![]() |
|
||||||||||||||
Ὁ
ἱερὸς Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἐπειδὴ δὲν ἔκανε διακρίσεις ἀνάμεσα στὰ
πρόσωπα στὴν ἀπόδοση τοῦ δικαίου καὶ ἔλεγχε καὶ τὴν ἴδια τὴν βασίλισσα
Εὐδοξία γιὰ τὶς παρανομίες καὶ τὶς ἀδικίες της, ἐξορίσθηκε δύο φορές,
ἀλλὰ καὶ πάλι ἀνακλήθηκε ἀπὸ τὴν ἐξορία. Ἐξορίστηκε ὅμως καὶ πάλι γιὰ
τρίτη φορά.
Ἡ
ἔκπτωση τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου ἀπὸ τὸν Πατριαρχικὸ θρόνο προκάλεσε
σχίσμα μέσα στὴν Ἐκκλησία. Ὀπαδοί του, ποὺ καλοῦνταν «Ἰωαννίτες», δὲν
ἀναγνώριζαν τὸν διάδοχό του, παρὰ τὶς ἐπίμονες συστάσεις νὰ ὑπακούσουν
στοὺς νέους ἐκκλησιαστικοὺς ἄρχοντες καὶ νὰ διαφυλάξουν τὴν ἑνότητα τῆς
Ἐκκλησίας.
Ὁ
Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ὁδηγήθηκε στὴν Κουκουσὸ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὴν
Ἀραβισσὸ καὶ ἔπειτα, στὶς 10 Ἰουνίου τοῦ ἔτους 404 μ.Χ., στὴν Πιτιούντα
τοῦ Πόντου. Ἡ πορεία του μέχρι ἐκεῖ, ἦταν ὄχι μόνο περιπετειώδης, ἀλλὰ
κυριολεκτικὰ μαρτυρική, γεμάτη ἀπὸ κακουχίες καὶ δεινοπαθήματα.
Ἐκεῖ
λοιπόν, στὴν Πιτιούντα, ὁ ἔνσαρκος Ἄγγελος κλήθηκε ἀπὸ τὸν πάντων
Δεσπότη στὶς αἰώνιες σκηνές, τὸ ἔτος 407 μ.Χ., ἐνῶ τὸ ἅγιο σκήνωμά του
ἐνταφιάσθηκε στὰ Κόμανα τοῦ Πόντου μαζὶ μὲ τὰ ἅγια λείψανα τῶν Ἁγίων
Μαρτύρων Βασιλίσκου καὶ Λουκιανοῦ, καθὼς εἶχε ἀποκαλυφθεῖ σὲ αὐτὸν ἀπὸ
αὐτοὺς τοὺς ἴδιους διὰ νυκτερινῆς ὀπτασίας, ὅταν ἀκόμη ζοῦσε.
Τὸ
σχίσμα τῶν «Ἰωαννιτῶν» ἀποκαταστάθηκε μὲ τὴν ἀνακομιδὴ τῶν ἱερῶν
λειψάνων τοῦ Ἁγίου στὴν Κωνσταντινούπολη, τὸ ἔτος 438 μ.Χ., ἐπὶ
Πατριάρχου Πρόκλου. Ἡ μεταφορὰ τῶν ἱερῶν λειψάνων ἀπὸ τὰ Κόμανα
συνοδεύτηκε ἀπὸ μία ἐπιστολὴ – διαταγὴ τοῦ αὐτοκράτορα Θεοδοσίου Β’,
υἱοῦ τοῦ Ἀρκαδίου καὶ τῆς Εὐδοξίας, ἡ ὁποία ἔγραφε:
«Ἐπιστολὴ Βασιλέως Θεοδοσίου πρὸς τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχην, Διδάσκαλο καὶ Πνευματικὸ Πατέρα Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο.
Ἐπειδή,
Πάτερ τίμιε, θεωρήσαμε τὸ σῶμά σου νεκρό, ὅπως συμβαίνει μὲ τὰ ἄλλα,
θελήσαμε ἁπλῶς νὰ τὸ πάρουμε καὶ νὰ τὸ μεταφέρουμε πρὸς ἐμᾶς. Γι’ αὐτὸ
καὶ δικαίως ἀστοχήσαμε στὸν πόθο μας.
Ἀλλὰ
σὺ τουλάχιστον, Πάτερ τιμιότατε, ποὺ δίδαξες σὲ ὅλους τὴν μετάνοια,
συγχώρησέ μας ποὺ σὲ παρακαλοῦμε καὶ σὰν παιδιὰ ποὺ ἀγαπᾶμε τοὺς πατέρες
μας ἐπίδωσέ μας τὸν ἑαυτό σου καὶ εὔφρανε μὲ τὴν παρουσία σου αὐτοὺς
ποὺ σὲ ποθοῦν».
Αὐτὴ
τὴν ἐπιστολὴ τοῦ αὐτοκράτορα τὴν πῆγαν στὸν Ἅγιο καὶ τὴν τοποθέτησαν
πάνω στὴν λάρνακά του. Τότε ὁ Ἅγιος ἔδωσε τὸν ἑαυτό του στοὺς
ἀπεσταλμένους τοῦ αὐτοκράτορα καὶ ἔτσι αὐτοὶ μετέφεραν τὴν λάρνακα ποὺ
περιεῖχε τὸ ἅγιο λείψανο στὴν Κωνσταντινούπολη, χωρὶς νὰ κοπιάσουν
καθόλου. Ἡ ὑποδοχὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ Ἁγίου ὑπῆρξε παλλαϊκή.
Σύσσωμος λαός, κλῆρος καὶ μοναχοί, μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν αὐτοκράτορα, τοὺς
αὐλικούς, τὴ σύγκλητο καὶ ὅλους τους ἄρχοντες, ὑποδέχθηκαν καὶ
προσκύνησαν μὲ σεβασμὸ τὰ λείψανά του. Μὲ πολὺ εὐλάβεια μετέφεραν ἀρχικὰ
τὴ λάρνακα στὸ ναὸ τοῦ Ἀποστόλου Θωμᾶ, στὰ Ἀμαντίου, ἔπειτα δὲ στὸ ναὸ
τῆς Ἁγίας Εἰρήνης. Ἐκεῖ ἔβαλαν τὸ ἅγιο λείψανο πάνω στὸ σύνθρονο καὶ
ἅπαντες ἐβόησαν: «Ἀπόλαβε τὸν θρόνο σου, Ἅγιε».
Στὴ συνέχεια ἡ λάρνακα τοποθετήθηκε σὲ αὐτοκρατορικὴ ἅμαξα καὶ
μεταφέρθηκε στὸ περιώνυμο ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων. Ἐκεῖ ἔβαλαν τὸ ἅγιο
λείψανο πάνω στὴν ἱερὴ καθέδρα καὶ ἔγινε τὸ θαῦμα: ὁ Ἅγιος ἐπεφώνησε
πρὸς τὸν λαὸ τὸ «Εἰρήνη πᾶσι». Ἔπειτα τὸ ἐναπέθεσαν μέσα στὸ Ἅγιο Βῆμα,
κάτω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα.
Ἡ
Σύναξη τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου ἐτελεῖτο στὸ πάνσεπτο ναὸ τῶν
Ἁγίων Ἀποστόλων. Ἱερὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου ἀφιέρωσε
διὰ χρυσοβούλλου στὴ Μονὴ Μεγίστης Λαύρας τοῦ Ἁγίου Ὄρους ὁ
αὐτοκράτορας Ἰωάννης Τσιμισκὴς (969 – 976 μ.Χ.) καὶ τεμάχιο τῆς
ἀριστερᾶς χειρὸς ὁ Ἀνδρόνικος ὁ Παλαιολόγος (1282 – 1328), διὰ
χρυσοβούλλου, τὸν Ἰούλιο τοῦ ἔτους 1284, στὴ Μονὴ Φιλοθέου του Ἁγίου
Ὅρους. Ἐπίσης, τμήματα τοῦ ἱεροῦ λειψάνου φυλάσσονται στὶς μονὲς
Βατοπαιδίου, Ἰβήρων, Ἁγίου Διονυσίου καὶ Δοχειαρίου.
Ἀπολυτίκιον Ἦχος πλ. δ’.
Ἡ
τοῦ στόματός σου καθάπερ πυρσὸς, ἐκλάμψασα χάρις τὴν οἰκουμένην
ἐφώτισεν, ἀφιλαργυρίας τῷ κόσμῳ θησαυροὺς ἐναπέθετο, τὸ ὕψος ἡμῖν τῆς
ταπεινοφροσύνης ὑπέδειξεν. Ἀλλὰ σοῖς λόγοις παιδεύων, Πάτερ, Ἰωάννη
Χρυσόστομε, πρέσβευε τῷ Λόγῳ Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Ἔτερον Ἀπολυτίκιον τῆς ἀνακομιδής. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς
πλοῦτον οὐράνιον, ἐκ τῶν Κομάνων ποτέ, τὴν θήκην μετήγαγον, τοῦ σοῦ
λειψάνου σοφέ, πρὸς πόλιν βασίλειον· ταύτης οὖν ἐκτελοῦντες, τὴν
ἀνάμνησιν πόθῳ, μέλπομεν Ἱεράρχα, τὴν δοθεῖσάν σοι χάριν, δι’ ἧς ἡμᾶς
ῥυθμίζεις, Ἰωάννη Χρυσόστομε.
Κοντάκιον. Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικός.
Εὐφράνθη
μυστικῶς, ἡ σεπτὴ Ἐκκλησία, τῇ ἀνακομιδῇ, τοῦ σεπτοῦ σου λειψάνου, καὶ
τοῦτο κατακρύψασα, ὡς χρυσίον πολύτιμον, τοῖς ὑμνοῦσί σε, ἀδιαλείπτως
παρέχει, ταῖς πρεσβείαις σου, τῶν ἰαμάτων τὴν χάριν, Ἰωάννη Χρυσόστομε.
Μεγαλυνάριον.
Ἤκεν
ἐκ Κομάνων λαμπροφανῶς, τὸ σεπτόν σου σκῆνος, ὡς ἑστία ἁγιασμοῦ, τέρπον
καὶ πλουτίζον, χαρίτων χρυσουργίᾳ, τὴν Ἐκκλησίαν πᾶσαν, Πάτερ
Χρυσόστομε.
Πηγή από: http://www.synaxarion.gr/
| |||||||||||||||
Ἡ σελίδα αὐτὴ εἶναι ἀφιερωμένη στὴν ζωὴ τῶν Ἁγίων Μαρτύρων τῆς Ἐκκλησίας μας. Γίνεται χωρίς τὸ παραμικρὸ ὄφελος, παρὰ μόνο γιὰ τὴν Πνευματικὴ ἄνοδο.
Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2013
Ἀνακομιδὴ Τιμίων Λειψάνων Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως
Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2013
Ὁ Ὅσιος Ξενοφῶν μετὰ τῆς συμβίου του Μαρίας καὶ τῶν τέκνων Ἀρκαδίου καὶ Ἰωάννου
![]() |
|
||||||||||||||
Ὁ
Ὅσιος Ξενοφῶν κατοικοῦσε στὴν Κωνσταντινούπολη κατὰ τοὺς χρόνους τῶν
αὐτοκρατόρων Ἰουστίνου Α’ (518 – 527 μ.Χ.) καὶ Ἰουστινιανοῦ (527 – 565
μ.Χ.). Ἦταν πλούσιος συγκλητικὸς καὶ διακρινόταν γιὰ τὴν βαθιὰ εὐσέβειά
του πρὸς τὸν Θεό. Εἶχε δύο παιδιά, τὸν Ἀρκάδιο καὶ τὸν Ἰωάννη. Μόλις
αὐτὰ τελείωσαν τὰ ἐγκύκλια γράμματα, τὰ ἔστειλε στὴ Βηρυττὸ τῆς
Φοινίκης, γιὰ νὰ μελετήσουν καὶ νὰ σπουδάσουν τὴ νομικὴ ἐπιστήμη. Καθ’
ὁδὸν τὸ πλοῖο μὲ τὸ ὁποῖο ταξίδευαν ναυάγησε. Διασώθηκαν ὅμως καὶ
μετέβησαν στὰ Ἱεροσόλυμα ὅπου ἔγιναν μοναχοί. Οἱ γονεῖς τους, Ξενοφῶν
καὶ Μαρία, τοὺς ἀναζήτησαν καὶ πληροφορήθηκαν ὅτι διάγουν στὴν ἔρημο
ἀσκητικὸ βίο, δόξασαν τὸν Θεὸ καὶ ἀποταξάμενοι τὸν κόσμο, ἀκολούθησαν
καὶ αὐτοὶ τὸ μοναχικὸ βίο. Ὁ Ξενοφῶν, ἡ γυναίκα του καὶ τὰ παιδιά τους
πρόκοψαν τόσο πολὺ στὴν ἀρετὴ καὶ στὴ φιλανθρωπία, ὥστε τοὺς ἀξίωσε ὁ
Θεὸς νὰ ἐπιτελοῦν καὶ θαύματα.
Ἔτσι ἡ θεία αὐτὴ οἰκογένεια ἔζησε θεοφιλῶς καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς γενεὰ εὐλογητὴ τῷ Κυρίῳ, τῆς οὐρανίου ἠξιώθησαν δόξης, ἀσκητικῶς δοξάσαντες Χριστὸν ἐπὶ τῆς γῆς, Ξενοφῶν ὁ Ὅσιος, καὶ ἡ τούτου συμβία, σὺν τοῖς ἀριστεύσασιν, ἱεροῖς αὐτῶν τέκνοις· οὓς εὐφημοῦντες εἴπωμεν φαιδρῶς· χαίροις Ὁσίων, χορεία τετράριθμε.
Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐν
αὐλαῖς ἠγρύπνησας ταῖς τοῦ Δεσπότου, τοῖς πτωχοῖς σκορπίσας σου, μάκαρ
τὸν πλοῦτον ἱλαρῶς, σὺν τῇ συζύγῳ καὶ τέκνοις σου· διὸ κληροῦσθε τὴν
θείαν ἀπόλαυσιν.
Ἕτερον Κοντάκιον. Ἦχος ὅμοιος.
Τὴν τοῦ βίου θάλασσαν διεκφυγόντες, Ξενοφῶν ὁ δίκαιος, σὺν τῇ συζύγῳ τῇ σεπτῇ, ἐν οὐρανοῖς συνευφραίνονται, μετὰ τῶν τέκνων, Χριστὸν μεγαλύνοντες.
Μεγαλυνάριον.
Ρίζα ἀγλαόκαρπος καὶ σεπτή, Ξενοφῶν ἐδείχθη, σὺν εὐνέτιδι τῇ σεμνῇ, ἔχοντες ὡς κλάδους, τὴν τῶν υἱῶν δυάδα, μεθ’ ὧν τῷ Θεῷ Λόγῳ, κατηκολούθησαν.
Πηγή από: http://www.synaxarion.gr/
| |||||||||||||||
Ἡ Ὁσία Μαργαρίτα
![]() |
|
||||||||||||||
| Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τῆς Ὁσίας. Πηγή από: http://www.synaxarion.gr/ | |||||||||||||||
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως
![]() |
|
||||||||||||||
Ὁ
Ἅγιος Γρηγόριος ἔζησε κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ βασιλέως Οὐάλεντος (364 – 378
μ.Χ.). Καταγόταν ἀπὸ τὸν Πόντο καὶ γεννήθηκε σὲ ἕνα μικρὸ χωριὸ τῆς
περιοχῆς τῆς Ναζιανζοῦ, ποὺ λεγόταν Ἀριανζός, τὸ 330 μ.Χ.
Ναζιανζηνὸς
ὀνομάσθηκε, ἐπειδὴ ἔζησε τὸν περισσότερο χρόνο τῆς ζωῆς του στὴ
Ναζιανζό, ὅπου ἦταν καὶ τὸ πατρικό του σπίτι. Ὁ πατέρας του, ὁ Ἅγιος
Γρηγόριος Ἐπίσκοπος Ναζιανζοῦ, ἦταν πρὶν γίνει Ἐπίσκοπος, ἕνας πολὺ
πλούσιος ἄρχοντας τῆς Ναζιανζοῦ. Κατεῖχε μεγάλη θέση στὸν δημόσιο βίο
καὶ ἀνῆκε σὲ μία ἰουδαῖο-ἐθνικὴ αἵρεση ποὺ λεγόταν τῶν «Ὑψισταρίων». Ἡ
μητέρα του, ἡ Ἁγία Νόννα, ἦταν Ὀρθόδοξη. Ἡ εὐσέβεια καὶ ἡ ἀρετή της
ἐπηρέασαν τὸν σύζυγό της καὶ τὸν ἔκαναν νὰ μεταστραφεῖ στὴν ἀληθινὴ
πίστη.
Οἱ
γονεῖς του, Γρηγόριος καὶ Νόννα, δὲν εἶχαν παιδιὰ καὶ ἱκέτευαν τὸν Θεὸ
νὰ χαρίσει σὲ αὐτοὺς τὴν χαρὰ τῆς τεκνοποιΐας. Καὶ πράγματι, ἡ προσευχή
τους εἰσακούσθηκε καὶ ἡ Νόννα γέννησε τὸν Ἅγιο Γρηγόριο, τὸν ὁποῖο πρὶν
ἀκόμα αὐτὸς γεννηθεῖ εἶχε ὑποσχεθεῖ ἂν τὸν ἀφιερώσει στὸν Θεό. Πολλὲς
φορὲς ὁ Ἅγιος Γρηγόριος παραβάλλει τοὺς γονεῖς του μὲ τὸν Ἀβραὰμ καὶ τὴ
Σάρρα, οἱ ὁποῖοι σὲ μεγάλη ἡλικία ἀπέκτησαν τὸν Ἰσαάκ.
Σπουδαῖες
ἦταν οἱ προσπάθειες τῶν γονέων αὐτοῦ νὰ μορφώσουν καὶ νὰ ἐμφυσήσουν
στὸν πρωτότοκο υἱό τους τὴν ἀγάπη πρὸς τὰ γράμματα καὶ τὴν χριστιανικὴ
πίστη. Ἀπὸ τὴν παιδικὴ ἡλικία ἐνέπνευσαν σὲ αὐτὸν ἔντονη καὶ βαθιὰ
θρησκευτικότητα, ὥστε αὐτὸς ἀπὸ εὐσέβεια καὶ πνευματικότητα, ὑποσχέθηκε
στὸν ἑαυτό του νὰ ζήσει μὲ ἁγνεία καὶ παρθενία.
Ὁ
Ἅγιος Γρηγόριος, χάρη στὴν δυνατότητα ποὺ εἶχε ὁ πατέρας του, ἔκανε
λαμπρὲς σπουδές. Σπούδασε σὲ ὅλα τὰ τότε μεγάλα κέντρα πολιτισμοῦ: τὴ
Ναζιανζό, τὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας, τὴν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης,
τὴν Ἀντιόχεια, τὴν Ἀλεξάνδρεια, τὴν Ἀθήνα. Ἡ Κωνσταντινούπολη δὲν εἶχε
γίνει ἀκόμη κέντρο πολιτισμοῦ καὶ ἡ Ρώμη δὲν εἶχε τότε κάτι ἀξιόλογο γιὰ
τοὺς Ἕλληνες. Στὶς πόλεις αὐτὲς μελέτησε τὶς πλουσιότερες βιβλιοθῆκες
καὶ ἄκουσε τοὺς σοφότερους διδασκάλους, μεταξὺ τῶν ὁποίων τὸν Δίδυμο τὸν
Τυφλό, ποὺ τότε διηύθυνε τὴ θεολογικὴ σχολὴ τῆς Ἀλεξάνδρειας καὶ τοὺς
φιλόσοφους Θεσπέσιο στὴν Καισάρεια καὶ Ἰμέριο καὶ Προαιρέσιο στὴν Ἀθήνα.
Γιὰ τὸν Προαιρέσιο γίνεται δεκτὸ ὅτι ἦταν Χριστιανός.
Οἱ
σπουδὲς δὲν ἔκαναν τὸν Ἅγιο νὰ ἐπαρθεῖ. Ἀντίθετα, κατάλαβε ὅλη τὴν
ματαιότητα τοῦ κόσμου καὶ τῆς σοφίας του. Ἔνιωσε, ὅτι ἡ ἀνθρώπινη γνώση
ἔχει ἀσήμαντη σημασία μπροστὰ στὴν γνώση τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἴδιος, ὁ
Ἅγιος Γρηγόριος, παραλληλίζει τὸν ἑαυτό του μὲ τὸν Σαοὺλ ποὺ ἔτρεχε
χωρὶς νὰ ξέρει. Αὐτὸ ποὺ τελικὰ βρῆκε κατὰ τὴν διάρκεια τῶν σπουδῶν του
ἦταν ἕνα «Βασίλειο». Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἀναφέρει τὸ γεγονὸς τῆς
φιλίας του μὲ τὸν Ἅγιο Βασίλειο, Ἀρχιεπίσκοπο Καισαρείας, ἦταν
μεγαλύτερο εὔρημα καὶ ἀπὸ ἕνα ὁλόκληρο βασίλειο.
Ὅταν
τελείωσε τὶς σπουδές του ὁ Ἅγιος, ἦταν ὥριμος ἄνδρας ἡλικίας 30 ἐτῶν.
Ὅμως δὲν εἶχε ἀκόμη βαπτισθεῖ. Καὶ ἀγωνιοῦσε νὰ μὴν πεθάνει, πρὶν
ἐπιστρέψει στὸν πατέρα του καὶ βαπτισθεῖ. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅταν, ἐνῶ
μετέβαινε ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια
στὴν Ἀθήνα, ἔγινε μεγάλη τρικυμία, φοβήθηκε πολὺ καὶ παρακάλεσε νὰ τὸν
ἐλεήσει ὁ Θεός, νὰ βοηθήσει νὰ μὴν πνιγεῖ, γιὰ νὰ ἀξιωθεῖ τοῦ ἐνδύματος
τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος.
Τὸ
βάπτισμα τοῦ Γρηγορίου τὸ ἐπακολούθησε συνειδητὸς πνευματικὸς ἀγώνας.
Νηστεία, προσευχή, ἀγρυπνία. Ἀγώνας γιὰ τὴν κάθαρση, τὴν πνευματικὴ
πρόοδο, τὴ θέωση. Μαζὶ μὲ τὸν ὁμόφρονα, ὁμότροπο καὶ ὁμόψυχό του Ἅγιο
Βασίλειο ἀπομονώθηκαν κάπου στὸν Πόντο καὶ παραδόθηκαν κυριολεκτικὰ στὴν
προσευχὴ καὶ τὴν ἄσκηση. Ὁ ἀγώνας τους εὐλογήθηκε ἀπὸ Ἐκεῖνον ποὺ θέλει
νὰ γινόμαστε βιαστὲς τῆς βασιλείας Του. Ἀξιώθηκαν καὶ οἱ δυὸ μεγάλων
πνευματικῶν χαρισμάτων. Μάλιστα ὁ Ἅγιος Γρηγόριος κάνει ἐπανειλημμένως
λόγο γιὰ τὶς πνευματικές του ἐμπειρίες καὶ τὰ οὐράνια χαρίσματα ποὺ ἡ
χάρη τοῦ Θεοῦ τοῦ χάρισε. Οἱ ἐμπειρίες του αὐτὲς πρέπει νὰ ἦταν πολὺ
ὑψηλές, ἀφοῦ ὁ ἴδιος παραβάλλει αὐτὰ ποὺ ἔβλεπε μὲ αὐτὰ τοῦ θεόπτου
Προφήτου Μωϋσέως καὶ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ποὺ «πορευόμενος εἰς
Δαμασκόν» εἶδε τὸν Κύριο τῆς Δόξας καὶ ἀνέβηκε μέχρι τρίτου οὐρανοῦ καὶ
εἶδε τὰ ἄρρητα ρήματα, τὴ δόξα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
Γρήγορα
κάλεσε ὁ Θεὸς τὸν Γρηγόριο στὴν διακονία Του. Τὰ τέλη τοῦ ἔτους 360
μ.Χ. ἐπιστρέφει στὴ Ναζιανζό. Ὁ Γέρων, ἔχοντας ἀνάγκη ἀπὸ βοηθὸ καὶ
συνεργάτη στὴ «νυκτομαχία», ὅπως χαρακτήριζε τὴν ἱεροσύνη, θέλησε νὰ τὸν
χειροτονήσει Πρεσβύτερο, ἐπειδὴ ἔβλεπε στὸ πρόσωπό του ὄχι μόνο τὸν
ἀφοσιωμένο υἱό, ἀλλὰ καὶ τὸν ζηλωτὴ γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ψυχῶν λειτουργὸ
τοῦ Κυρίου. Ὁ Γρηγόριος ἀρνήθηκε. Τὴν ἄρνησή του ὅμως ἔκαμψε τὸ βάρος
τοῦ διπλοῦ ἀξιώματος τοῦ Γέροντος Γρηγορίου (πατέρας κατὰ σάρκα καὶ
πνευματικὸς πατέρας), ποὺ ὁ Γρηγόριος ἤξερε μόνο νὰ εὐλαβεῖται. Ἔκανε
ὑπακοὴ στὴν ἐντολὴ τοῦ Γέροντος Ἐπισκόπου καὶ χειροτονήθηκε. Ἀμέσως μετὰ
τὴν χειροτονία του ζήτησε ἀνακούφιση στὴν μόνωση καὶ τὴν προσευχή.
Ἀποσύρθηκε λοιπὸν στὸ ἐρημητήριό του, στὴ γαλήνη τῆς νοερᾶς προσευχῆς.
Καὶ βρῆκε τὴ γαλήνη καὶ τὴν πορεία του. Καὶ ἐπέστρεψε μὲ εἰρήνη στὴν
καρδιὰ νὰ ἀναλάβει τὸ πνευματικό του ἔργο, ποὺ τὸ ἄρχισε μὲ τὸν περίφημο
θεολογικὸ λόγο περὶ τοῦ Πάσχα καὶ τὴ δικαιολόγηση τῆς φυγῆς του.
Διακονοῦσε
μὲ ἱερὸ ζῆλο στὸ πλευρὸ τοῦ πατέρα του, ὅταν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Καισαρείας
τῆς Καππαδοκίας καὶ ἔξαρχος Πόντου Βασίλειος τὸν ἐξέλεξε Ἐπίσκοπο της
μικρῆς πόλεως Σάσιμα. Σκοπὸς του ἦταν νὰ περιφρουρήσει τὴ δικαιοδοσία
τῆς τοπικῆς του Ἐκκλησίας ἀπὸ τὶς διεκδικήσεις ἐνὸς νέου Μητροπολίτη,
τοῦ Τυάνων Ἀνθίμου. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἔθλιψε ἀκόμη πιὸ πολὺ τὸν Γρηγόριο.
Ἀντέδρασε. Ἐξέφρασε τὴν πικρία του. Τελικὰ ὅμως ὑπάκουσε, ἀλλὰ δὲν πῆγε
ποτὲ στὰ Σάσιμα. Ἕνα χρονικὸ διάστημα ἔμεινε στὴ Ναζιανζό, ὡς βοηθὸς τοῦ
πατέρα του, ἐνδίδοντας στὴν παράκλησή του. Καὶ ὅταν ἐκεῖνος κοιμήθηκε,
τὸ 374 μ.Χ., ὁ Θεολόγος συνέχισε νὰ ποιμαίνει τὴν Ἐκκλησία τῶν
Ναζιανζῶν, ὡς τοποτηρητής, χωρὶς νὰ παύσει νὰ τοὺς παρακαλεῖ νὰ ἐκλέξουν
καὶ νὰ χειροτονήσουν τὸν κανονικό τους Ἐπίσκοπο. Καὶ ἐπειδὴ αὐτὸ
ἀργοῦσε, στεναχωρημένος ἐγκατέλειψε τὴν πόλη καὶ κατέφυγε στὴν Σελεύκεια
τῆς Ἰσαυρίας, ὅπου, κοντὰ στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Θέκλας, ἀναζήτησε τὴν
εἰρήνη καὶ τὴν ἡσυχία στὴν προσευχὴ καὶ ἔμεινε ἐκεῖ ἐπὶ πέντε σχεδὸν ἔτη
μελετώντας καὶ συγγράφοντας.
Τὴν
ἄνοιξη τοῦ ἔτους 379 μ.Χ. οἱ λίγοι Χριστιανοὶ τὸν κάλεσαν στὴν
Κωνσταντινούπολη νὰ ἀγωνισθεῖ γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη πίστη, ἀφοῦ στὴν Πόλη
δέσποζαν οἱ Ἀρειανοί. Ἦταν τόση ἡ διάδοση καὶ ἡ ἐπικράτησή τους, ὥστε ὁ
Ἅγιος Γρηγόριος δὲν βρῆκε οὔτε ἕνα παρεκκλήσι στὰ χέρια τῶν Ὀρθοδόξων.
Κατόπιν τούτου ἄρχισε νὰ λειτουργεῖ καὶ νὰ κηρύττει σὲ ἕνα σπίτι ποὺ ὁ
ἴδιος διαμόρφωσε σὲ ναὸ καὶ τὸ ὀνόμασε Ἁγία Ἀναστασία, δηλαδὴ τῆς
Ἀναστάσεως τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ἐκεῖ
ὁ Ἅγιος ἐξεφώνησε τὰ περίφημα θεολογικὰ κηρύγματά του. Ἡ ἐπίδρασή τους
καὶ ἰδίως τῶν πέντε Θεολογικῶν Λόγων του ἦταν τόση, ὥστε οἱ Ἀρειανοὶ
φανατικοί, πῆραν τὴν ἀπόφαση νὰ τὸν ἐξολοθρεύσουν. Τὸν ἔβρισαν. Τὸν
κακολόγησαν. Τὸν κτύπησαν. Τὸν γρονθοκόπησαν. Τὸν λιθοβόλησαν. Ἔβαλαν
μάλιστα καὶ κάποιον νὰ τὸν φονεύσει. Καὶ θὰ τὸν σκότωνε. Ἀλλὰ νικημένος
ἀπὸ τὴν ἁγιοσύνη τῆς πραότητάς του, ὁμολόγησε στὸν ἴδιο τὴν ἀλήθεια τὴν
στιγμὴ ποὺ εἶχε πάει νὰ τὸν σφάξει.
Μὲ
ὅπλο τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, τὴ μάχαιρα τοῦ πνεύματος, νικοῦσε τοὺς ἐχθροὺς
τῆς πίστεως σὰν τὸν Μωϋσῆ. Πράγματι, οἱ Ἀρειανοὶ ὅλο καὶ λιγόστευαν. Ὁ
Ἅγιος Θεοδόσιος, εὐχαριστημένος ἀπὸ τὸ ἔργο τοῦ Γρηγορίου, τὸν κατέστησε
τὸ ἔτος 380 μ.Χ. Πατριάρχη καὶ τὸν ἐνθρόνισε στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων
Ἀποστόλων Κωνσταντινουπόλεως. Ὅμως οἱ Ὀρθόδοξοι Ἐπίσκοποι δὲν εἶχαν ὅλοι
τὴν ὀρθὴ κρίση. Μερικοὶ μεθυσμένοι ἀπὸ φθόνο κάκιζαν τὸν Ἅγιο, διότι
δὲν πίεζε τὸν βασιλέα νὰ ἀφαιρέσει τὶς ἐκκλησίες ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς καὶ
νὰ τοὺς ἀπαγορεύσει νὰ τελοῦν τὴν λατρεία τους. Σὲ ἀπάντηση ὁ Ἅγιος
Γρηγόριος τόνιζε, ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν ἔχει ἀνάγκη τὶς λόγχες τοῦ Καίσαρος
καὶ ὅτι τοῦ εἶναι ἀρκετὴ σὰν ὅπλο ἡ ἀλήθεια. Καὶ πράγματι, ἡ ἀλήθεια
νίκησε.
Τὸ
ἔτος 381 μ.Χ. συνῆλθε ἡ Β’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. Πρόεδρος ἦταν ὁ Ἅγιος
Μελέτιος Ἀντιοχείας. Αὐτὴ ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ὁλοκλήρωσε τὸ ἔργο τῆς
Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Καταδίκασε τοὺς Ἀρειανοὺς καὶ τοὺς
Πνευματομάχους – Εὐνομιανοὺς καὶ συμπλήρωσε τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως. Τὸ
διαμόρφωσε στὴν σημερινή του μορφή. Ἔτσι ἔλαμψε ἡ δόξα τῆς Ἁγίας
Τριάδος, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀκόμη, ἡ
Σύνοδος καταδίκασε τὸν Ἀπολλιναρισμό, ποὺ διαιροῦσε τὸν ἄνθρωπο σὲ τρία
μέρη (σῶμα, ψυχὴ καὶ νοῦ) καὶ δίδασκε ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν ἔχει λάβει
ἀνθρώπινο πνεῦμα, παρουσιάζοντας τὸν Χριστὸ ἀτελὴ καὶ ὄχι τέλειο
ἄνθρωπο. Ἔτσι ὅμως κατέστρεφε τὸ σωτηριολογικὸ ἔργο τοῦ Κυρίου καὶ τὴν
ἀνθρωπότητά Του, διότι καθετὶ ποὺ δὲν προσλαμβάνεται ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ
μένει ἀθεράπευτο καὶ ἀνίατο. Τρίτον, ἡ Β’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος καταδίκασε
τὸν ἀπόλυτο προορισμό, τὸν ὁποῖο δίδαξαν ἀργότερα ὁ Καλβίνος, ὁ
Αὐγουστίνος καὶ ὁ Λούθηρος καὶ ὅλος ὁ Προτεσταντισμός. Τέλος ἀναγνώρισε
τὸν Ἅγιο Γρηγόριο ὡς κανονικὸ Ἀρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως.
Ὁ
Πρόεδρος τῆς Συνόδου, Ἅγιος Μελέτιος, κοιμήθηκε ἐνῶ διαρκοῦσε ἡ
Σύνοδος. Ἡ Σύνοδος τὸν τίμησε ὡς Ἀπόστολο. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἐξεφώνησε
τότε λαμπρὸ ἐπικήδειο, λόγο ποὺ ἄρχιζε μὲ τὰ λόγια: «ηὔξησεν ἡμῖν τὸν
ἀριθμὸν τῶν Ἀποστόλων». Διάδοχός του στὴν προεδρία τῆς Συνόδου ἔγινε ὁ
Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ λίγο τὸ κλίμα ἄλλαξε.
Ἔφθασε στὴν Κωνσταντινούπολη γιὰ νὰ συμμετάσχει στὴν Σύνοδο, ὁ Πέτρος ὁ
Β’, ὁ Πατριάρχης Ἀλεξάνδρειας, μὲ τοὺς Αἰγυπτίους καὶ Μακεδόνες
Ἐπισκόπους. Αὐτοὶ ἤδη εἶχαν πάρει θέση ἐχθρικὴ ἔναντι τοῦ Ἁγίου
Γρηγορίου. Δὲν τὸν ἀναγνώριζαν σὰν κανονικὸ Ἀρχιεπίσκοπο, ἐπειδὴ τάχα
εἶχε μετατεθεῖ ἀπὸ τὰ Σάσιμα. Καὶ εἶχαν ἐντελῶς ἀντικανονικὰ καὶ
παράνομα χειροτονήσει Πατριάρχη τὸν Μάξιμο τὸν Κυνικό, ποὺ ἦταν μὲν
Ὀρθόδοξος ἀλλὰ ἔμεινε στὴν ἱστορία σὰν ἕνα αἰνιγματικὸ πρόσωπο. Ὁ Πέτρος
ἔθεσε στὴν Σύνοδο τὸ θέμα τῆς κανονικότητας. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, ἐνῶ
εἶχε τὴν δύναμη νὰ συντρίψει κάθε ἀντίσταση, διότι παράλληλα πρὸς τὴν
ὑποστήριξη τῶν Ἐπισκόπων εἶχε καὶ τὴν συμπαράσταση τοῦ αὐτοκράτορα,
ἀηδίασε καὶ παραιτήθηκε μὲ τοῦτα τὰ λόγια: «Δὲν εἶμαι σεμνότερος τοῦ
Προφήτη Ἰωνᾶ. Ἂν ἐγὼ εἶμαι αἰτία ταραχῆς στὴν Ἐκκλησία, ρίχνω τὸν ἑαυτό
μου στὴ θάλασσα». Εὐθὺς μετὰ τὴν παραίτησή του λειτούργησε στὸν
καθεδρικὸ ναὸ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, γιὰ νὰ ἀποχαιρετίσει τὸ ποίμνιό
του. Καὶ ἔφυγε χωρὶς νὰ περιμένει νὰ λήξουν οἱ ἐργασίες τῆς Συνόδου.
Ἐπέστρεψε στὴ Ναζιανζὸ καὶ γιὰ λίγο ἔμεινε ἀπομονωμένος ἐκεῖ γιὰ νὰ
γαληνεύσει.
Ὁ
Ἅγιος, σὲ κείμενά του, διεκτραγωδεῖ τὴν ἐκκλησιαστικὴ κατάσταση, ὅταν
ἐπιχειρεῖ νὰ κάνει σύγκριση τῶν ὅσων συμβαίνουν ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας μὲ
τὰ ὅσα συμβαίνουν ἐκτὸς αὐτῆς. Ἔτσι λέγει, πρέπει νὰ ὀδύρεται κανείς,
ὅταν διαπιστώνει τὴν ὕπαρξη ἑνότητας στοὺς κοσμικοὺς ὀργανισμούς, στὶς
πόλεις, στοὺς οἴκους, στὸ στράτευμα καὶ ὅμως νὰ ἀπουσιάζει ἀπὸ τὸν κατ’
ἐξοχὴν κήρυκα καὶ θεματοφύλακα τῆς εἰρήνης, τὴν Ἐκκλησία καὶ τοὺς
πιστούς της.
Βεβαίως
ἡ ἀποχώρησή του δὲν σήμαινε ὅτι θὰ ἔπαυε νὰ ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴν
ἐπίτευξη ἑνότητας καὶ γιὰ τὴν ἐπικράτηση τῆς εἰρήνης στὴν Ἐκκλησία, γιὰ
τὰ δύο αὐτὰ ὑπέρτατα ἀγαθά.
Τὸ
ἔτος 383 μ.Χ. ἡ ὑγεία του ὑπέστη σοβαρὸ κλονισμό. Πρότεινε ὡς Ἐπίσκοπο
τὸν Πρεσβύτερο Εὐλάλιο καὶ ἀποσύρθηκε ὁριστικὰ στὴν ἡσυχία τῆς Ἀριανζοῦ,
ὅπου καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 390 μ.Χ. Ἡ Σύναξη τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου
ἐτελεῖτο στὴν ἁγιότατη Μεγάλη Ἐκκλησία καὶ στὸ μαρτυρικὸ ναὸ τῆς Ἁγίας
Ἀναστασίας, ἡ ὁποία βρίσκεται στὴν εἴσοδο τῆς τοποθεσίας ποὺ ὀνομάζεται
Δομνίνου, καθὼς ἐπίσης καὶ στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὅπου ὁ
φιλόχριστος βασιλέας Κωνσταντῖνος ὁ Πορφυρογέννητος ἐναπέθεσε τὸ ἱερὸ
λείψανο τοῦ Ἁγίου, ὅταν τὸ μετέφερε ἀπὸ τὴ Ναζιανζὸ τῆς Καππαδοκίας στὴν
Κωνσταντινούπολη. Κατὰ τὴν δεύτερη μέρα τοῦ Πάσχα οἱ αὐτοκράτορες
μετέβαιναν, γιὰ νὰ ἐκκλησιασθοῦν, στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ
εὔχονταν ἐνώπιον τοῦ ἱεροῦ λειψάνου τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου.
Τὰ ἔργα τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου εἶναι σχετικῶς λίγα. Δὲν ἔχουν τὴν ἔκταση τῶν ἔργων ἄλλων Πατέρων. Παρὰ ταῦτα ἔχουν βάθος καὶ δύναμη περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλου. Τὰ ἔργα του ὑπῆρξαν πάντοτε ἡ μεγαλύτερη πηγὴ τῶν δογμάτων. Γι’ αὐτὸ ἔγινε καὶ ὁ κατ’ ἐξοχὴν θεολόγος τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ πηγὴ τῆς ἐκφράσεως τῆς λατρείας.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’.
Ὁ ποιμενικὸς αὐλὸς τῆς θεολογίας σου, τὰς τῶν ῥητόρων ἐνίκησε σάλπιγγας· ὡς γὰρ τὰ βάθη τοῦ Πνεύματος ἐκζητήσαντι, καὶ τὰ κάλλη τοῦ φθέγματος προσετέθη σοι. Ἀλλὰ πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, Πάτερ Γρηγόριε, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Θεολόγῳ γλώττῃ σου, τὰς συμπλοκὰς τῶν ῥητόρων, διαλύσας ἔνδοξε, ὀρθοδοξίας χιτῶνα, ἄνωθεν ἐξυφανθέντα τὴν Ἐκκλησίαν, ἐστόλισας, ὃν καὶ φοροῦσα σὺν ἡμῖν κράζει, τοῖς σοῖς τέκνοις· χαίροις Πάτερ, θεολογίας ὁ νοῦς ὁ ἀκρότατος.
Μεγαλυνάριον.
Χαίροις ὁ οὐράνιος θεῖος νοῦς, στόμα τὸ πυρίπνουν, ὁ τῆς χάριτος ὀφθαλμός, σάλπιγξ εὐσεβείας, πηγὴ θεολογίας, ὑπερκοσμίων μύστης, σοφὲ Γρηγόριε.
Πηγή από: http://www.synaxarion.gr/
| |||||||||||||||
Ἡ Ἁγία Ξένη
![]() |
|
||||||||||||||
Ἡ
Ἁγία Ξένη καταγόταν ἀπὸ τὴ Ρώμη καὶ ἀπὸ γενιὰ τιμημένη καὶ εὔπορη. Οἱ
γονεῖς της ἐπιθυμοῦσαν νὰ τὴν νυμφεύσουν. Ἐνῶ ὅμως εἶχαν τὰ πάντα
ἑτοιμασθεῖ γιὰ τὸν γάμο, ἐκείνη ἐγκατέλειψε τὴ νυφικὴ παστάδα,
παίρνοντας μαζί της καὶ δύο πιστές της θεραπαινίδες καὶ διὰ θαλάσσης
ἔφθασε στὴν πόλη τῶν Μυλασῶν. Στὰ Μύλασα μᾶλλον πῆγε καὶ ἐγκαταστάθηκε,
ὕστερα ἀπὸ συμβουλὴ τοῦ μακαρίου μοναχοῦ Παύλου, ὁ ὁποῖος ἐμφανίστηκε
στὴν Ὁσία μετὰ ἀπὸ θεῖο φωτισμό, ὅταν ἐκείνη πέρασε ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια
καὶ ἔγινε ὁ πνευματικός της καθοδηγητής.
Στὴν
πόλη τῶν Μυλασῶν, ἡ Ὁσία Ξένη ἔκτισε ἱερὸ ναὸ πρὸς τιμὴν τοῦ
Πρωτομάρτυρος Στεφάνου. Ἐκεῖ κτίσθηκαν καὶ κελιὰ ὅπου διέμεναν ἡ Ξένη,
οἱ δυὸ θεραπαινίδες καὶ λίγες ἄλλες παρθένες.
Ἡ
Ὁσία Ξένη, ἀφοῦ διῆλθε τὴν ζωή της θεοφιλῶς καὶ ὁσίως, κοιμήθηκε μὲ
εἰρήνη. Ὅταν παρέδωσε τὴν ἁγία της ψυχὴ στὸν Θεό, ἐνῶ ὁ ἥλιος φώτιζε τὴν
γῆ, φάνηκε στὸν οὐρανὸ Σταυρός, ποὺ τὸν σχημάτιζαν ἀστέρες. Τὸν οὐράνιο
αὐτὸ Σταυρὸ τὸν περιέκλειε χορὸς ἀστέρων, σὰν νὰ ἦταν, καθὼς φαίνεται,
στεφάνι τῆς Ὁσίας Ξένης, μὲ τὸ ὁποῖο τὴν ἐπιβράβευε ὁ Θεὸς γιὰ τὶς
νηστεῖες της, τὶς ἀγρυπνίες της καὶ τὴν ἁγνότητα τοῦ σώματος καὶ τῆς
ψυχῆς.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Ξένην
ἤνυσας, ζωὴν ἐν κόσμῳ, ξένην ἔσχηκας, προσηγορίαν, ὑπεμφαίνουσαν τῇ
κλήσει τὸν τρόπον σου· σὺ γὰρ νυμφίον λιποῦσα τὸν πρόσκαιρον, τῷ ἀθανάτῳ
ὁσίως νενύμφευσαι. Ξένη ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι
ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. δ’.
Ἐν
σοῖ Μῆτερ ἀκριβῶς διεσώθη τὸ κατ’ εἰκόνα, λαβοῦσα γὰρ τὸν σταυρόν,
ἠκολούθησας τῷ Χριστῷ, καὶ πράττουσα ἐδίδασκες, ὑπερορᾶν μὲν σαρκός,
παρέρχεται γάρ, ἐπιμελεῖσθαι δὲ ψυχῆς, πράγματος ἀθανάτoυ, διὸ καὶ μετὰ
Ἀγγέλων συναγάλλεται, Ὁσία Ξένη τὸ Πνεῦμά σου.
Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Τὸ
σὸν ξενότροπον Ξένη μνημόσυνον, ἐπιτελοῦντες οἱ πόθῳ τιμῶντές σε,
ὑμνοῦμεν Χριστὸν τὸν ἐν ἅπασι, σοὶ παρέχοντα ἰσχὺν τῶν ἰάσεων· ὃν
πάντοτε δυσώπει, ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.
Μεγαλυνάριον.
Θάλαμον
λιποῦσα τὸν νυμφικόν, ξενοτρόπως Μῆτερ, ἠκολούθησας τῷ Χριστῷ, ᾧ καὶ
νυμφευθεῖσα, τῇ ξένῃ βιωτῇ σου, ὦ Ξένη πανολβία, ἡμῶν μνημόνευε.
Πηγή από: http://www.synaxarion.gr/
| |||||||||||||||
Οἱ Ἅγιοι Κλήμης καὶ Ἀγαθάγγελος οἱ Μάρτυρες
![]() |
|
||||||||||||||
Ὁ
Ἅγιος Ἱερομάρτυρας Κλήμης καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἄγκυρα, ἀπὸ πατέρα Ἐθνικὸ
καὶ μητέρα Χριστιανή, ποὺ ὀνομαζόταν Εὐφροσύνη. Σὲ ἡλικία δώδεκα ἐτῶν
ἐκάρη μοναχὸς καὶ σὲ ἡλικία εἴκοσι ἐτῶν χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος Ἀγκύρας.
Ὁ
μακάριος Ἱερομάρτυρας γνώρισε σὲ ὅλη του σχεδὸν τὴ ζωὴ τὸ μαρτύριο.
Ὑπέστη παντοειδεῖς καὶ φρικώδεις βασάνους ἐπὶ αὐτοκράτορα Διοκλητιανοῦ
(284 – 305 μ.Χ.) καὶ αὐτοκράτορα Μαξιμιανοῦ (285 – 305 μ.Χ.). Πράγματι, ὁ
ἀγώνας του πρὸς τοὺς τυράννους κράτησε ἐπὶ εἴκοσι ὀκτὼ ὁλόκληρα χρόνια,
χωρὶς νὰ διακόπτεται.
Στὴ
φυλακὴ τῆς Ρώμης τὸν κρέμασαν σὲ ἕνα ξύλο καὶ τοῦ ξέσκισαν τὸ σῶμα μὲ
σιδερένια νύχια, τὸν κτύπησαν μὲ πέτρες, τὸν ἔδεσαν σὲ τροχὸ ποὺ
γυρίζοντας τοῦ συνέτριψε τὸ σῶμα, τοῦ συνέτριψαν τὰ σαγόνια καὶ τοῦ
ἔβγαλαν τὰ δόντια. Ἔτσι λοιπόν, ὁ Ἱερομάρτυς Κλήμης, ἀφοῦ γνώρισε κάθε
μορφὴ μαρτυρίου, ἀφοῦ ἔλεγξε μὲ τοὺς λόγους του καὶ τὸ ἅγιο παράδειγμά
του τοὺς δυσεβεῖς καὶ ἀφοῦ μὲ τὴν ὑπομονὴ καὶ καρτερία του κατέπληξε καὶ
αὐτοὺς τοὺς Ἀγγέλους, ἔλαβε τὸ στέφανο τῆς οὐράνιας δόξας.
Ὁ
Ἅγιος Μάρτυς Ἀγαθάγγελος καταγόταν ἀπὸ τὴν Ρώμη. Ὅταν ὁ Ἅγιος Κλήμης
ἦταν φυλακισμένος στὴ Ρώμη, πρῶτος ὁ Ἅγιος Ἀγαθάγγελος καὶ ἔπειτα ἄλλοι,
ποὺ πίστεψαν στὸν Χριστό, προσῆλθαν στὴ φυλακὴ καὶ τοὺς βάπτισε. Ὅλους
αὐτοὺς ποὺ βαπτίσθηκαν, ὁ εἰδωλολάτρης αὐτοκράτορας τοὺς ἀποκεφάλισε.
Μόνο ὁ Ἅγιος Ἀγαθάγγελος δραπέτευσε καὶ ἀνέβηκε κρυφὰ στὸ πλοῖο, στὸ
ὁποῖο οἱ στρατιῶτες τοῦ Μαξιμιανοῦ θὰ ἔβαζαν τὸν Ἅγιο Κλήμεντα, γιὰ νὰ
τὸν στείλουν δέσμιο στὴ Νικομήδεια. Μόλις μπῆκε στὸ πλοῖο ὁ Ἱερομάρτυς
Κλήμης, ὁ Ἅγιος Ἀγαθάγγελος ἔπεσε στὰ πόδια του. Ὁ Κλήμης χάρηκε ποὺ
εἶδε τὸν Ἀγαθάγγελο ἐκεῖ καὶ θεώρησε τὸν πόθο του νὰ μαρτυρήσει γιὰ τὸν
Χριστὸ ὡς εὐλογία Θεοῦ.
Ἐπάνω
στὸ πλοῖο καὶ οἱ δυὸ Ἅγιοι ὑπέστησαν φοβερὰ βασανιστήρια, ὥσπου ἔφθασαν
στὴν Ἄγκυρα καὶ παρεδόθησαν στὸν Λούκιο, τὸν τοπικὸ ἄρχοντα. Τὰ φρικώδη
βασανιστήρια ἄρχισαν. Τοὺς κρέμασαν σὲ ξύλο, τοὺς ἔκαψαν μὲ ἀναμμένες
λαμπάδες τὰ πλευρά, τοὺς τρύπησαν μὲ πυρακτωμένα σουβλιὰ τὰ χέρια
ἀνάμεσα στὰ δάκτυλα, τοὺς ἔριξαν σὲ ἀσβέστη ἐπὶ δύο ἡμέρες, τοὺς
κτύπησαν μὲ ράβδους, ἔμπηξαν στὴ γῆ ἀκόντια μὲ τὶς αἰχμές τους πρὸς τὰ
πάνω καὶ τοὺς ξάπλωσαν ἀπάνω στὶς αἰχμές, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ κατατρυπηθοῦν
τὰ σώματά τους καὶ νὰ τοὺς προκληθοῦν ἀφόρητοι πόνοι. Ἰδιαίτερα τοῦ
Ἁγίου Ἀγαθαγγέλου περιέλουσαν τὸ κεφάλι μὲ λιωμένο μολύβι. Στὴν συνέχεια
τοὺς ἔδεσαν στὸ λαιμὸ μυλόπετρες καὶ τοὺς ἔσυραν στοὺς δρόμους τῆς
πόλεως.
Ὕστερα
ἀπὸ ἐντολὴ τοῦ Λουκίου καὶ οἱ δυὸ Ἅγιοι ἀποκεφαλίσθηκαν. Μαζί τους
ἀποκεφαλίσθηκαν καὶ οἱ ὑπόλοιποι ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παιδιὰ ποὺ εἶχαν
πιστέψει στὸν Χριστό.
Ἡ
Σύναξή τους τελεῖται στὸ Μαρτύριο, τὸ ὁποῖο βρίσκεται στὴν περιοχὴ
Εὐδοξίου, πέραν τοῦ Ἀνάπλου καὶ στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Εἰρήνης, τῆς
παλαιᾶς καὶ τῆς νέας.
Ναὸ
τοῦ Ἁγίου Κλήμεντος ἀνήγειρε ὁ αὐτοκράτορας Βασίλειος Β’ (976 – 1025
μ.Χ.) στὰ ἀνάκτορα, ἐντὸς τοῦ ὁποίου φυλασσόταν ἡ κάρα τοῦ Ἁγίου μὲ ἄλλα
ἱερὰ λείψανα. Ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 10ου αἰώνα μ.Χ. ἡ σύναξη τῶν
Ἁγίων ἄρχισε νὰ τελεῖται στὴ μονὴ τοῦ Πατριάρχη Εὐθυμίου (907 – 912
μ.Χ.), ποὺ βρισκόταν στὴν περιοχὴ τῶν Ὑψωμαθείων Κωνσταντινουπόλεως,
στὴν ὁποία, τὸ ἔτος 907 μ.Χ., ὁ Μητροπολίτης Ἀγκύρας Γαβριὴλ δώρισε τὸ
ὠμοφόριο τοῦ Ἁγίου Κλήμεντος καὶ λείψανα τοῦ Ἁγίου Ἀγαθαγγέλου.
Ἀπολυτίκιον τοῦ Ἁγίου Κλήμεντος. Ἦχος δ’.
Κλῆμα
ὁσιότητος, καὶ στέλεχος ἀθλήσεως, ἄνθος ἱερώτατον, καὶ καρπὸς ὡς
θεόσδοτος, τοῖς πιστοῖς πανίερε, ἡδύτατος ἐβλάστησας. Ἀλλ’ ὡς Μαρτύρων
σύναθλος, καὶ Ἱεραρχῶν σύνθρονος, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς
ψυχὰς ἡμῶν.
Ἀπολυτίκιον τοῦ Ἁγίου Ἀγαθαγγέλου. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς
ἀγαθῶν ἀγγελιῶν προμηθέα, τῆς πρὸς ἡμᾶς τοῦ Ἰησοῦ εὐσπλαγχνίας,
χαρμονικῶς ὑμνοῦμέν σε Μαρτύρων στερρέ· σὺ γὰρ Ἀγαθάγγελε, ἐναθλήσας
νομίμως, στάσεως ἠξίωσαι τῆς Ἀγγέλων ἀξίως· μεθ’ ὧν πρεσβεύοις πάντοτε
Χριστῷ, πάσης ῥυσθῆναι, ἡμᾶς περιστάσεως.
Κοντάκιον τοῦ Ἁγίου Κλήμεντος. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Τῆς
ἀμπέλου γέγονας τίμιον κλῆμα, τοῦ Χριστοῦ πανεύφημε, Κλήμη πολύαθλος
ὀφθείς, σὺν τῷ συνάθλῳ τε ἔκραζες· Χριστὸς Μαρτύρων φαιδρὸν ἀγαλλίαμα.
Κοντάκιον τοῦ Ἁγίου Ἀγαθαγγέλου. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐν
ἀθλήσει ἄγγελος μάκαρ ἐδείχθης, ἐνεγκὼν ὡς ἄσαρκος, τῶν ἀλγηδόνων τὰς
ποινάς· ὅθεν Χριστὸς Ἀγαθάγγελε, ὑπερφυοῦς σε ἠξίωσε χάριτος.
Μεγαλυνάριον τοῦ Ἁγίου Κλήμεντος.
Βότρυας
ἐνέγκας ζωοποιούς, ἄθλων γεωργίᾳ, ὥσπερ ἄμπελος εὐκαρπής, οἶνον
ἀποστάζεις, ἀρρήτου κοινωνίας, μυσταγωγὲ τοῦ Λόγου, Κλήμη πανάριστε.
Μεγαλυνάριον τοῦ Ἁγίου Ἀγαθαγγέλου.
Φέγγει
ἀληθείας καταυγασθείς, υἱὸς φωτὸς ὤφθης, δι’ ἀγώνων μαρτυρικῶν· ὅθεν ὡς
Χριστοῦ σε, γενναῖον στρατιώτην, ὑμνοῦμεν ἐπαξίως, ὦ Ἀγαθάγγελε.
Πηγή από: http://www.synaxarion.gr/
| |||||||||||||||
Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2013
ΜΑΛΑΚΩΣΕ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΣΟΥ ΚΑΙ ΑΦΕΣΟΥ ΣΤΟ ΘΕΟ
Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με τη βάρκα με πανιά.
Τα πανιά είμαι ευαίσθητα στον αέρα και τα χρησιμοποιούν για να κινήσουν
τη βάρκα, ακριβώς γιατί είναι ευαίσθητα και παρασύρονται εύκολα.
Αν αντί για πανιά, εσείς βάλετε μια γερή σανίδα, δεν θα κάνετε τίποτα ή η βάρκα δεν πρόκειται να κουνηθεί. Είναι το λεπτό και ευαίσθητο πανί που δέχεται τον αέρα και κινεί την βάρκα.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει με ένα σιδερένιο και ένα χειρουργικό γάντι. Πόσο γερό και δυνατό είναι το σιδερένιο γάντι! Και πόσο λεπτό και μαλακό είναι ένα χειρουργικό. Σε επιδέξια χέρια, όμως, μπορεί να κάνει θαύματα, ακριβώς επειδή είναι τόσο λεπτό και ευαίσθητο!
Έτσι, λοιπόν, εκείνο που ο Θεός προσπαθεί να μας διδάξει είναι να αντικαταστήσουμε την υποτυπώδη ή ελάχιστη δύναμη που νομίζουμε ότι έχουμε (και μας δημιουγεί πνευματική σύγχυση) με την πλήρη παράδοση, το να αφεθούμε δηλαδή στα χέρια του Θεού...
Από το βιβλίο: "Μάθε να προσεύχεσαι" του αρχιεπισκόπου Anthony Bloom.
Πηγή από: http://www.agioritikovima.gr/
ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: ΤΑ ΑΓΡΙΑ ΘΗΡΙΑ ΤΩΝ ΠΑΘΩΝ!!!
Πόσο επιπόλαιος είναι ο άνθρωπος εκείνος, που βλέπει
το σπίτι του ετοιμόρροπο και, αντί να το επισκευάσει και να το
στηρίξει, περιποιείται την αυλή του! πόσο ασύνετος είναι
κι εκείνος που έχει το σώμα του άρρωστο και, αντί να φροντίσει για τη
θεραπεία του, κάθεται και του φτιάχνει πολυτελή ενδύματα!Κάτι τέτοιο κάνουμε κι εμείς με την ψυχή μας. Ενώ έχει εξαχρειωθεί από τα πάθη, ενώ βασανίζεται από την οργή, την κενοδοξία, τις αισχρές επιθυμίες και τόσες άλλες κακίες, δεν φροντίζουμε για τη θεραπεία της. Αλλά για τι φροντίζουμε; Για την καλοπέραση και το στολισμό του σώματος.
Αν μία αρκούδα ξεφύγει από το θηριοτροφείο και αρχίσει να γυρίζει ελεύθερη στην πόλη, θα κλειστούμε στα σπίτια μας, για να μην πέσουμε πάνω σ’ αυτό το θηρίο, που θα μας σπαράξει με τα νύχια του. Και τώρα, που η ψυχή μας σπαράζεται όχι από ένα μόνο θηρίο, μα από πολλά, ούτε που μας νοιάζει.
Τα θηρία, για την ασφάλεια των πολιτών, τα κλείνουμε σε σιδερένια κλουβιά και τα φυλάμε σε μέρη απόκεντρα, μακριά από τη Βουλή, το Δικαστήριο ή το Παλάτι. Στην ψυχή μας, όμως, όπου υπάρχουν κάποια άλλη βουλή, κάποιο άλλο δικαστήριο και κάποιο άλλο παλάτι, αφήνουμε τα νοητά θηρία των παθών ν’ ανεβαίνουν ως τον βασιλικό θρόνο, δηλαδή το νου, και να τον αναστατώνουν με τις κραυγές τους.
Τα πάθη είναι οι αιτίες της ταραχής στον εσωτερικό μας κόσμο. Τα πάθη κάνουν την ψυχή μας να μοιάζει με πόλη που αντιμετωπίζει βαρβαρική επιδρομή. Τα πάθη φέρνουν στο νου και στους λογισμού μας σύγχυση, όπως συμβαίνει όταν ένα φίδι μπαίνει σε φωλιά με νεογέννητα πουλάκια, και αυτά πεταρίζουν εδώ και εκεί τιτιβίζοντας με τρόμο.
Γι’ αυτό σας παρακαλώ, ας δέσουμε τα θηρία ή μάλλον ας τα πνίξουμε, ας τα σφάξουμε, ας τα θανατώσουμε. Κάθε κακία που βρίσκεται μέσα μας, ας την εξοντώσουμε με την μάχαιρα του Πνεύματος .
Τα θηρία, όταν είναι καλοθρεμμένα και δυνατά, δεν μπορούν να νικηθούν. Όταν όμως πεινάσουν και αδυνατίσουν, καταπεφτει η αγριάδα τους και μειώνεται η δύναμή τους. Τότε μπορεί να τα βάλει κανείς μαζί τους και να τα εξουδετερώσει εύκολα. Το ίδιο συμβαίνει και με τα πάθη. Όποιος τα αδυνατίζει, τα υποτάσσει στο λογικό. Όποιος, απεναντίας, τα καλοτρέφει, δύσκολα μπορεί να τα βάλει μαζί τους. Έτσι φτάνει να νικιέται απ’ αυτά και να καταντάει δούλος τους.
Από το βιβλίο: «Θέματα ζωής». εκδόσεις:Ιερά Μονή Παρακλήτου
Πηγή από: http://www.agioritikovima.gr/
Ο Ήλιος της Ερήμου, ο Μέγας Ευθύμιος - Φώτης Κόντογλου
Ο Ήλιος της Ερήμου, ο Μέγας Ευθύμιος - Φώτης ΚόντογλουἈληθινὰ κράζει ὁ προφήτης: «Ἀγαλλιάσθω ἡ ἔρημος καὶ ἀνθήτω ὡς κρῖνον». Μὲ τὴ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ γεμίσανε οἱ ἐρημιὲς ἀπὸ ἁγίους ἀνθρώπους, ἀπὸ ἄνθη πνευματικά. «Καὶ ἀντὶ τῆς στιβῆς, ἀναβήσεται κυπάρισσος, ἀντὶ δὲ τῆς κονίζης, ἀναβήσεται μυρσίνη». Καὶ ὁ ὑμνωδὸς γιὰ τὸν καθένα ἀπ᾿ αὐτοὺς τοὺς ἀγγελικοὺς κατοίκους τῆς ἐρήμου, ποὺ εἴχανε τὸ δάκρυ καθημερινό, ἀλλὰ ὄχι τὸ δάκρυ τῆς ἀπελπισίας, ἀλλὰ τῆς κατανύξεως τὸ «χαροποιὸν δάκρυον» ψέλνει παθητικά: «Ταῖς τῶν δακρύων σου ροαῖς, τῆς ἐρήμου τὸ ἄγονον ἐγεώργησας, καὶ τοῖς ἐκ βάθους στεναγμοῖς εἰς ἑκατὸν τοὺς πόνους ἐκαρποφόρησας, καὶ γέγονας φωστήρ, τῇ οἰκουμένῃ λάμπων τοῖς θαύμασι, Εὐθύμιε πατὴρ ἡμῶν ὅσιε. Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.»
Ὁ ἅγιος Εὐθύμιος ὁ Μέγας, ποὺ ἑορτάζει τὴ μνήμη του ἡ Ἐκκλησία στὶς 20 τοῦ Ἰανουαρίου, ἐστάθηκε ἕνας ἀπὸ τοὺς φωστῆρες τῆς ἀσκητικῆς πολιτείας. Γεννήθηκε στὴ Μελιτηνὴ τῆς Ἀρμενίας στὰ 377 μ.X. Ἀληθινὰ ἐκ κοιλίας μητρὸς ἤτανε ἁγιασμένος, γιατὶ ἀφοσιώθηκε στὸ Θεὸ ἀπὸ τριῶν χρονῶν παιδί. Ὁ Κύριλλος ὁ Σκυθοπολίτης, ποὺ μόνασε στὸ κοινόβιο τοῦ ἁγίου Εὐθυμίου ὕστερα ἀπὸ τὴν κοίμηση τοῦ ἁγίου, γράφει πὼς ἀπὸ τὰ πρῶτα χρόνια της ἡλικίας του τὸ στόμα του ἀενάως δοξολογοῦσε τὸ Θεό, ἡ χαρά του ἤτανε νὰ πηγαίνει στὴν ἐκκλησία καὶ νὰ ἀκούγει τὰ ἅγια γράμματα μὲ φόβο καὶ κατάνυξη. «Τὸν δὲ μεταξὺ χρόνον, οἶκοι ἐσχόλαζεν ἔν τε τῇ προσευχῇ καὶ τῇ ψαλμωδίᾳ καὶ ταῖς τῶν θείων λόγων ἀναγνώσεσι, διανυκτερεύων τε καὶ ἡμερεύων, εἰδὼς ὅτι ὁ μελετῶν ἐν νόμῳ Κυρίου ἡμέρας τε καὶ νυκτὸς ἔσται ὡς καὶ τὸ ξύλον τὸ πεφυτευμένον παρὰ τὰς διεξόδους τῶν ὑδάτων, ὃ τὸν καρπὸν αὐτοῦ δώσει ἐν καιρῷ αὐτοῦ».
Σὰν ἔγινε 29 χρονῶν, πῆγε στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ προσκύνησε τοὺς ἁγίους Τόπους, ἔπειτα ἐπισκέφθηκε τοὺς πατέρας τῆς ἐρήμου καὶ τέλος κατοίκησε σ᾿ ἕνα σπήλαιο τῆς λαύρας τοῦ Φαρᾶν, κ᾿ ἐζοῦσε μὲ τέλεια ἀκτημοσύνη, πλέκοντας ψάθες γιὰ τὴ συντήρησή του. Ἐκεῖ κάθισε πέντε χρόνια, μ᾿ ἕναν ἄλλον ἀσκητὴ Θεόκτιστο. Μετὰ τὰ πέντε χρόνια πήγανε ἀπὸ τὸ Φαρᾶν καὶ ἥβρανε μέσα σ᾿ ἕνα ξεροπόταμο, ποὺ τὸ λένε τώρα Οὐάντι Δαμπόρ, ἕνα σπήλαιο ἀπόγκρεμνο, κ᾿ ἐκεῖ κατοικήσανε. Μὲ τὸν καιρὸ πληθύνανε οἱ ἀδελφοί, καὶ στὸ τέλος κάνανε ἕνα μοναστήρι κοινόβιο, τὸ πρῶτο ποὺ γίνηκε στὴν Παλαιστίνη, καὶ μέσα σ᾿ αὐτὸ οἱ μοναχοὶ ζούσανε μὲ ἄκραν αὐστηρότητα. Ὁ μέγας Εὐθύμιος, ὁ ἡγούμενός του, ἔλεγε: «Ὀφείλει εἶναι ὁ μοναχὸς ὅλος ὀφθαλμός, πάντοθεν ἐαυτὸν περισκέπην ἀκοίμητον ἔχων πρὸς τὴν αὐτοῦ φυλακὴν τὸ τῆς ψυχῆς ὄμμα, ὡς ἐν μέσῳ παγίδων διοδεύων ἀεί». Ἀπὸ τὴν αὐστηρότητα τοῦ βίου κάποιοι μοναχοὶ ἀπαυδήσανε καὶ θέλανε νὰ φύγουνε. «Τὰ κελλία στενὰ λίαν καὶ ἀπαραμύθητα ἦσαν, οὕτως αὐτὰ τοῦ Μεγάλου Εὐθυμίου κελεύσαντος».
Χρειάζεται πολὺ χαρτὶ καὶ μελάνι γιὰ νὰ γράψει κανένας καταλεπτῶς τὴν πολιτεία τοῦ ἁγίου Εὐθυμίου, τὰ λόγια του ποὺ σωθήκανε στὸ βίο του, τὰ θαύματά του καὶ τὴν κοίμησή του. Ἡ ἁγιότητά του ἀκούσθηκε σ᾿ ὅλη τη χριστιανοσύνη. Ὀνομάσθηκε «μέγας φωστὴρ καὶ ἥλιος τῆς ἐρήμου». Ἀνεπαύθη ἐν Κυρίῳ στὶς 20 Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους 473 μ.X., ἡμέρα Σάββατο, σὲ ἡλικία 97 χρονῶν. «Ἢν δὲ τὸ εἶδος αὐτοῦ ἀγγελικόν, ἡ ἕξις ἄπλαστος (ἀφελής, ἀπροσποίητη), τὸ ἦθος πραΰτατον, ἡ δὲ φαινομένη τοῦ σώματος αὐτοῦ ὄψις στρογγυλοειδὴς τε ὑπῆρχε καὶ φαιδρὰ καὶ λευκὴ καὶ εὐόμματος. Ἢν δὲ ὑποκόλοβος τὴν ἡλικίαν καὶ ὁλοπόλιος, ἔχων τὸν πώγωνα μέγαν, φθάνοντα ἕως τῆς κοιλίας, καὶ ἀσινὴ πάντα τὰ μέλη· οὔτε γὰρ οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ ἢ οἱ ὀδόντες ἢ ἕτερον μέλος τὸ παράπαν ἐβλάβη ἀλλὰ στερρός τε καὶ πρόθυμος ὢν ἐτελειώθη».
Ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ θαύματα ποὺ ἔκανε εἶναι καὶ τὸ ἀκόλουθο, ποὺ τὸ διηγήθηκε στὸν Κύριλλο, ὁ ὁποῖος ἔγραψε τὸ βίο τοῦ ἁγίου Εὐθυμίου, ἕνας φύλαρχος Σαρακηνός, Τερέβωνας λεγόμενος, γιὰ τὸν πάππο του ποὺ εἶχε τὸ ἴδιο ὄνομα καὶ ποὺ τὸν ἕγιανε ὁ ἅγιος. Αὐτὸς λοιπὸν ὁ γέρο - Τερέβωνας, τὸν καιρὸ ποὺ ἦταν ἀκόμα παιδὶ παράλυσε τὸ μισὸ κορμί του, τὸ δεξιὸ μέρος, ἀπὸ τὸ κεφάλι ἕως τὰ πόδια. Ὁ πατέρας του Ἀσπέβετος, ποὺ ἤτανε κι᾿ αὐτὸς φύλαρχος, ἤτανε ἀπαρηγόρητος, γιατὶ οἱ γιατροὶ δὲν μπορέσανε νὰ δώσουνε ὠφέλεια στὸ παιδί του. Βρισκότανε στὴν Ἀραβία κ᾿ εἴχανε στήσει τὰ τσαντήρια τους. Ὅπου, μιὰ νύχτα, βλέπει τὸ ἄρρωστο παιδὶ στὸν ὕπνο τοῦ ἕναν καλόγερο μὲ μακριὰ γενειάδα καὶ τοῦ λέγει: «Τί ἀσθένεια ἔχεις;» Κ᾿ ἐκεῖνο ἔδειξε τὸ παράλυτο μέρος τοῦ κορμιοῦ του. Κι᾿ ὁ μοναχός του λέγει πάλι: «Ὅ,τι τάξεις στὸ Θεό, θὰ τὸ κάνεις, ἂν ἐλευθερωθεῖς ἀπὸ τὴν ἀρρώστια;» Καὶ τὸ παιδὶ εἶπε: «Ναί». Τότε τοῦ λέγει ὁ γέροντας: «Ἐγὼ εἶμαι ὁ Εὐθύμιος, ποὺ κάθουμαι στὴν ἔρημο, δέκα μίλια ἀνατολικὰ τῆς Ἱερουσαλήμ, μέσα στὸ ξεροπόταμο ποὺ εἶναι νοτινὰ ἀπὸ τὸ δρόμο ποὺ πηγαίνει στὴν Ἱεριχώ. Ἂν θέλεις νὰ θεραπευθεῖς, ἔλα σὲ μένα κι᾿ ὁ Θεὸς θὰ σὲ γιατρέψει».
Τὸ πρωί, εἶπε τὸ ὄνειρο τὸ παιδὶ στὸν πατέρα του, κ᾿ ἐκεῖνος ἀμέσως πρόσταξε νὰ σηκώσουνε τὶς τέντες καὶ νὰ τραβήξουνε κατὰ τὸ μοναστήρι τοῦ ἁγίου Εὐθυμίου, ποὺ τὸ βρήκανε ρωτώντας. Οἱ μοναχοί, σὰν εἴδανε τὸ πλῆθος τῶν βαρβάρων, φοβηθήκανε. Μοναχὰ ὁ Θεόκτιστος κατέβηκε καὶ τοὺς ρώτησε τί ζητᾶνε. Κ᾿ ἐκεῖνοι τοῦ εἴπανε «τὸν Εὐθύμιο, τὸ δοῦλο τοῦ Θεοῦ». Ἐπειδὴ ὅμως ὁ ἅγιος Εὐθύμιος ἡσύχαζε κ᾿ εἶχε δώσει παραγγελία νὰ μὴν τὸν ἀνησυχήσουνε ὡς τὸ Σάββατο, εἶπε στὸν Ἀσπέβετο νὰ περιμένουνε. Ἀλλὰ ὁ δυστυχὴς πατέρας τοῦ ἔδειξε τὸ παιδὶ ποὺ κειτότανε ξυλιασμένο καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ τὸν λυπηθεῖ. Τότε ὁ Θεόκτιστος πῆγε καὶ εἶπε στὸν ἅγιο τὴν ἱστορία. Κ᾿ ἐκεῖνος κατέβηκε, καὶ σὰν εἶδε τὸ παιδί, ἔκανε προσευχὴ πολλὴν ὥρα, ὕστερα τὸ σταύρωσε, καὶ παρευθὺς ἔγινε καλὰ ὁ Τερέβωνας. Βλέποντας οἱ Ἀραπάδες αὐτὸ τὸ θαῦμα, γονατίσανε καὶ φιλούσανε τὰ πόδια τοῦ ἁγίου, καὶ τὸν παρακαλούσανε νὰ τοὺς βαφτίσει. Τότε ὁ ἅγιος παράγγειλε νὰ κάνουνε μία μικρὴ κολυμβήθρα σὲ μιὰ γωνιὰ τῆς σπηλιᾶς, ποὺ σώζουνταν ὡς τὸν καιρὸ ποὺ τὰ ἔγραφε ὁ Κύριλλος, κι᾿ ἀφοῦ τοὺς κατήχησε, τοὺς βάφτισε. Τοὺς κράτησε στὸ μοναστήρι σαράντα μέρες γιὰ νὰ τοὺς διδάξει τὰ τῆς θρησκείας, κ᾿ ὕστερα φύγανε. Ἕνας μοναχὰ ἀπόμεινε στὸ μοναστήρι, ὁ θεῖος τοῦ Τερέβωνα, Τερέβωνας κι᾿ αὐτός, ἀδελφὸς τῆς μητέρας του, καὶ χειροτονήθηκε καλόγηρος, καὶ μοίρασε ὅλα τὰ ὑπάρχοντά του στοὺς φτωχούς, ἀφοῦ ἔδωσε πολλὰ χρήματα γιὰ νὰ μεγαλώσουνε τὸ μοναστήρι. Στάθηκε τύπος καὶ ὑπογραμμὸς στὴν εὐσέβεια, καὶ κοιμήθηκε ἐν εἰρήνῃ.
Μιὰ Κυριακὴ λειτουργοῦσε ὁ ἅγιος Εὐθύμιος, καὶ κατὰ τὰ συνηθισμένα κάποιος εὐλαβέστατος μοναχὸς Δομετιανὸς στεκότανε στὰ δεξιά της ἁγίας Τραπέζης βαστώντας τὸ λειτουργικὸ ριπίδι, κι᾿ ὁ Μαρίνος ὁ Σαρακηνὸς στεκότανε κοντὰ στὸ θυσιαστήριο, ἀκουμπώντας τὰ χέρια του στὰ κάγκελα. Ἄξαφνα βλέπει φωτιὰ νὰ κατεβαίνει ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ νὰ ἁπλώνεται ἀπάνω στὸ θυσιαστήριο σὰν νἄτανε σεντόνι πύρινο, καὶ σκέπασε τὸ μέγα Εὐθύμιο καὶ τὸ μακάριο Δομετιανό. Καὶ ἔμεινε ἔτσι σ᾿ ὅλο τὸ χερουβικό. «Τοῦτο δὲ τὸ θαῦμα οὐδεὶς εἶδεν εἰμὴ οἱ ὄντες τοῦ πυρὸς ἔνδον, καὶ Τερέβων, καὶ ὁ Χρυσίππου ἀδελφὸς Γαβρήλιος ὁ Καππαδόκης, εὐνοῦχος ὧν ἀπὸ γεννήσεως καὶ δι᾿ εἰκοσιπέντε ἐνιαυτῶν τότε εἰς τὴν ἐκκλησίαν προσελθών. Φόβω τοίνυν συσχεθεὶς ὁ Τερέβων, ἔφυγεν εἰς τὰ ὀπίσω, καὶ ἀπὸ τότε οὐκέτι προέθετο ἐπιστηρίζεσθαι τῷ καγκέλῳ τοῦ ἱερατείου, καθ᾿ ἣν εἶχε συνήθειαν τολμηρῶς καὶ θρασέως τοῦτο ποιεῖν κατὰ τὴν ὥραν τῆς θείας προσκομιδῆς, ἀλλ᾿ ὀπίσω πλησίον τῆς θύρας τῆς ἐκκλησίας ἵστατο, μετὰ φόβου καὶ εὐλαβείας κατὰ τὴν τῆς συνάξεως ὥραν κατὰ τὴν κελεύουσαν ἐντολὴν εὐλαβεῖς ἔσεσθαι τοὺς υἱοὺς Ἰσραὴλ καὶ μὴ καταφρονητάς».
Πηγή από: http://xristianos.gr/
Ὁ Ἅγιος Ἀναστάσιος ὁ Ὁσιομάρτυρας ὁ Πέρσης
![]() |
|
||||||||||||||
Ὁ
Ἅγιος Ἀναστάσιος γεννήθηκε στὸ χωριὸ Ραχὴζ τῆς Περσίας, τῆς ἐπαρχίας
Ρασνουνί. Ὀνομαζόταν Μαγουνδάτ, ἦταν υἱὸς τοῦ μάγου Μὰβ καὶ ὑπηρέτησε
στὸ στρατὸ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ βασιλέως Χοσρόη τοῦ Β’ (590 – 628 μ.Χ.), ὁ
ὁποῖος κατέλαβε τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ μετέφερε στὴ χώρα του τὸν Τίμιο
Σταυρὸ (614 μ.Χ.). Τότε ὁ Μαγουνδὰτ θέλησε νὰ μάθει, ἀφοῦ ἄκουσε περὶ
αὐτοῦ καὶ τῶν ἐπιτελουμένων θαυμάτων, γιατί οἱ Χριστιανοὶ τιμοῦσαν
αὐτόν. Ἔτσι, ἀφοῦ διδάχθηκε ἀπὸ κάποιον πιστὸ ὅτι μὲ τὸν σταυρικὸ θάνατο
τοῦ Κυρίου λυτρώθηκε τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων, πίστεψε στὸν Χριστό.
Ἔπειτα, συμμετέχοντας στὴν ἐκστρατεία τῶν Περσῶν κατὰ τῆς
Κωνσταντινουπόλεως, βρέθηκε στὴ Χαλκηδόνα. Κατὰ τὴν διαμονή του ἐκεῖ,
ἀφοῦ πληροφορήθηκε ὅτι ὁ Ἡράκλειος κατατρόπωσε τοὺς Πέρσες, πῆγε στὴν
Ἱεράπολη καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὰ Ἱεροσόλυμα ὅπου βαπτίσθηκε ὑπὸ τοῦ Πατριάρχη
Μοδέστου, πρὸς τὸν ὁποῖο τὸν
ὁδήγησε ὁ ἱερεὺς τοῦ πανίερου Ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα
Ἀναστάσιος. Στὴν συνέχεια ἐκάρη μοναχὸς στὴ μονὴ τοῦ Ἀββᾶ Ἰουστίνου ἢ
κατ’ ἄλλους στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Σάββα. Μετὰ ἀπὸ ἑπταετὴ ἄσκηση καὶ
διαβάζοντας καθημερινὰ τοὺς βίους τῶν Ἁγίων καὶ τὰ μαρτύριά τους, τοὺς
ζήλεψε καὶ προσευχόταν νὰ ἀξιωθεῖ τὸ μαρτυρικὸ τέλος αὐτῶν. Ἔτσι, ὅταν
κατὰ τὴν παραχώρηση τοῦ Κυρίου, εἶδε σὲ ὄνειρο ὅτι ἀνέβηκε στὸ ὄρος
Κυρίου καὶ στάθηκε στὸν ἅγιο τόπο Αὐτοῦ καὶ ἐκεῖ ἤπιε ἕνα χρυσὸ ποτήρι
γεμάτο κρασί, θεώρησε ὅτι σκιαγραφόταν τὸ μέλλον καὶ τὸ μαρτύριό του.
Γι’ αὐτό, γονυπετὴς καὶ ἔνδακρυς, ζήτησε τὴν εὐχὴ τοῦ προεστῶτος ἱερέως
τῆς μονῆς γιὰ τὴ μακάρια ἀποδημία του, δηλαδὴ τὴν πορεία του πρὸς τὸ μαρτύριο.
Ἀφοῦ κοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων κατευθύνθηκε πρὸς τὴν Διόσπολη, γιὰ νὰ προσευχηθεῖ στὸν Ἅγιο Μεγαλομάρτυρα Γεώργιο καὶ ἔφθασε στὴν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης. Ἐκεῖ, ὅταν εἶδε κάποιους μάγους ὁμοεθνεῖς του, ἔλεγξε καὶ χλεύασε τὰ σοφίσματα καὶ τὴν ἀσέβειά τους. Τότε ἐκεῖνοι τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν ὁδήγησαν στὸν ἄρχοντα Μαρζαβανά. Ὁ ἄρχοντας διέταξε νὰ ἀφεθεῖ ἐλεύθερος, ἀρκεῖ νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστὸ ἐνώπιον ἑνὸς μόνο προσώπου. Ὅμως ὁ Ἀναστάσιος μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία ἀπάντησε: «Μὴ δῴη μοι ὁ Θεὸς τῆς ἀγαπήσεως ἐκπεσεῖν τοῦ Χριστοῦ μου». Ὁ Μαρζαβανὰς θύμωσε καὶ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ μεταφέρει βαριὲς πέτρες χωρὶς καμιὰ ἀνάπαυλα. Τὰ βασανιστήρια συνεχίστηκαν μέχρι ποὺ ὁδηγήθηκε ἐνώπιον τοῦ βασιλέως τῶν Περσῶν Χοσρόη. Ἀλλὰ καὶ μπροστὰ στὸν βασιλιὰ δὲν φοβήθηκε. Τὸν κτύπησαν ἀλύπητα, μέχρι θανάτου, μὲ ραβδιά. Τὸ μαρτύριο ἦταν καθημερινό. Στὸ τέλος τὸν κρέμασαν ἀπὸ τὸ ἕνα χέρι καὶ διὰ βρόχου τὸν ἔπνιξαν καὶ ἀπέκοψαν τὴν κεφαλὴ αὐτοῦ. Τὸ μαρτύριό του ἔγινε τὸ 628 μ.Χ. μὲ ἄλλους 70 Χριστιανοὺς Μάρτυρες. Ἡ Σύναξη τοῦ Ἁγίου ἐτελεῖτο στὸ Μαρτύριό του, ποὺ βρισκόταν ἐντὸς τοῦ Ἁγίου Φιλήμονος, στὸ Στρατήγιο.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τὴν πλάνην ἀφέμενος, τὴν τῶν Περσῶν νουνεχῶς, τῇ πίστει προσέδραμες, τῇ τοῦ Χρίστου εὐσεβῶς, σοφὲ Ἀναστάσιε· ὅθεν καὶ ἐν ἀσκήσει, διαπρέψας ἐνθέως, ἤθλησας ὑπὲρ φύσιν, καὶ τὸν ὄφιν καθεῖλες· διὸ διπλῷ στεφάνῳ, θεόθεν ἐστεφάνωσαι.
Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐν ἀσκήσει πρότερον, ἐνδιαπρέψας, καρτερῶς διήνυσας, τοῦ μαρτυρίου τὴν ὁδόν· ὅθεν ἀξίως δεδόξασαι, Ὁσιομάρτυς Χριστοῦ Ἀναστάσιε.
Ἕτερον Κοντάκιον (μετὰ τοῦ Ἀποστόλου Τιμοθέου). Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.
Τὸν θεῖον Μαθητήν, καὶ συνέκδημον Παύλου, Τιμόθεον πιστοί, εὐφημήσωμεν ὕμνοις, σὺν τούτῳ γεραίροντες, τὸν σοφὸν Ἀναστάσιον, τὸν ἐκλάμψαντα, ἐκ τῆς Περσίδος ὡς ἄστρον, καὶ ἐλαύνοντα, τὰ ψυχικὰ ἡμῶν πάθη, καὶ νόσους τοῦ σώματος.
Μεγαλυνάριον.
Τὸν
Ὁσιομάρτυρα τοῦ Χριστοῦ, τὸν ἐκ τῆς Περσίας, ἀπαστράψαντα μυστικῶς,
ἀρετῶν ἀσκήσει, καὶ ἄθλοις μαρτυρίου, τὸν θεῖον Ἀναστάσιον μακαρίσωμεν.
Ἕτερον Μεγαλυνάριον (μετὰ τοῦ Ἀποστόλου Τιμοθέου)
Παύλου ἐχρημάτισας Μαθητής, Τιμόθεε μάκαρ, ὡς Ἀπόστολος εὐκλεής· θείων δὲ χαρίτων, ἐπλήσθης ἐναθλήσας, Χριστοῦ Ὁσιομάρτυς, ὦ Ἀναστάσιε.
Πηγή από: http://www.synaxarion.gr/
| |||||||||||||||
Ὁ Ἅγιος Τιμόθεος ὁ Ἀπόστολος
![]() |
|
||||||||||||||
Σύμφωνα
μὲ τὶς πληροφορίες πού μας παρέχουν οἱ Πράξεις τῶν Ἀποστόλων καὶ οἱ
Ἐπιστολὲς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ὁ Τιμόθεος ἦταν ὁ πιὸ ἀγαπητὸς μαθητής
του καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ στενοὺς συνεργάτες τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Τὸ
ὄνομά του εἶναι ἑλληνικὸ καὶ σημαίνει αὐτὸς ποὺ τιμᾶ τὸν Θεό, ἀλλὰ καὶ
αὐτὸν ποὺ τιμᾶ ὁ Θεός.
Ὁ
Ἅγιος Ἀπόστολος Τιμόθεος γεννήθηκε μᾶλλον στὰ Λύστρα τῆς Λυκαονίας ἢ
πιθανὸν στὴ Δέρβη, ἀπὸ πατέρα Ἕλληνα Ἐθνικὸ καὶ μητέρα πιστὴ Ἰουδαία,
προφανῶς ἐκ γενετῆς καὶ πιθανὸν προσήλυτη, ποὺ ὀνομαζόταν Εὐνίκη. Κατὰ
τὴν μαρτυρία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ἦταν εὐσεβής, ὅπως καὶ ἡ μάμμη του,
ἐκ μητρός, Λωΐς. Ὁ Τιμόθεος δέχθηκε ἀπὸ τὶς εὐσεβεῖς αὐτὲς γυναῖκες τὴν
πρώτη θρησκευτικὴ ἀγωγὴ καὶ διδάχθηκε ἀπὸ βρέφος τὰ ἱερὰ γράμματα. Μὲ
τὸν τρόπο αὐτὸ προετοιμάσθηκε κατάλληλα νὰ ἀποδεχθεῖ στὴ συνέχεια τὴν
Χριστιανικὴ πίστη.
Ἡ
ὁριστικὴ μεταστροφή του στὸν Χριστιανισμὸ φαίνεται νὰ ἔγινε κατὰ τὴν Α’
Ἀποστολικὴ περιοδεία, ὅταν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μαζὶ μὲ τὸν Βαρνάβα
ἐπισκέφθηκαν τὰ Λύστρα τῆς Λυκαονίας καὶ πιθανὸν φιλοξενήθηκαν ἀπὸ τὴν
οἰκογένεια τοῦ Τιμοθέου. Ὅταν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος κήρυττε τὸ Εὐαγγέλιο
στὰ Λύστρα, εἶναι ἐπίσης βέβαιο ὅτι ὁ Τιμόθεος παρακολούθησε τὸ κήρυγμά
του καὶ ἔγινε μάρτυρας τῶν διωγμῶν καὶ τῶν παθημάτων ποὺ ὑπέστη ὁ
Ἀπόστολος ἐκεῖ. Ἡ ἐμπειρία τῶν γεγονότων αὐτῶν φαίνεται ὅτι ἐπηρέασε
ἔντονα τὸν Ἀπόστολο Τιμόθεο καὶ τὸν προετοίμασε ἐσωτερικὰ νὰ δεχθεῖ τὴν
διδασκαλία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ πιστέψει σὲ Αὐτόν.
Μετὰ
τὰ γεγονότα στὴ Δέρβη καὶ στὰ Λύστρα τῆς Λυκίας, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος
παρέλαβε μαζί του τὸν πιστὸ καὶ ἀχώριστο συνοδό του τὸν Τιμόθεο. Ἔκτοτε ὁ
Τιμόθεος ἔγινε ὁ πιὸ προσφιλὴς καὶ ἀφοσιωμένος μαθητὴς καὶ συνεργὸς τοῦ
Ἀποστόλου Παύλου στὸ ἔργο τῆς ἱδρύσεως τῶν Ἐκκλησιῶν στὶς διάφορες
περιοχὲς τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ τῆς Ἑλλάδος ἀργότερα καὶ τῆς στηρίξεως τῆς
πίστεως τῶν διωκομένων Χριστιανῶν. Ἀνέλαβε πολλὲς σημαντικὲς καὶ
ἐμπιστευτικὲς ἀποστολὲς γιὰ σπουδαία Ἐκκλησιαστικὰ ζητήματα, παρὰ τὸ
νεαρό της ἡλικίας καὶ τὴν ἀπειρία του.
Συγκεκριμένα,
συνεχίζοντας τὴν Β’ Ἀποστολικὴ περιοδεία διελθόντες διὰ μέσου τῆς
Φρυγίας καὶ τῆς Γαλατίας, ἔφθασαν στὴν Μοισία καὶ Τρωάδα καὶ
διαπλεύσαντες τὴ Σαμοθράκη ἦλθαν στὴ Νεάπολη καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στοὺς
Φιλίππους τῆς Μακεδονίας. Ἀπὸ ἐκεῖ, ὁδοιποροῦντες , πέρασαν ἀπὸ τὴν
Ἀμφίπολη καὶ Ἀπολλωνία καὶ κατέληξαν στὴ Θεσσαλονίκη. Στὴ Θεσσαλονίκη ὁ
Τιμόθεος ἐργάσθηκε ἀθόρυβα καὶ ἀποδοτικά, συνέβαλε οὐσιαστικὰ στὸ ἔργο
τοῦ Ἀποστόλου Παύλου τόσο γιὰ τὴν ἵδρυση τῆς Χριστιανικῆς Κοινότητας,
ὅσο καὶ γιὰ τὴν στήριξη τῆς πίστεως τῶν Χριστιανῶν τῆς Θεσσαλονίκης.
Ὅμως
τὸ ἔργο τοῦ εὐαγγελισμοῦ τῶν Θεσσαλονικέων ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο καὶ
τοὺς συνεργάτες του, Τιμόθεο καὶ Σίλα, διεκόπη ἀπὸ τὴν ἀντίδραση
φθονερῶν Ἰουδαίων, ποὺ δὲν πίστεψαν στὸ κήρυγμά τους καὶ τοὺς
ἐξανάγκασαν νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν Θεσσαλονίκη καὶ νὰ καταφύγουν στὴν
Βέροια.
Ἀπὸ
τὴν Ἀθήνα, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ἀγωνιώντας γιὰ τὴν κατάσταση τῶν
Χριστιανῶν τῆς Θεσσαλονίκης, ἀπέστειλε τὸν Τιμόθεο, προκειμένου νὰ
στηρίξει τοὺς χειμαζόμενους πιστούς της ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας τῆς
Θεσσαλονίκης καὶ νὰ τοὺς παρηγορήσει στὶς θλίψεις τους.
Ἀργότερα, ὅταν ὁ Ἀπόστολος Τιμόθεος ἀκολούθησε τὸ Παῦλο στὴν Κόρινθο, παρέμεινε κοντά του, ἀγωνιζόμενος μαζί του.
Κοντὰ
στὴν Γ’ Ἀποστολικὴ περιοδεία, ὅταν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος πέρασε ἀπὸ τὰ
μέρη τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ κατέληξε στὴν Ἔφεσο, παρέμεινε ἐκεῖ γιὰ μία
τριετία ἔχοντας μαζί του τὸν Τιμόθεο, τὸν ὁποῖο ἀπέστειλε σὲ εἰδικὲς
ἐμπιστευτικὲς ἀποστολὲς στὴ Μακεδονία μαζὶ μὲ τὸν Ἔραστο καὶ ἴσως μὲ
ἄλλους ἀδελφοὺς στὴν Κόρινθο. Λίγο ἀργότερα, ὁ Τιμόθεος μὲ τὸν Ἀπόστολο
Παῦλο ἐπέστρεψαν ἀπὸ τὴν Κόρινθο στὴ Μακεδονία καὶ στὴ συνέχεια
ἀποβιβάσθηκαν στὴν Τρωάδα καὶ διαπλέοντες τὸ ἀνατολικὸ Αἰγαῖο, πέρασαν
ἀπὸ τὴν Μίλητο. Ἀπὸ τὴν Μίλητο διῆλθαν ἀπὸ τὰ νησιὰ Κῶ, Ρόδο, ἔφθασαν
στὰ Πάταρα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὴν Τύρο, τὴν Πτολεμαΐδα καὶ τὴν Καισάρεια καὶ
κατέληξαν στὰ Ἱεροσόλυμα.
Στὰ
Ἱεροσόλυμα ὁ Ἀπόστολος Τιμόθεος παρέμεινε κοντὰ στὸν Ἀπόστολο Παῦλο
κατὰ τὴν ἐκεῖ φυλάκισή του καὶ κατόπιν τὸν συνόδευσε στὴ φυλακὴ στὴ
Ρώμη. Εἶναι βέβαιο, ὅτι κατὰ τὴν τελευταία μετάβαση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου
στὰ Ἱεροσόλυμα, μετὰ τὴν πρώτη ἀποφυλάκισή του ἀπὸ τὴ Ρώμη, συνοδευόταν
ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Τιμόθεο, τὸν ὁποῖο μάλιστα ἄφησε στὴν Ἔφεσο ὡς
Ἐπίσκοπο μέχρι καὶ τοῦ ἐπισυμβάντος μαρτυρικοῦ θανάτου του. Ὁ Ἀπόστολος
Παῦλος ἀπέστειλε πρὸς τὸν Ἅγιο Τιμόθεο, ὡς Ἐπίσκοπο Ἐφέσου, δύο
Ἐπιστολές, ποὺ ἐμπεριέχονται στὸν κανόνα τῶν βιβλίων τῆς Καινῆς
Διαθήκης, καὶ οἱ ὁποῖες λόγω τοῦ ποιμαντικοῦ περιεχομένου αὐτῶν
καλοῦνται ποιμαντικές.
Κατὰ
παλαιὰ παράδοση ὁ Ἀπόστολος Τιμόθεος μαρτύρησε στὴν Ἔφεσο ἐπὶ
Δομετιανοῦ ἢ Νερούα, ὅταν πῆγε στὰ καταγώγια τῶν εἰδωλολατρῶν, γιὰ νὰ
τοὺς ἀποτρέψει ἀπὸ ἀπάνθρωπες τελετὲς καὶ θυσίες καὶ γεμάτος ἀπὸ Θεῖο
ζῆλο, ἐπειδὴ δὲν ἀνεχόταν νὰ βλέπει αὐτὰ τὰ ἀτοπήματα, τοὺς συνέστησε νὰ
μὴν συνεχίσουν τὶς αἰσχρές τους πράξεις. Τότε ἐκεῖνοι ἐξοργίσθηκαν καὶ
ὅρμησαν ἐναντίων τοῦ Ἁγίου, τὸν ὁποῖο φόνευσαν μὲ ρόπαλα.
Τὸ
τίμιο λείψανο αὐτοῦ μετακομίσθηκε τὸ ἔτος 356 μ.Χ. ἐπὶ Κωνσταντίου στὴν
Κωνσταντινούπολη καὶ ἐναποτέθηκε ἐντὸς τῆς Ἁγίας Τραπέζης τοῦ ναοῦ τῶν
Ἁγίων Ἀποστόλων, ὅπου ἐτελεῖτο καὶ ἡ Σύναξή του. Στὴν ἴδια Ἁγία Τράπεζα
εἶχαν ἐναποτεθεῖ τὰ ἱερὰ λείψανα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Ἀνδρέου καὶ Λουκᾶ.
Ὅταν ὁ Ἰουστινιανὸς ἀνοικοδόμησε καὶ μετασκεύασε τὸ ναὸ τῶν Ἁγίων
Ἀποστόλων, ποὺ εἶχε ἀνεγείρει ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, ἄφησε τὴν Ἁγία
Τράπεζα ὡς εἶχε, ἀδιασάλευτη, περιορισθεῖς μόνο στὴν κατασκευὴ ἀργυροῦ
καλύμματος.
Ἡ Σύναξη τοῦ Ἀποστόλου Τιμοθέου ἐτελεῖτο τὸν 6ο αἰώνα μ.Χ. στὴν Ὀρμίσδα.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’.
Χρηστότητα
ἐκδιδαχθείς, καὶ νήφων ἐν πᾶσιν, ἀγαθὴν συνείδησιν ἱεροπρεπῶς
ἐνδυσάμενος, ἤντλησας ἐκ τοῦ σκεύους τῆς ἐκλογῆς τὰ ἀπόρρητα· καὶ τὴν
πίστιν τηρήσας, τὸν ἴσον δρόμον τετέλεκας, Ἱερομάρτυς Ἀπόστολε Τιμόθεε.
Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Τέκνον
γνήσιον, τοῦ Παύλου ὤφθης, ὡς παρίστησι, καὶ συνεργάτης, ἀγαπητὸς κατὰ
πάντα Τιμόθεε· καὶ διαπρέψας τῷ λόγῳ τῆς χάριτος, ἀθλητικῶς ἐδοξάσθης
Ἀπόστολε. Ὅθεν πρέσβευε, Κυρίῳ τῷ σὲ δοξάσαντι, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα
ἔλεος.
Κοντάκιον. Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικός.
Τιμόθεον
πιστοί, τὸν συνέκδημον Παύλου, καὶ θεῖον μαθητήν, καὶ πιστὸν
συνεργάτην, ἐνθέως τιμήσωμεν, πρὸς αὐτὸν ἀνακράζοντες· Ἀεὶ πρέσβευε, τῷ
Βασιλεῖ τῶν ἁπάντων, δοῦναι ἄφεσιν, ἁμαρτιῶν ἡμῖν πᾶσιν, ὡς θεῖος
Ἀπόστολος.
Ἕτερον Κοντάκιον (μετὰ τοῦ Ὁσιομάρτυορος Ἀναστασίου). Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.
Τὸν
θεῖον Μαθητήν, καὶ συνέκδημον Παύλου, Τιμόθεον πιστοί, εὐφημήσωμεν
ὕμνοις, σὺν τούτῳ γεραίροντες, τὸν σοφὸν Ἀναστάσιον, τὸν ἐκλάμψαντα, ἐκ
τῆς Περσίδος ὡς ἄστρον, καὶ ἐλαύνοντα, τὰ ψυχικὰ ἡμῶν πάθη, καὶ νόσους
τοῦ σώματος.
Μεγαλυνάριον.
Χερσὶ
ταῖς τοῦ Παύλου ὁλοσχερῶς, Χριστῷ ἀνετέθης, τῷ τῶν ὅλων δημιουργῷ, καὶ
τῆς ἐν Ἐφέσῳ, Ἁγίας Ἐκκλησίας, ποιμὴν σοφὸς ἐδείχθης, μάκαρ Τιμόθεε.
Ἕτερον Μεγαλυνάριον (μετὰ τοῦ Ὁσιομάρτυρος Ἀναστασίου) Παύλου ἐχρημάτισας Μαθητής, Τιμόθεε μάκαρ, ὡς Ἀπόστολος εὐκλεής· θείων δὲ χαρίτων, ἐπλήσθης ἐναθλήσας, Χριστοῦ Ὁσιομάρτυς, ὦ Ἀναστάσιε.
Πηγή από: http://www.synaxarion.gr/
| |||||||||||||||
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)







