είπεν.

Εάν όλας τάς θλίψεις ξεσχισμούς καί μαρτύρια, οπού μπορεί να πάθη τις εις τούτον τον κόσμον, παρομοιάσεις καί να τα συγκρίνης με τον μικρότερον καί ολιγώτερον της Κολάσεως, θέλουν σου φανεί ετούτα ηδονές καί παραμύθια. Πίστευσόν μου, ότι δεν είναι τινάς, οπού να ήθελε δοκιμάσει εκείνων των κολάσεων την δριμύτητα, να μην εχη κάλιον να παιδεύεται χωρίς άνεσιν εδώ έως το τέλος του κόσμου, με όλας τάς θλίψεις καί βάσανα όπου επάθασι όλοι οι άνθρωποι από Αδάμ έως σήμερον, παρά να κάνη μόνον μια ήμέραν εκεί εις την κόλασιν.

Ή αιτία λοιπόν των δακρύων μου είναι ετούτη, διατί επταισα του Θεού, όστις υπάρχει τοσούτον δίκαιος όπου μήτε του δαίμονος ημπορεί να κάμη παραμικράν «δικοκρισίαν. Μη θαυμάζης γούν το πώς κλαίω, αλλά μάλλον φρίττε καί θαύμαζε πώς ηξεύροντες οι άνθρωποι πώς τους εκδέχονται τοιαύται κολάσεις, ουδέν περί τούτου φροντίζουσιν ούτε μεριμνώσι να εξαλείψουν τάς αμαρτίας τους. Γίνωσκε δε καί τούτο, ότι την ώραν όπου εχοιριζεν ή ψυχή εκ του αθλίου μου σώματος επήρα τόσην οδύνην καί πόνον, όπου είναι αδύνατον να το καταλάβη τινάς ή να το πιστεύση, εάν δεν το δοκιμάση εμπράκτως».

Και μείς πού αυτήν την στιγμή τα γράφουμε δεν μας κάνουν εντύπωση τόση όση έπρεπε να μας κάνουν διότι ζούμε μακριά από το Θεό και έχουμε πάθει ψυχική πώρωση, πλην όμως αδελφοί μου είναι γεγονότα και θα μπορούσαμε εδώ να παραθέσουμε πάμπολλα πού σε αρχαίους χειρόγραφους κώδικας έχουν καταχωριστή από αρχαιοτάτων χρόνων, πού ό πανάγαθος Θεός δείχνει ορισμένα τέτοια σημεία για να μας αφυπνίσει από τον βαρύ ύπνο της αμαρτίας και να 'ρθούμε σε μετάνοια και επίγνωση για να σώσουμε την μονάκριβη και μονογεννή μας ψυχή από τα βασανιστήρια της αιωνίου Κολάσεως και να ζούμε αιώνια με το Θεό.


Πηγή από: http://www.agioritikovima.gr/
Διαβάστε περισσότερα...

TO ΚΑΝΤΗΛΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΚΑΙ Η ΧΗΡΑ ΜΕ ΤΑ ΠΕΝΤΕ ΠΑΙΔΙΑ

. Ήταν παραμονή του Ευαγγελισμού, 24 Μαρτίου του 1942, και ήμασταν στη Δράμα, στην ιδιαιτέρα μου πατρίδα.

Η ξένη κατοχή ήταν βουλγάρικη. Οι στερήσεις, οι αρρώστιες και η πείνα είχαν πάρει τρομακτικές διαστάσεις και ο θάνατος θέριζε κάθε μέρα μικρούς και μεγάλους και ιδιαιτέρως τα παιδιά.

Μεταξύ των συγγενών μου είχα και μία μακρινή θεία, χήρα με πέντε παιδιά. Τον άνδρα της τον είχαν σκοτώσει οι κατακτητές πριν από έξι μήνες στις σφαγές της 29ης Σεπτεμβρίου τού1941.

Από τρόφιμα της είχαν απομείνει ένα δάκτυλο ελαιόλαδο και μία χούφτα καλαμποκάλευρο. Εκείνο, λοιπόν, το απόγευμα σκέφθηκε ότι αύριο, του Ευαγγελισμού, είχε έστω και κάτι λίγο για τροφή στα παιδιά: εκατό δράμια αλευράκι κι ένα δάκτυλο λαδάκι.

Ξαφνικά τα μάτια της έπεσαν πάνω στο σβησμένο καντήλι, που ήταν κρεμασμένο μπροστά στο εικονοστάσι. Και τότε μπήκε στο δίλημμα:

Το λαδάκι στα νηστικά παιδιά της ή στο εικονοστάσι με την εικόνα του Ευαγγελισμού; Αποφασιστικά όμως έκαμε τον σταυρό της και είπε στην Παναγία: “Παναγία μου! Εγώ θα Σου ανάψω το καντήλι, γιατί η μέρα που ξημερώνει είναι πολύ μεγάλη για την πίστη μας, αλλά και Σύ όμως ανάλαβε να μου θρέψης τα παιδιά”. Πήρε το λιγοστό λαδάκι και μ’ αυτό άναψε το καντήλι της Παναγιάς.

Το ιλαρό του φως φώτισε το φτωχικό σπίτι και η καρδιά της γέμισε από γαλήνη. Αυτό τους συνόδευσε στη βραδινή τους προσευχή και στον ύπνο τους όλο εκείνο το αξέχαστο βράδυ.

Την άλλη μέρα, μετά τη Θεία Λειτουργία, η θεία μου άνοιξε το ντουλάπι, για να πάρει το λιγοστό αλεύρι, και έμεινε άφωνη.

Τί βλέπει; Το “λαδερό” γεμάτο λάδι μέχρι πάνω, και δύο σακούλες γεμάτες αλεύρι και μακαρόνια!…

Σταυροκοπήθηκε η γυναίκα πολλές φορές, δοξάζοντας και ευχαριστώντας τον Θεό και την Παναγία για το μεγάλο θαύμα, αλλά δεν είπε σε κανέναν τίποτα.

Για δύο χρόνια ούτε το λάδι άδειαζε από το μπουκάλι, ούτε και το αλεύρι “σώθηκε” ποτέ, παρά την καθημερινή τους χρήση για έξι στόματα, για ανταλλαγή με άλλα τρόφιμα και για κρυφή ελεημοσύνη.

Αλλά και το καντήλι παρέμεινε από τότε μέρα-νύχτα αναμμένο, μαρτυρώντας με το άσβεστο φως του τη ζωντανή πίστη αυτής της ευλογημένης γυναίκας.

Από το βιβλίο «Εμπειρίες κατά την Θεία Λειτουργία» του Πρωτοπρεσβυτέρου Στεφάνου Αναγνωστόπουλου.
 


Πηγή από: http://www.agioritikovima.gr/
Διαβάστε περισσότερα...

ΠΩΣ ΘΑ ΑΠΑΝΤΟΥΣΕ Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΐΣΙΟΣ ΣΤΟΥΣ ΥΒΡΙΣΤΕΣ ΤΟΥ

. Απόσπασμα από το βιβλίο: ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, ΛΟΓΟΙ Β΄, ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ

- Γέροντα, όταν μιλούν κατά τής Εκκλησίας ή κατά τού Μοναχισμού κ.λπ., τί πρέπει νά κάνη κανείς;


- Κατ' αρχάς, άν κάποιος μιλάει άσχημα λ.χ. γιά σένα ως άτομο, δέν πειράζει. Νά σκεφθείς:
«Τόν Χριστό, πού ήταν Χριστός, Τόν έβριζαν, καί δέν μιλούσε, εμένα πού είμαι αμαρτωλός τί μου αξίζει;».

Άν έρχονταν νά βρίσουν εμένα ως άτομο, δέν θά μέ πείραζε καθόλου. Άλλα, όταν μέ βρίζουν ως μοναχό, βρίζουν καί όλο τόν θεσμό τού Μοναχισμού, γιατί ως μοναχός δέν είμαι ανεξάρτητος, καί πρέπει νά μιλήσω. Σέ τέτοιες περιπτώσεις πρέπει κανείς νά τούς αφήσει λίγο νά ξεσπάσουν καί ύστερα νά τούς πεί δύο κουβέντες.


Κάποτε στό λεωφορείο μία γυναίκα έβριζε τούς παπάδες. Τήν άφησα νά ξεσπάσει καί, όταν σταμάτησε, τής είπα:
«Έχουμε απαιτήσεις από τούς παπάδες, άλλα καί αυτούς δέν τούς έρριξε ο Θεός μέ τά αλεξίπτωτα.

Είναι άνθρωποι καί έχουν ανθρώπινες αδυναμίες. Μπορείς όμως νά μού πείς, μία μητέρα σάν εσένα βαμμένη, μέ κάτι νύχια σάν τό γεράκι, τί παιδί θά γέννηση καί πώς θά τό αναθρέψει; Καί παπάς καί καλόγερος νά γίνει, πώς θά είναι;».


Θυμάμαι, μία άλλη φορά, όταν ταξίδευα μέ τό λεωφορείο από τήν Αθήνα γιά τά Γιάννενα, ήταν ένας πού δέν σταμάτησε σέ όλο τόν δρόμο νά κατηγορεί έναν μητροπολίτη πού είχε δημιουργήσει τότε κάτι προβλήματα. Τ
ού είπα κάνα-δυό κουβέντες καί μετά έκανα ευχή.

Εκείνος συνέχιζε. Όταν φθάσαμε στά Γιάννενα καί κατεβήκαμε, τόν πήρα λίγο παράμερα καί τού λέω: «Μέ γνωρίζεις ποιός είμαι;».
«Όχι», μού λέει. «Πώς τότε κάθεσαι καί λές τέτοια πράγματα; Εγώ μπορεί νά είμαι πολύ χειρότερος από τόν τάδε πού βρίζεις, μπορεί όμως νά είμαι καί ένας άγιος.

Πώς κάθεσαι εσύ καί λές μπροστά μου πράγματα πού δέν μπορώ νά φανταστώ ότι τά κάνουν ούτε καί οι κοσμικοί άνθρωποι; Κοίταξε νά διορθωθείς, γιατί θά φάς σκαμπίλι δυνατό από τόν Θεό - γιά τό καλό σου φυσικά».
Τόν είδα μετά, άρχισε νά τρέμει. Άλλα καί οι άλλοι κατάλαβαν, όπως είδα από μία αναταραχή πού δημιουργήθηκε. 
 
Πηγή από: http://www.agioritikovima.gr/
Διαβάστε περισσότερα...

Παρακλητικός Κανών Αγίας Ακυλίνας Ζαγκλιβερίου

ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΩΝ ΑΓΙΑΣ ΑΚΥΛΙΝΑΣ ΖΑΓΚΛΙΒΕΡΙΟΥ

Ὁ Ἱερεύς ἄρχεται τῆς Παρακλήσεως μέ τήν δοξολογικήν ἐκφώνησιν:
Εὐλογητός ὁ Θεός ἡμῶν, πάντοτε, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ὁ χορός: Ἀμήν.
Ἤ μή ὑπάρχοντος Ἱερέως, ἡμεῖς τό:
Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς, Ἀμήν.

Ψαλμός ρμβ’ (142).
Κύριε εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τήν δέησίν μου ἐν τῇ ἀληθείᾳ Σου, εἰσάκουσον μου ἐν τῇ δικαιοσύνῃ Σου καί μή εἰσέλθης εἰς κρίσιν μετά τοῦ δούλου Σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν Σου, πᾶς ζῶν. Ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρός τήν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τήν ζωήν μου. Ἐκάθισέ με ἐν σκοτεινοῖς, ὡς νεκρούς αἰῶνος καί ἠκηδιάσεν ἐπ’ ἐμέ τό πνεῦμα μου, ἐν ἐμοί ἐταράχθη ἡ καρδία μου. Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις Σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν Σου ἐμελέτων. Διεπέτασα πρός Σέ τάς χείρας μου, ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρός Σοι. Ταχύ εἰσακουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τό πνεῦμα μου. Μή ἀποστρέψης τό πρόσωπόν Σου ἀπ’ ἐμοῦ καί ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. Ἀκουστόν ποίησόν μου τό πρωΐ τό ἔλεός Σου, ὅτι ἐπί Σοί ἤλπισα. Γνώρισόν μοι, Κύριε, ὁδόν ἐν ἧ πορεύσομαι, ὅτι πρός Σέ ἦρα τήν ψυχήν μου. Ἐξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, πρός Σέ κατέφυγον, δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τό θέλημά Σου, ὅτι Σύ εἶ ὁ Θεός μου. Τό Πνεῦμα Σου τό ἀγαθόν ὁδηγήσει με ἐν γῇ εὐθείᾳ, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός Σου, Κύριε, ζήσεις με. Ἐν τῇ δικαιοσύνῃ Σου ἐξάξεις ἐκ θλίψεως τήν ψυχήν μου καί ἐν τῷ ἐλέει Σου ἐξολοθρεύσεις τούς ἐχθρούς μου. Καί ἀπολεῖς πάντας τούς θλίβοντας τήν ψυχήν μου, ὅτι ἐγώ δοῦλος Σου εἰμί.

Καί εὐθύς ψάλλεται τετράκις ἐξ’ ὑπαμοιβῆς, μετά τῶν οἰκείων στίχων:
Θεός Κύριος καί ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχ. α’. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ καί ἐπικαλεῖσθε τό ὄνομα τό Ἅγιον Αὐτοῦ.
Θεός Κύριος καί ἐπέφανεν ἡμῖν…
Στίχ. β’. Πάντα τά ἔθνη ἐκύκλωσάν με καί τό ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς.
Θεός Κύριος καί ἐπέφανεν ἡμῖν…
Στίχ. γ’. Παρά Κυρίου ἐγένετο αὕτη καί ἔστι θαυμαστή ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν.Θεός Κύριος καί ἐπέφανεν ἡμῖν…

Εἶτα τὸ τροπάριον. Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς ἀθληφόρος εὐκλεὴς τοῦ Σωτῆρος, Παρθενομάρτυς Ἀκυλίνα θεόφρον, τοὺς προσιόντας πίστει τῇ πρεσβείᾳ σου, σκέπε καὶ διάσωζε, ἀπὸ πάσης ἀνάγκης, ἴασιν καὶ λύτρωσιν, αἰτουμένη θεόθεν, καὶ τῶν πταισμάτων λύσιν παρασχεῖν, τοῖς τὴν ἁγίαν σου, μέλπουσιν ἄθλησιν.
Δόξα. Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.
Οὐ σιωπήσομέν ποτε Θεοτόκε, τὰς δυναστείας Σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι, εἰμὴ γὰρ Σὺ προΐστασο πρεσβεύουσα, τίς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων; Τίς δὲ διεφύλαξεν, ἕως νῦν ἐλευθέρους; Οὐκ ἀποστῶμέν Δέσποινα ἐκ Σοῦ, Σοὺς γὰρ δούλους σώζεις ἀεί, ἐκ παντοίων δεινῶν.

Ψαλμός ν’ (50).
Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός Σου καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν Σου, ἐξάλειψον τό ἀνόμημά μου. Ἐπί πλεῖον πλῦνόν με ἀπό τῆς ἀνομίας μου καί ἀπό τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με. Ὅτι τήν ἀνομίαν μου ἐγώ γινώσκω καί ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστι διά παντός. Σοί μόνῳ ἥμαρτον καί τό πονηρόν ἐνώπιόν Σου ἐποίησα, ὅπως ἄν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις Σου καί νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί Σε. Ἰδοῦ γάρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην καί ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου. Ἰδοῦ γάρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, τά ἄδηλα καί τά κρύφια τῆς σοφίας Σου ἐδήλωσάς μοι. Ῥαντιεῖς μέ ὑσσώπῳ καί καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς με καί ὑπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ἀκουτιεῖς μοι ἀγαλλίασιν καί εὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. Ἀπόστρεψον τό πρόσωπόν Σου ἀπό τῶν ἁμαρτιῶν μου καί πάσας τάς ἀνομίας μου ἐξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί ὁ Θεός καί πνεῦμα εὐθές ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου. Μή ἀπορρίψῃς με ἀπό τοῦ προσώπου Σου καί τό Πνεῦμα Σου τό Ἅγιον μή ἀντανέλῃς ἀπ’ ἐμοῦ. Ἀπόδος μοι τήν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου Σου καί πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με. Διδάξω ἀνόμους τάς ὁδούς Σου καί ἀσεβεῖς ἐπί σέ ἐπιστρέψουσιν. Ῥῦσαι με ἐξ αἱμάτων ὁ Θεός, ὁ Θεός τῆς σωτηρίας μου, ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσα μου τήν δικαιοσύνην Σου. Κύριε, τά χείλη μου ἀνοίξεις καί τό στόμα μου ἀναγγελεῖ τήν αἴνεσίν Σου. Ὅτι, εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἄν, ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις. Θυσίᾳ τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ὁ Θεός οὐκ ἐξουδενώσει. Ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ Σου τήν Σιών καί οἰκοδομηθήτω τά τείχη Ἱερουσαλήμ. Τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφοράν καί ὁλοκαυτώματα. Τότε ἀνοίσουσιν ἐπί τό θυσιαστήριόν Σου μόσχους.

Εἶτα, ὁ Κανὼν τῆς Ἁγίας, οὗ ἡ ἀκροστιχίς: Δίδου ἡμῖν βοήθειαν Μάρτυς. Γερασίμου.
Ωδὴ α΄. Ἦχος πλ. δ΄. Ὑγρὰν διοδεύσας.
Δυνάμει ἀθλήσασα θεϊκῇ, σεμνὴ Ακυλίνα, τῆς ψυχῆς μου τὸ ἀσθενές, δυνάμωσον θείαις σου πρεσβείαις, ἵνα ῥυσθῶ τῆς ἀπάτης τοῦ ὄφεως.
Ἱλέωσαι Μάρτυς ταῖς σαῖς λιταῖς, Χριστὸν τὸν Σωτῆρα, τοῖς προστρέχουσιν εὐλαβῶς, τῇ σῇ Ἀκυλίνα προστασίᾳ, καὶ χαλεπῶν πειρασμῶν ἡμᾶς λύτρωσαι.

Διάρασα Μάρτυς ὑπερ ἡμῶν, τὰς θείας σου χείρας, καθικέτευε ἐκτενῶς, σεμνὴ Ἀκυλίνα τὸν Σωτῆρα, ὡς ἂν δεινῶν λυτρωθείημεν θλίψεων.
Θεοτοκίον.
Ὁλόφωτον σκήνωμα τοῦ Θεοῦ, Κεχαριτωμένη, παντευλόγητε Μαριάμ, φωτὶ τῆς θερμῆς ἐπισκοπῆς Σου, τὴν τῶν παθῶν ἡμῶν νύκτα διάλυσον.

Ωδὴ γ΄. Οὐρανίας ἀψίδος.
Ὑποστᾶσα ἀνδρείως, τοὺς ῥαβδισμοὺς πάνσεμνε, πᾶσαν ἀποῤῥάπισον βλάβην, καὶ πᾶσαν ἔφοδον, τοῦ πολεμήτορος, τὴν καθ’ ἡμῶν κινουμένην, Ἀκυλίνα ἔνδοξε, ταῖς ἱκεσίαις σου.

Ἡ θερμή σου πρεσβεία, πρὸς τὸν Χριστὸν γένοιτο, τεῖχος ἀσφαλείας παρθένε, καὶ ἱλαστήριον, καὶ σκέπη ἄμαχος, τῇ σὲ τιμώσῃ πατρίδι, Ἀκυλίνα πάνσεμνε, νύμφη τοῦ Κτίσαντος.

Μαρτυρίου τοὺς ἄθλους, περιφανῶς ἤνυσας, ὅθεν πρὸς ὁδὸν μαρτυρίων, τοὺς σὲ δοξάσαντος, ἡμᾶς ὁδήγησον, ἵνα ζωὴν εἰρηναίαν, Ἀκυλίνα ζήσωμεν, φόβῳ τῷ κρείττονι.
Θεοτοκίον.
Ἰησοῦν τὸν Σωτῆρα, καὶ Ποιητὴν τέτοκας, Ὃν ἡ εὐκλεὴς Ἀκυλίνα, ὁμολογήσασα, Παρθένε Δέσποινα, θεοπρεπῶς ἐδοξάσθη, αἶνον θεῖον ᾄδουσα, τοῖς μεγαλείοις Σου.

Διάσωσον, Παρθενομάρτυς πανεύφημε Ἀκυλίνα, τῶν ἐν βίῳ ἐπιφορῶν καὶ κακώσεων, τοὺς ἐκζητοῦντας τὴν θείαν σου προστασίαν.
Ἐπίβλεψον, ἐν εὐμενείᾳ πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν, καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.

Κάθισμα. Ἦχος β΄. Πρεσβεία θερμή.
Πρεσβείᾳ τῇ σῇ, προστρέχοντες ῥυσθείημεν, ἐκ πάσης ἀργῆς, καὶ βλάβης τοῦ ἀλάστορος, καὶ νόσων τε καὶ θλίψεων, Ἀκυλίνα Μαρτύρων ὡράϊσμα, σὲ γὰρ μεσῖτιν θερμὴν πρὸς Χριστόν, ἀεὶ οἱ τιμῶντές σε κεκτήμεθα.

Ωδὴ δ΄. Εἰσακήκοα Κύριε.
Νοσημάτων καὶ θλίψεων, καὶ πολυειδῶν σκανδάλων τοῦ ὄφεως, ἀνωτέρους διαφύλαττε, τοὺς σὲ Ἀκυλίνα μακαρίζοντας.
Βοηθὸς ἔσο πάντοτε, Μάρτυς ἐν κινδύνοις καὶ περιστάσεσιν, Ἀκυλίνα τῇ πατρίδι σου, τῇ ἐγκαυχωμένῃ τῇ ἀθλήσει σου.

Ὁδυνώμενοι πάθεσι, τῇ σῇ Ἀκυλίνα σκέπῃ προστρέχομεν, ἵνα λάβωμεν τὴν ἴασιν, καὶ τῶν ὀδυνῶν τὴν ἀπολύτρωσιν.
Θεοτοκίον.
Ἡλιόμορφε Δέσποινα, τῶν ἐσκοτισμένον με πλημμελήμασι, καὶ ἐννοίαις τοῦ ἀλάστορος, τῷ φωτὶ τῆς δόξης Σου καταύγασον.

Ωδὴ ε΄. Φώτισον ἡμᾶς.
Θραῦσον τὴν ἰσχήν, τοῦ δολίου πολεμήτορος, τοῦ δεινῶς ὡρυομένου καθ’ ἡμῶν, Ἀκυλίνα Νεομάρτυς καλλιπάρθενε.

Ἔχουσα πολλήν, παῤῥησίαν τῷ Νυμφίῳ σου, καθικέτευε ἀεὶ ὑπὲρ ἡμῶν, Ἀκυλίνα τῶν ζητούντων τὴν πρεσβείαν σου.

Ἴδε συμπαθῶς, Ἀκυλίνα τὴν πατρίδα σου, τὴν τιμῶσάν σου τοὺς ἄθλως εὐλαβῶς, καὶ παράσχου ταύτῃ ἄνωθεν τὴν χάριν σου.
Θεοτοκίον.
Ἄχραντε ἁγνή, τὴν χρανθεῖσάν μου διάνοιαν, πονηραῖς τοῦ δυσμενοῦς ἐπιβουλαῖς, ἀποκάθαρον τοῖς ῥείθροις τοῦ ἐλέους Σου.

Ωδὴ στ΄. Τὴν δέησιν.
Νεκρώσασα, τῇ στεῤῥᾷ σου ἐνστάσει, τὸν πολύμορφον ἐχθρὸν Ἀκυλίνα, τὴν καθ’ ἡμῶν ὀλεθρίαν μανίαν, τούτου εἰς τέλος σεμνὴ ἀπενέκρωσον, καὶ καθοδήγησον ἡμᾶς, πρὸς λιμένας τοῦ θείου θελήματος.

Μεγίστην, τὸ Ζαγκλιβέριον Μάρτυς, ἐκδεχόμενον ἀεὶ προστασίαν, ἐκ τῆς θερμῆς σου προστασίας προστρέχει, ὑπὸ τὴν σκέπην σου κράζων ἑκάστοτε· σύ μου εἶ δόξα καὶ χαρά, Ἀκυλίνα καὶ θεία ἀντίληψις.

Ἁπάσης, ἐπιφορᾶς καὶ ἀνάγκης, καὶ στενώσεων καὶ πόνων καὶ νόσων, τῇ σῇ θερμῇ πρὸς Χριστὸν ἱκεσίᾳ, ῥύου ἡμᾶς Ἀκυλίνα δεόμεθα, καὶ δίδου πάντοτε ἡμῖν, εἰρηναίαν ἐν πᾶσι κατάστασιν.
Θεοτοκίον.
Ῥοαῖς Σου, τῶν οἰκτιρμῶν Θεοτόκε, καταδρόσισον δεινῶς ξηρανθεῖσαν, τὴν ταπεινήν μου ψυχὴν ἐπηρείᾳ, τοῦ τὴν ἀπάτην τῷ κόσμῳ τεκτήναντος, καὶ δίδου μου καθαρτικόν, μετανοίας ἀείρυτον δάκρυον.




Διάσωσον, Παρθενομάρτυς πανεύφημε Ἀκυλίνα, τῶν ἐν βίῳ ἐπιφορῶν καὶ κακώσεων, τοὺς ἐκζητοῦντας τὴν θείαν σου προστασίαν.
Ἄχραντε, ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύτως, ἐπ’ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα δυσώπησον, ὡς ἔχουσα μητρικὴν παῤῥησίαν.

Κοντάκιον. Ἦχος β΄. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Μαρτυρικῶς ἀριστεύσα πάνσεμνε, τῆς τῶν Μαρτύρων εὐκλείας ἠξίωσαι, μεθ’ ὧν Ἀκυλίνα ἱκέτευε, τὸν σὸν Νυμφίον Χριστὸν καλλιπάρθενε, διδόναι ἡμῖν θεῖον ἔλεος.

Προκείμενον: Ὑπομένων ὑπέμεινα τὸν Κύριον, καὶ προσέσχε μοι καὶ εἰσήκουσε τῆς φωνῆς τῆς δεήσεώς μου.
Στ.: Καὶ ἔστησεν ἐπὶ πέτραν τοὺς πόδας μου, καὶ κατεύθυνε τὰ διαβήματά μου.

Εὐαγγέλιον κατὰ Ματθαῖον.
Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· Ὡμοιώθη ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν δέκα παρθένοις, αἵτινες λαβοῦσαι τὰς λαμπάδας αὐτῶν, ἐξῆλθον εἰς ἀπάντησιν τοῦ νυμφίου. Πέντε δὲ ἦσαν ἐξ αὐτῶν φρόνιμοι, καὶ αἱ πέντε μωραί· αἵτινες μωραί, λαβοῦσαι τὰς λαμπάδας ἑαυτῶν, οὐκ ἔλαβον, μεθ’ ἑαυτῶν ἔλαιον. Αἱ δὲ φρόνιμοι, ἔλαβον ἔλαιον ἐν τοῖς ἀγγείοις μετὰ τῶν λαμπάδων αὐτῶν. Χρονίζοντος δὲ τοῦ νυμφίου, ἐνύσταξαν πάσαι, καὶ ἐκάθευδον. Μέσης δὲ τῆς νυκτός, κραυγὴ γέγονεν· Ἰδοὺ ὁ νυμφίος ἔρχεται, ἐξέρχεσθε εἰς ἀπάντησιν αὐτοῦ. Τότε ἠγέρθησαν πᾶσαι αἱ παρθένοι ἐκεῖναι, καὶ ἐκόσμησαν τὰς λαμπάδας αὐτῶν. Αἱ δὲ μωραί, ταῖς φρονίμοις εἶπον· Δότε ἡμῖν ἐκ τοῦ ἐλαίου ὑμῶν, ὅτι αἱ λαμπάδες ἡμῶν σβέννυνται. Ἀπεκρίθησαν δὲ αἱ φρόνιμοι, λέγουσα· Μήποτε οὐκ ἀρκέση ἡμῖν καὶ ὑμῖν, πορεύεσθε δὲ μᾶλλον πρὸς τοὺς πωλοῦντας καὶ ἀγοράσατε ἑαυταῖς. Ἀπερχομένων δὲ αὐτῶν ἀγοράσαι, ἦλθεν ὁ νυμφίος, καὶ αἰ ἕτοιμοι, εἰσῆλθον μετ’ αὐτοῦ εἰς τοὺς γάμους, καὶ ἐκλείσθη ἡ θύρα. Ὕστερον δὲ ἔρχονται καὶ αἱ λοιπαὶ παρθένοι λέγουσαι· Κύριε, Κύριε, ἄνοιξον ἡμῖν. Ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· Ἀμὴν λέγων υμῖν, οὐκ οἶδα ὑμᾶς. Γρηγορεῖτε οὖν, ὅτι οὐκ οἴδατε τὴν ἡμέραν, οὐδὲ τὴν ὥραν, ἐν ᾗ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται.
Δόξα: Ταῖς τῆς Ἀθληφόρου...

Καὶ νῦν: Ταῖς τῆς Θεοτόκου...

Στ.: Ἐλεῆμον, ἐλέησόν με ὁ Θεός..




Προσόμοιον.

Ἦχος πλ. β΄. Ὅλην ἀποθέμενοι.

Ἄνθος εὐωδέστατον, νεοθαλὲς καὶ ὡραῖον, ἐν ὑστέροις ἔτεσιν, ὤφθης ἐναθλήσασα θείῳ ἔρωτι, ὅθεν νῦν σκέδασον, θείᾳ εὐωδίᾳ, καὶ ὀσμῇ Ἁγίου Πνεύματος, πάθη ἀκάθαρτα, καὶ δυσώδεις νόσους δεόμεθα, ὑγείαν τε καὶ ἴασιν, ταῖς ψυχαῖς ὁμοῦ καὶ τοῖς σώμασιν, ἡμῶν χορηγοῦσα, καὶ βίον εὐπραγῆ καὶ εὐσταθῆ, Παρθενομάρτυς θεόληπτε, ταῖς σαῖς ἀντιλήψεσι.

Ωδὴ ζ΄. Οἱ ἐκ τῆς Ἰουδαίας.
Τὸν Νυμφίον σου Μάρτυς, δυσωποῦσα μὴ παύσῃ διδόναι ἅπασι, δεινῶν παντοίων λύσιν, χαρὰν καὶ εὐφροσύνην, καὶ πταισμάτων συγχώρησιν, τοῖς προσιοῦσι θερμῶς, τῇ θείᾳ σου πρεσβείᾳ.

Ὑπὲρ ἔννοιαν πέλει, ἡ δοθείσα σοι χάρις, θεόθεν πάνσεμνε, προφθάνεις γὰρ ταχέως, καὶ χείρα βοηθείας, ἐπορέγεις τοῖς κράζουσι· ῥῦσαι ἡμᾶς πειρασμῶν, θεόφρον Ἀκυλίνα.

Σωτηρίας σε τεῖχος, Ζαγκλιβέριον κέκτηται καλλιπάρθενε, ἐντεῦθεν ὁλοψύχως, τὴν σὴν ἐπιβοᾶται, προστασίαν θεόληπτε, ἣν δίδου τούτῳ ἀεί, ὡς Μάρτυς στεφηφόρος.
Θεοτοκίον.
Γεωργεῖν με Παρθένε, ἐν τῷ φόβῳ Κυρίου, ζωὴν τὴν κρείττονα, ἐν ἤθεσιν ἀμέμπτοις, τῇ σῇ ἐπικουρίᾳ, ἐνδυνάμωσον δέομαι, ἵνα ῥυσθῶ τῶν δεινῶν, παγίδων τοῦ βελίαρ.

Ωδὴ η΄. Τὸν Βασιλέα.
Ἔλαμψε Μάρτυς, φῶς τῷ ἁγίῳ σου τάφῳ, οὗ τῇ χάριτι διάλυσον τὴν νύκτα, τῶν ἐπικειμένων, ἡμῖν πειρατηρίων.

Ῥῶσιν παράσχου, κατὰ ψυχήν τε καὶ σῶμα, ταῖς πρεσβείαις σου θεόφρον Ἀκυλίνα, καὶ εἰρήνην θείαν, ἡμῖν τοῖς σὲ τιμῶσι.

Ἁρωματίζον, τὸ σὸν σεπτὸν ὤφθη σῶμα, ὅθεν χάριτι τῆς ἐν σοὶ εὐωδίας, εὔφρανον Ἁγία, ἡμῶν τὰς διανοίας.
Θεοτοκίον.
Σύντριψον Κόρη, τῇ κραταιᾷ Σου πρεσβείᾳ, τοῦ ἀλάστορος τὴν καθ’ ἡμῶν μανίαν, μόνη Θεοτόκε, ἡμῶν ἡ προστασία.

Ωδὴ θ΄. Κυρίως Θεοτόκον.
Ἰάτρευσον Ἁγία, τῇ σῇ μεσιτείᾳ, τοὺς τρυχωμένους πικροῖς ἀῤῥωστήμασι, καὶ εὐφροσύνην παράσχου ἡμῖν τὴν κρείττονα.
Μαρτύρων ταῖς χορείαις, νῦν συνηδομένη, σὺν τούτοις πρέσβευε, ῥύεσθαι πάντοτε, ἐκ χαλεπῶν Ἀκυλίνα ἡμᾶς συμπτώσεων.

Ὁλόφωτον παστάδα, ἤδη κατοικοῦσα, τῷ φωτισμῷ τῆς σῆς χάριτος φώτισον, ὦ Ἀκυλίνα ψυχῆς μου τὰς κόρας δέομαι.
Θεοτοκίον.
Ὑπέρφωτε λυχνία, τῆς ἀΰλου δόξης, εὐλογημένη Παρθένε πανάχραντε, τὴν σκοτισθεῖσαν ψυχήν μου λάμπρυνον δέομαι.

Μεγαλυνάρια.
Ἄξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν Σε τήν Θεοτόκον, τήν ἀειμακάριστον καί παναμώμητον καί μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Τήν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ καί ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, τήν ἀδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκοῦσαν, τήν ὄντως Θεοτόκον Σέ μεγαλύνομεν.
Χαίροις Ἀκυλίνα νύμφη Χριστοῦ, ἡ χρόνοις ὑστέροις, ἐναθλήσασα ἀνδρικῶς, καὶ στεφάνῳ δόξης, ἀξίως κοσμηθεῖσα, ὡς Μάρτυς καὶ παρθένος ἀξιοθαύμαστος.
Λόγοις τῆς μητρός σου ὡς πίων γῆ, σεμνὴ ἀρδευθεῖσα, ἐγεώργησας μυστικῶς, ἄθλοις μαρτυρίου, καρποὺς ἀθανασίας, θεόφρον Ἀκυλίνα, στεῤῥῶς ἀθλήσασα.
Ἤσχυνας πατρός σου τὸ ἀσεβές, καὶ τῶν παρανόμων, κατεπάτησαν τὴν ἰσχύν, τῇ σῇ ἀνενδότῳ, ἐνστάσει Ἀκυλίνα, καὶ ἤθλησας νομίμως ἐνθέῳ ἔρωτι.
Ἤνεγκας μαστίγων πεῖραν πολλῶν, καὶ ἀνδρισαμένη, ἠγωνίσω ἀθλητικῶς, ὅθεν σου τὸ σωμα, ἔπνευσεν Ἀκυλίνα, τὴν εὐωδίαν πᾶσι τὴν ὑπερκόσμιον.
Φῶς ἐν τῷ σῷ τάφῳ ἀπ’ οὐρανοῦ, κατελθὼν Ἁγία, πᾶσιν ἔδειξεν ἐμφανῶς, τὴν σὴν Ἀκυλίνα, λαμπρότητα καὶ δόξαν, δι’ ἧς παθῶν διώκεις, δεινὴν σκοτόμαιναν.
Σκέπε τῆς πατρίδος σου ὦ σεμνή, Μάρτυς Ἀκυλίνα, πάσης βλάβης τε καὶ ὀργῆς, καὶ τοῖς προσιοῦσι, τῇ θείᾳ σου πρεσβείᾳ, αἴτει πταισμάτων λύσιν, καὶ θεῖον ἔλεος.
Πᾶσαι τῶν Ἀγγέλων αἱ στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς, οἱ Ἅγιοι Πάντες μετά τῆς Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν εἰς τό σωθῆναι ἡμᾶς.

Τὸ Τρισάγιον. Τὰ συνήθη τροπάρια. Εἶτα ὁ Ἱερεύς τήν Ἐκτενῆ Δέησιν, ἡμῶν ψαλλόντων τό λιτανευτικόν Κύριε ἐλέησον. Ὑπό τοῦ Ἱερέως Ἀπόλυσις.




Καί τῶν Χριστιανῶν ἀσπαζομένων τήν Εἰκόνα καί χριομένων δι’ ἁγίου ἐλαίου, ψάλλονται τά παρόντα Τροπάρια:

Ἦχος β’. Ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου.

Πάντας, τοὺς τιμῶντας εὐλαβῶς, τὴν σὴν Ἀκυλίνα θεόφρον, ἁγίαν ἄθλησιν, καὶ τὴν χάριν βρύουσαν, εἰκόνα πάνσεμνε, προσκυνοῦντας ἐκ πίστεως, ἀβλαβεῖς συντήρει, πάσης περιστάσεως, καὶ πάσης θλίψεως, λύσιν αἰτουμένην πταισμάτων, καὶ ἀπαλλαγὴν παντὸς πόνου, τοὺς εἰλικρινῶς σὲ μακαρίζουσι.

Δέσποινα πρόσδεξαι τὰς δεήσεις τῶν δούλων Σου, καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς, ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως.
Τήν πᾶσαν ἐλπίδα μου, εἰς Σέ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξόν με ὑπό τήν σκέπην Σου.
Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς, Ἀμήν.


Πηγή από: http://xristianos.gr/
Διαβάστε περισσότερα...